Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Τζακ Λόντον - Το σιδερένιο τακούνι

Το 1943 ο Αρης Αλεξάνδρου, 21 ετών τότε, άρχισε να εργάζεται ως µεταφραστής στον πρωτοποριακό, για την εποχή, εκδοτικό οίκο του Κώστα Γκοβόστη. Τρία χρόνια αργότερα του παρέδωσε τη µετάφραση του µυθιστορήµατος Σιδερένιο Τακούνι (Iron Heel) του Τζακ Λόντον, που θα γνώριζε απανωτές εκδόσεις, από άλλους ωστόσο εκδότες και µεταφραστές. Η µετάφραση του συγγραφέα του Κιβωτίου έµεινε στο «αρχείο» για 75 χρόνια. Για την ακρίβεια, ο Κώστας Γκοβόστης ανακάλυψε πρόσφατα – εντελώς συµπτωµατικά – το χειρόγραφό της πίσω από κάτι παλιούς χάρτες.

Το µυθιστόρηµα αυτό του Λόντον κυκλοφορεί ήδη σε άλλες, µεταγενέστερες µεταφράσεις από πέντε εκδοτικούς οίκους – ενδεικτικό όχι µόνο της αξίας του αλλά και της πρωτοποριακής θεµατικής, όπως και της διαχρονικότητάς του. Ωστόσο η µεταφορά του στη γλώσσα µας από έναν κορυφαίο µεταφραστή έχει ειδική σηµασία. Οχι µόνο επειδή συµπληρώνει τη σχετική βιβλιογραφία αλλά και γιατί µας δίνει αφενός τη γλωσσική αίσθηση της εποχής, όπως και την αντίστοιχη ευαισθησία του µεταφραστή, αφετέρου τον προβληµατισµό που είχε αναπτυχθεί στον κόσµο της Αριστεράς εκείνης της εποχής. Αρκεί µόνο να σηµειώσουµε ότι ο Ανατόλι Λουνατσάρσκι, κοµισάριος της Παιδείας και της Κουλτούρας στα πρώτα χρόνια µετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, έγραψε βασισµένος στο Σιδερένιο Τακούνι το σενάριο για µια ταινία, ελάχιστα γνωστή στη ∆ύση, η οποία ωστόσο θεωρείται από τις πρώτες ταινίες επιστηµονικής φαντασίας του σοβιετικού κινηµατογράφου. Το Σιδερένιο Τακούνι είναι ένα πρώιµο δυστοπικό µυθιστόρηµα. Γράφτηκε το 1906, έναν χρόνο µετά τη συντριβή της λαϊκής εξέγερσης στη Ρωσία, και κυκλοφόρησε την επόµενη χρονιά. Η έκδοσή του προηγήθηκε κατά πολύ των τριών διάσηµων δυστοπικών µυθιστορηµάτων του 20ού αιώνα: των Εµείς του Γεβγκένι Ζαµιάτιν (1920), Γενναίος νέος κόσµος του Αλντους Χάξλεϊ (1932) και 1984 του Τζορτζ Οργουελ (1949). Επιπλέον, ανήκει στα αντιπροσωπευτικότερα πολιτικά βιβλία όλων των εποχών – κι αυτό παρά το ότι ο Λόντον είναι περισσότερο γνωστός για άλλα έργα του, όπως Ο θαλασσόλυκος, Το κάλεσµα της άγριας φύσης και Ο Ασπροδόντης.

∆εν είναι άνευ σηµασίας να θυµίσει κανείς ότι έναν χρόνο µετά την έκδοσή του ιδρύεται στις ΗΠΑ το FBI από τον γενικό εισαγγελέα Τσαρλς Τζόζεφ Μποναπάρτε µε αρχική ονοµασία Γραφείο Ερευνών (Bureau of Investigations). ∆ώδεκα χρόνια αργότερα πλήθος εργατών διώχνονται από τα σπίτια τους και 10.000 συνδικαλιστές και ακτιβιστές ρίχνονται στις φυλακές. Επικεφαλής των διώξεων είναι ο διαβόητος Τζ. Εντγκαρ Χούβερ, βοηθός τότε του γενικού εισαγγελέα, που έπειτα από τέσσερα χρόνια θα τεθεί επικεφαλής του FBI. Εν τω µεταξύ, το 1922 ο Μουσολίνι καταλαµβάνει την εξουσία στην Ιταλία. Τα παραπάνω µοιάζουν µε επακόλουθα του µυθιστορήµατος, αφού η υπόθεσή του είναι µια εφιαλτική φαντασία: η επιβολή ενός φασιστικού καθεστώτος στις ΗΠΑ όπου όλη την εξουσία θα την έχει το Σιδερένιο Τακούνι, µε άλλα λόγια ο µηχανισµός καταστολής και βίας που χρησιµοποιεί η οικονοµική ολιγαρχία («Ολιγαρχία» άλλωστε ήταν ο αρχικός τίτλος που είχε επιλέξει για το βιβλίο του ο Λόντον). Κι αν το µυθιστόρηµά του αγαπήθηκε από τον κόσµο της Αριστεράς για ολόκληρες δεκαετίες, αυτό οφείλεται στο ότι πολύ πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση ο συγγραφέας όρισε τον φασισµό ως την ολοκληρωτική µορφή που παίρνει το καπιταλιστικό κράτος όταν απειλείται σοβαρά από µια ενδεχόµενη επανάσταση της εργατικής τάξης.

Την ιστορία κάποιου Ερνέστου Εβερχαρντ, ηγετικής µορφής αυτής της επανάστασης, αφηγείται ο Τζακ Λόντον µέσω της συζύγου του Αβις. Και µέσα από τις σελίδες του αναδύονται το εργατικό κίνηµα των ΗΠΑ, οι αγώνες των εργατών και των συνδικάτων, ο ρόλος του Τύπου της εποχής, οι µηχανισµοί καταστολής του συστήµατος και κυρίως η άθλια ζωή των προλετάριων στα αστικά κέντρα, ώσπου στο τέλος µε τη βοήθεια του Σιδερένιου Τακουνιού καταλύεται η δηµοκρατία και επιβάλλεται µια δικτατορία των επιχειρήσεων.

Το βιβλίο όµως δεν είναι σχηµατικό. Οι εργάτες του Λόντον είναι ολοκληρωµένοι χαρακτήρες και δεν αγιοποιούνται. Οι εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης δεν είναι επίσης όλοι αδίστακτοι και καθάρµατα. Ο κόσµος που ζει και περιγράφει είναι πραγµατικός, τα πρόσωπα ζωντανά, αυθεντικά και απολύτως πειστικά, ενώ σε κανένα σηµείο της αφήγησης δεν σου δίδεται η εντύπωση ότι ο συγγραφέας µετατρέπει σε µυθιστόρηµα ένα, ας πούµε, κοινωνιολογικό εργαστήριο. Οι περιγραφές των απεργιών που σαρώνουν απ’ άκρη σ’ άκρη τις ΗΠΑ είναι µεγαλειώδεις. Και όποιος θέλει να διαβάσει ένα βιβλίο όπου να περιγράφεται αυτό που λέµε «ταξικός αγώνας», δηλαδή αγώνας που δίνεται στον δρόµο, στο εργοστάσιο, στα ορυχεία και στα χωράφια, δεν έχει παρά να διαβάσει αυτό το θαυµάσιο µυθιστόρηµα. ∆εν θα το λέγαµε προφητικό. Η Αµερική µετά το New Deal του Ρούζβελτ ήταν πια µια διαφορετική χώρα. Και µετά τον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο ακόµη πιο διαφορετική. Αλλά ο σηµερινός αναγνώστης δεν µπορεί να αποφύγει τον πειρασµό να συγκρίνει το Σιδερένιο Τακούνι µε το αντίστοιχο της δικής µας εποχής. Μόνο που οι µόνοι ολιγάρχες σήµερα, που δεν ελέγχουν απλώς κοινωνίες αλλά ολόκληρα κράτη απ’ άκρη σ’ άκρη στον πλανήτη, είναι οι έµποροι του χρήµατος. Αυτοί συνιστούν πλέον το «Σιδερένιο Τακούνι». ∆ιαφωτιστικός είναι ο πρόλογος του εκδότη, όπως και το άκρως εµπεριστατωµένο επίµετρο της Τιτίκας ∆ηµητρούλια.

Αναστάσης Βιστωνίτης
πηγή: Το Βήμα


Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

ΜΙΑ ΝΕΑ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Ο κύκλος παραδόσεων του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ πάνω στην Κριτική Θεωρία της Σχολής τής Φραγκφούρτης, που θα διεξαχθεί κανονικά από την Τρίτη 20 Δεκεμβρίου στις 8 μμ. κι επί δέκα συνεχόμενες Τρίτες (με εξαίρεση τις δύο εβδομάδες των χριστουγεννιάτικων διακοπών), ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΤΩΡΑ ΝΑ ΜΕΤΑΔΙΔΕΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΑΚΑ μέσ’ από την σελίδα ediasp.blogspot.com αποκλειστικά για ενδιαφερόμενους οι οποίοι μένουν εκτός Αθήνας.

Θα μπορείτε να παρακολουθείτε ζωντανά την παράδοση, αλλά θα υπάρχει επίσης η δυνατότητα να υποβάλλετε ηλεκτρονικώς ερωτήσεις στο μέσον είτε στο τέλος κάθε διδακτικού διώρου (χωρίς καμία προβολή προσωπικών σας στοιχείων, αν επιθυμείτε). Μετά τη λήξη τής παράδοσης, στην ιστοσελίδα του ediasp.blogspot.com θα παραμένει διαθέσιμο όλο το βίντεο της διδακτικής συνεδρίας επί μία εβδομάδα ώστε, πάντα με τον προσωπικό σας κωδικό, να μπορείτε να το παρακολουθήσετε ακόμη και στη περίπτωση που το χάσατε τη στιγμή τής ζωντανής του μετάδοσης. 

Η πρόσβαση θα γίνεται μέσω ενός κωδικού που θα σας δοθεί από τον διδάσκοντα, μαζί με τις υπόλοιπες οδηγίες, ύστερ’ από αίτηση την οποία θα του στείλετε ηλεκτρονικώς. Η αίτηση αυτή εκδήλωσης ενδιαφέροντος πρέπει να υποβληθεί τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από την έναρξη των παραδόσεων, με αποστολή e-mail στη διεύθυνση fterzakis@hotmail.gr

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Το πρώτο δελτίο τύπου των Αnonymous για την Ελλάδα

Το πρώτο δελτίο τύπου των Anonymous για το Operation Greece (#OpGreece) είναι γεγονός. Σε μια εκτενή τους δήλωση, όπως μας έχουν συνηθίσει, οι Anonymous αναλύουν την τρέχουσα πολιτική και οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα καθώς και το πως φτάσαμε μέχρι εδώ. Αναφέρουν ονόματα πολιτικών, ενώ προσφέρουν πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό, γνωστοποιώντας στο ευρύ κοινό εντός και εκτός Ελλάδος στοιχεία που αποδείκνυουν τους ισχυρισμούς τους. Το δελτίο τύπου των Anonymous – #OpGreece-  κοινοποίηθηκε στο SecNews μέσω Twitter.
Το πρώτο δελτίο τύπου των Anonymous #OpGreece είναι αναρτημένο στο Pastebin [δείτε αναλυτικά εδώ]  ενώ ακολουθεί μετάφραση από την συντακτική ομάδα του SecNews :

«Χαιρετίζουμε όλο το κόσμο, αυτό είναι το πρώτο δελτίο τύπου από το #OpGreece. Επιθυμούμε να αυξήσουμε την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης για την κρίσιμη κατάσταση στην Ελλάδα αλλά και να ενημερώσουμε μαζικά για την ύπαρξή και δραστηριότητά μας. Επιθυμούμε την ευαισθητοποίηση οχι μόνο των Ελληνων εντός της Ελλάδας, αλλά και των Ελλήνων ομογενών, όλοι εσείς που είστε ελληνικής καταγωγής σε ολόκληρο τον κόσμο.

Είδαμε όλοι τον μπάτσο με την χρήση σπρέι πιπεριού στο πρόσωπο των διαδηλωτών σωστά; Είδαμε επίσης τον Tony Bologna να ψεκάζει νεαρές γυναίκες στην Νέα Υόρκη ναι; Αν τα παραπάνω σας συγκλόνισαν, εδώ είναι μια καθημερινή ρουτίνα. Οι Έλληνες πολίτες που διαμαρτύρονται ειρηνικά, λαμβάνουν αυτή την «περιποίηση» σχεδόν ΚΑΘΕ εβδομάδα ενώ κανένας αξιωματούχος δεν αντιδρά στις πράξεις βίας εναντίον πολιτών που συμβάινουν σε αυτή τη χώρα.

Τον περασμένο μήνα η Ελληνική Αστυνομία ψέκασε άτομα με ειδικές ανάγκες σε αναπηρικά καροτσάκια, ενώ πρίν απο δύο μήνες επιτέθηκαν σε πολίτες που διαμαρτύρονταν ειρηνικά – απλά περπατώντας ούτε καν φωνάζοντας. Η Αστυνομία έριχνε δακρυγόνα και πέτρες χτυπώντας τους με μπαστούνια(γκλόπ) και σιδερένιες ράβδους. Πρίν απο τρείς μήνες συνέβησαν τα ίδια ακριβώς ενώ δεν δίστασαν να χτυπήσουν ακόμα και δημοσιογράφους που κρατούσαν φωτογραφικές μηχανές.

Τώρα, την στιγμή που γράφουμε αυτά τα λόγια, το Διαδίκτυο απειλείται από τον Μάκη Βορίδη, ένα πρόσωπο που την δεκαετία του 70′ και του 80′ ανήκε σε μια ομάδα παρόμοια με το ΚΚΚ και τώρα είναι μέλος του φασιστικού κόμματος στην Ελλάδα. Ο Βορίδης είναι τώρα υπεύθυνος για το Διαδίκτυο. Μια εβδομάδα μετά την «εκλογή» του (εξελέγη απο τους πολιτικούς και όχι απευθείας απο τον λαό), blogs που παρείχαν ελευθερία λόγου έκλεισαν, λογαριασμοί στο Facebook – κυρίως ακτιβιστών, Anons, αναρχικών,κομμουνιστών και trolls – διεγράφησαν. Τώρα ο Βορίδης και οι φίλοι του σχεδιάζουν να λογοκρίνουν όλους τους παρόχους Internet (ISPs), με πρόσχημα οτι το πράττει ώστε να ξέρει πότε μια «τρομοκρατική ενέργεια» θα πραγματοποιηθεί εναντίον των πολιτών. Κάθε αντίθετος πολιτικός λόγος που δεν είναι αρεστός στον φασισμό θεωρείται «τρομοκρατία». Οπότε ναι, αυτή είναι η Ελλάδα του σήμερα.

Χρειαζόμαστε την βοήθειά σας.

Εδώ είναι μερικές συνδέσεις που θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε την τρέχουσα κατάσταση στην Ελλάδα:
- Αθήνα 29-06-2011: Επίθεση της Ελληνικής Αστυνομίας εναντίον Ελλήνων πολιτών στην πλατεία Συντάγματος. http://www.youtube.com/watch?v=v_GZOD3R1Ek
- Ένας άνδρας λέει στην Αστυνομία «Φύγετε από αυτή την πλατεία και σας παρακαλώ μην με χτυπήσετε», ο μπάτσος όχι μόνο τον χτυπά αλλα του σπάει και το κεφάλι μπροστά στην κάμερα. http://www.youtube.com/watch?v=VlVML5ih2Qs
- Ο νέος υπουργός υπεύθυνος για το Διαδίκτυο, στην πρώτη δήλωσή του λέει «Συμφωνώ οτι οι συμπλοκές γίνονται από τους ανθρώπους αλλά δεν χρησιμοποιούν ούτε γκλοπ ούτε κράνη», η επόμενη εικόνα είναι όταν ο ίδιος κρατούσε ένα τσεκούρι κατα την διάρκεια της συμμετοχής του στην αντίστοιχη ομάδα με το ΚΚΚ. Αυτός ο άνθρωπος είναι αυτή την στιγμή υπεύθυνος για το Internet στην Ελλάδα  και είναι μέλος του φασιστικού κόμματος. Δεν εξελέγει απο εμάς αλλά απο την ίδια την κυβέρνηση. http://www.youtube.com/watch?v=4JStHrZltE4

Χρειάζεστε περισσότερες συνδέσεις? ΟΚ
- Περισσότερες πληροφορίες για τον Μάκη Βορίδη. http://www.nakedcapitalism.com/2011/11/mark-ames-austerity-fascism-in-greece-%E2%80%93-the-real-1-doctrine.html
- Βίντεο απο το #OpGreece, #OpSupportGreece και ανθρώπων που παρακολουθούν τις ταραχές και διαδηλώσεις.
http://www.youtube.com/watch?v=gKMSdtHRUgM
http://www.youtube.com/watch?v=o6M_syPX4Hk
http://www.youtube.com/watch?v=reL9PU-O3zI
http://www.youtube.com/watch?v=NhXFn0UZUFE
- Εικόνες της αστυνομικής βίας κατά την διάρκεια των ταραχών και διαδηλώσεων

Άρα τί πραγματικά συμβαίνει στην Ελλάδα αυτή την στιγμή? Γιατί όλη αυτή η βία?
Όλα ξεκίνησαν οταν ο πρώην Πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γιώργος Παπανδρέου άρχισε να μειώνει τις αποδοχές του λαού προσθέτοντας επιπλέον μέτρα λιτότητας. Τα μέσα ενημέρωσης συνέβαλαν στην διάδοση της προπαγάνδας οτι οι Έλληνες πολίτες είχαν ευθύνη για αυτό, ενώ στην πραγματικότητα η κυβέρνηση εξάντλησε τα χρήματα αυτά για ίδιον όφελος. ΟΧΙ. Οι Έλληνες πολίτες ειναι φτωχοί για σχεδόν 2 χρόνια τώρα, ενώ γίνονται ακόμα πιο φτωχοί  μέρα με την μέρα. Η κυβέρνηση δαπάνησε αυτά τα χρήματα σε προιόντα πολυτελείας όπως αυτοκίνητα, σπίτια, και γή. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτό μπορείτε να ψάξετε στο Google τις παρακάτω λέξεις-κλειδια: Vatopedi, Σκάνδαλο Siemens στην Ελλάδα, ελληνική υπόθεση υποκλοπής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων 2004.

Έτσι αυτό που συμβάινει αυτή την στιγμή στην Ελλάδα είναι :
- Οι άνθρωποι πληρώνουν περισσότερους φόρους, ακόμη κι αν δεν μπορούν να το αντέξουν οικονομικά
- Οι συντάξεις έχουν μειωθεί  τόσο που οι ηλικιωμένοι δεν μπορούν να διαθέσουν χρήματα ακόμα και για τα φάρμακά τους, το ενοίκιο ή τους λογαριασμούς τους
- Γίνονται εξώσεις σε πολίτες λόγω δανείων
- Η εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας (ΔΕΗ) αναγκάζει τους ανθρώπους να πληρώνουν πολύ περισσότερα απο οτι καταναλώνουν(ως φόρο ακινήτου) ειδάλως κόβουν την παροχή ρεύματος.
- Οι Τράπεζες έχουν την ευθύνη
- Τα ΜΜΕ προπαγανδίζουν και δεν αποκαλύπτουν τα πραγματικά γεγονότα όπως διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις, θανάτους, ξυλοδαρμούς, αστυνομική βία, πολιτικά σκάνδαλα κλπ
- Το να βρεί κάποιος εργασία είναι σπάνιο και ακόμα και αν βρέι η αμοιβή δεν είναι αρκετή
- Καταστήματα κλείνουν
- Τα σπίτια εγκαταλείπονται
- Οι άνθρωποι φεύγουν απο την Ελλάδα για να βρούν μια καλύτερη ζωή στο εξωτερικό
- Τα παιδιά λιποθυμούν απο την πείνα: http://www.newsit.gr/default.php?pname=Article&art_id=100921&catid=3
- Τοξικομανείς και άστεγοι άνθρωποι χρησιμοποιούν χρησιμοποιημένες-μολυσμένες με AIDS βελόνες ώστε να μπορούν να πάρουν τα 700€ που το κράτος αναγκάζεται να πληρώσει για τις δαπάνες τους.
- Διαδηλωτές πεθαίνουν, αιμορραγούν, υποφέρουν
- Το 70% των ελληνικών οικογενειών δεν θα ανάψει την θέρμανση κατά την διάρκεια του χειμώνα, λόγω του ότι δεν μπορούν να διαθέσουν οικονομικά για αυτό.
- 1.500.000 Έλληνες είναι άνεργοι
- Οι οικογένειες καταστρέφονται
- Ο μέσος Έλληνας αντιμετωπίζεται σαν «άχρηστος-ρύπος» απο τους πολιτικούς και τους ανθρώπους εκτός Ελλάδος, λόγω της προπαγάνδας  των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
- Η λογοκρισία ξεκίνησε, τα blogs κλείνουν, οι ακτιβιστές του Facebook στοχοποιούνται, η ελευθερία του λόγου απειλείται (ο Υπουργός Άδωνης Γεωργιάδης απείλησε δια τηλεοράσεως ότι το πολιτικό άσυλο οι ιστοσελίδες του δικτύου Indymedia θα πρέπει να αισθάνονται οτι απειλούνται τώρα που ανέλαβε αυτός http://www.dailymotion.com/video/xkqcyi_yyyyyy-yyyyyyyyyy-yyy-indymedia_news)
- Δημοσιογράφοι σκοτώνονται. http://en.wikipedia.org/wiki/Assassination_of_Sokratis_Giolias και πολλά πολλά άλλα.

Αυτή είναι η ζωή στην Ελλάδα σήμερα. Προσπαθούν να φιμώσουν όσους αγωνίζονται για τα ανθρώπινα δικαιώματά τους. Χρειαζόμαστε την βοήθεια σας, ώστε να επαυξηθεί η ευαισθητοποίηση για την Ελλάδα παγκοσμίως.
Για τα ελληνικά Links απλά χρησιμοποιήστε το Google Translate.

We are Anonymous
We are Legion
We do not Forget
We do not Forgive
Expect us.
Είς το όνομα του # OpGreece»

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

'Ονειρα υπό κατάληψη



Μια ταινία της κινηματογραφικής ομάδας του 2ου Λύκειου Πρέβεζας. Στην ταινία προβάλλεται η υπερβολική πίεση που δέχονται οι έφηβοι στη σύγχρονη εποχή με αποτέλεσμα να μη τους δίνονται τα περιθώρια να ακολουθήσουν τα όνειρα του και ψάχνοντας, αλόγιστα τις περισσότερες φορές, να βρουν τρόπους να ξεσπάσουν, έρχονται αντιμέτωποι με διαφόρων ειδών αρνητικά αποτελέσματα.

Ένα μεγάλο μπράβο στα παιδιά από όλη την ομάδα του POETRY BAR!

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Βίντεο από τη συγκέντρωση για τον Παναγιώτη Αβδίκο




Το κλίμα έξω από τον Κορυδαλλό, όταν φτάσαμε εκεί, θύμιζε εμπόλεμη ζώνη: παντού ασφαλίτες, βαθμοφόροι, κλούβα με Ματατζήδες, ΔΙΑΣ να περιφέρονται παντού, μπλόκα σε όλα τα στενά.

Εν τω μεταξύ, γύρω στα 5 άτομα κινδυνεύσαμε άμεσα να συλληφθούμε, όταν ένας Ματατζής έκρινε προκλητικό το κοίταγμα ενός συντρόφου... Καταφέραμε, όμως, δυναμικά να φτάσουμε μέχρι το νοσοκομείο του Κορυδαλλού και να δώσουμε την συμπαράστασή μας στον δίκαιο αγώνα του Παναγιώτη για λευτεριά.

Η ανταπόκριση μέσα από την φυλακή ήταν άμεση και δυναμική. Καταφέραμε να μας μιλήσει και ο Παναγιώτης, ο οποίος έδειξε αποφασισμένος να συνεχίσει τον αγώνα του μέχρι να δικαιωθεί.

Στη συνέχεια πήγαμε και στις γυναικείες φυλακές σε συμπαράσταση στη Στέλλα Αντωνίου.

Τώρα, όσον αφορά την κατάσταση υγείας του Παναγιώτη, τα πράγματα δυσκολεύουν μέρα με την μέρα... Απ΄ό,τι μου είπε σε τηλεφωνική συνομιλία που είχαμε, τον κάλεσε η εισαγγελέας φυλακών και του είπε ότι θα του βάλουν με το ''ζόρι'' ορό για να τελειώνουν μαζί του. Ο Παναγιώτης της απάντησε, ότι στα χέρια τους θα πέσει μόνο αν βρεθεί σε κώμα και ότι σκέφτεται να κόψει και το νερό. Άλλωστε μια μέρα πριν την διαμαρτυρία, σκόπευαν να τον γυρίσουν σε κελί, αφού εντέχνως είχαν διαδόσει ότι ο Παναγιώτης σταμάτησε την απεργία πείνας. Η αντίδραση, μετά από ενημέρωση που μας έκανε ο Παναγιώτης ήταν άμεση: μιλήσαμε με την διευθύντρια του νοσοκομείου και την εγκαλέσαμε ότι σε περίπτωση που πάθει κάτι ο κρατούμενος, η ευθύνη θα είναι και δικιά της. Αυτή προσπάθησε να τα ρίξει στον γιατρό (άλλωστε πρόκειται για ες-ες) το αποτέλεσμα, πάντως, ήταν ότι η μεταφορά σε κελί αποφεύχθηκε.

Εν ολίγοις, η υγεία του Παναγιώτη έχει ήδη υποστεί ανήκεστες βλάβες και ανά πάσα στιγμή μπορεί να πέσει σε κώμα, αφού και τα επίπεδα σακχάρου είναι πολύ χαμηλά, αλλά και το γεγονός ότι κάνει κατακράτηση υγρών (και εξ αιτίας αυτού δεν μπορεί να περπατήσει) δείχνουν το επικίνδυνο της κατάστασης.

Εντός ολίγων ημερών θα υπάρξει βίντεο και φωτογραφίες από την κινητοποίηση αυτή στο Κορυδαλλό.
Ο αγώνας που δίνει ο Παναγιώτης Αβδίκος για την ζωή, την αξιοπρέπεια και την ελευθερία μας θέλει όλους/ες συμπαραστάτες. Δεν πρέπει να τον εγκαταλείψουμε σ' αυτήν τη δύσκολη στιγμή, από την αλληλεγγύη μας θα πάρει την δύναμη να παλέψει μέχρι την τελική νίκη.

Κανένας μόνος του μέσα στα κελιά.

Η θέληση μας για αποτελεσματική αλληλεγγύη στην υπεράσπιση του Ανθρώπου, δεν οπισθοχωρεί μπρος σε κανέναν, δεν διαπραγματεύεται, δεν κάμπτεται.


Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

TI EINAI H ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;

του Φώτη Τερζάκη

ΜΕΝΕΙ ΑΚΟΜΑ ΝΑ εκτιμηθεί ψύχραιμα το κίνημα της Πλατείας Συντάγματος, η ελληνική αυτή εκδοχή τής Puerta del Sol (που αντήχησε έως και, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, κάποιον μακρινό κραδασμό των αραβικών εξεγέρσεων), ενάντια στις μεθοδεύσεις μιας επικίνδυνης κυβέρνησης η οποία έδεσε καταστροφικά τη χώρα στο άρμα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας, κατ’ εντολήν του διευθυντηρίου των Βρυξελλών, για την έσχατη λεηλασία. Η αφ’ υψηλού απαξίωσή του από αρκετούς καθαρολόγους τού ακροαριστερού είτε του αντιεξουσιαστικού χώρου παραβλέπει την υπόγεια δυναμική που συνδέει μ’ ένα αόρατο νήμα τη βίαιη έκρηξη του Δεκέμβρη 2008, το οργισμένο μαζικό ξεχείλισμα της 5ης Μαΐου 2011 που πυρπόλησε υπουργεία και πολιόρκησε το Κοινοβούλιο (το οποίο ανακόπηκε τραυματικά από τους νεκρούς τής Marfin) και τούτη την τελευταία, πολυπληθέστερη όσο κι ετερόκλητη κινητοποίηση που ο φαινομενικά πιο αναποφάσιστος χαρακτήρας της συνδυάστηκε με ασυνήθιστη για τέτοιου είδους φαινόμενα διάρκεια και ανθεκτικότητα. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο υπερβολικός ενθουσιασμός και η μυθοποίησή του δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό. Όλη η δύναμη και η αδυναμία τής κινητοποίησης του Συντάγματος φανερώθηκε τη 15η Ιουνίου όταν, χωρίς φανερή άσκηση βίας (αλλά επιδεικνύοντας εξαιρετική ευελιξία και αντοχή στην ακραία αστυνομική βία) οδήγησε σε πτώση την κυβέρνηση Παπανδρέου μόνο με τον όγκο και με την αταλάντευτη επιμονή της· και ταυτόχρονα όταν, ανίκανη να προχωρήσει αποφασιστικά στο πολιτικό κενό που η ίδια δημιούργησε, να αναδείξει δυνάμεις από το εσωτερικό της ικανές να μορφοποιήσουν τη συσσωρευμένη οργή σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική αντεξουσίας, έχασε το κρίσιμο στιγμιαίο προβάδισμα, άφησε όλο τον χρόνο στην κυβέρνηση να ανασυγκροτηθεί (με τη βοήθεια των ισχυρών ––εσωτερικών κι εξωτερικών–– προστατών της) ανοίγοντας τον δρόμο για την κορύφωση και την πτώση της, μέσα σ’ έναν παροξυσμό αστυνομικής ωμότητας, στις δραματικές 28 και 29 του μηνός. Παρ’ όλ’ αυτά, η εμπειρία του Συντάγματος με τις ανοιχτές του συνελεύσεις, τα δίκτυα επικοινωνίας γύρω του και  με τις καλά συντονισμένες ομάδες εργασίας έχει να επιδείξει ορισμένα στοιχεία πρωτόγνωρα στην κουλτούρα της ελληνικής ακροαριστεράς που πρέπει να εκτιμήσουμε και να επεξεργαστούμε με προσοχή – κι εύχεται κανείς να γίνουν έναυσμα για πολιτική ωρίμανση εκείνων τουλάχιστον ομάδων της κοινωνίας που αναπόφευκτα θα ξαναβρεθούν προ επειγουσών εξεγερσιακών προκλήσεων μέσα τον καιρό που έρχεται.

Ένα σύνθημα πρυτάνευσε στη διάρκεια όλων αυτών των κινητοποιήσεων, σε τέτοιον βαθμό και από τόσο διαφορετικά στόματα που γεννιούνται εύλογες επιφυλάξεις για τη σοβαρότητα και, κυρίως, για τον βαθμό κατανόησής του απ’ όλους εκείνους οι οποίοι μ’ ευκολία και σε κάθε θεμιτό ή αθέμιτο συμφραζόμενο το επικαλούνταν: το σύνθημα της «άμεσης δημοκρατίας». Αναπόφευκτα, η λεκτική κατάχρηση, κάποιες φορές μέχρι παρωδίας, πυροδότησε εύλογους ––και κάποτε αρκετά οξείς–– αντιλόγους, ιδίως από την πλευρά των συντηρητικών επικριτών τής αυθόρμητης κινητοποίησης (χωρίς διόλου να εξασφαλίζεται ότι οι ίδιοι κατανοούσαν καλύτερα το νόημά του). Υπάρχει ανάγκη λοιπόν να αποσαφηνιστεί τί είναι αυτό για το οποίο μιλάμε. Ένα μικρό βιβλίο, σε μεγεθος μπροσούρας, κυκλοφόρησε στις αρχές τού Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, το Σκέψεις για την άμεση δημοκρατία του Γιώργου Λιερού (Εκδόσεις των Συναδέλφων: Αθήνα 2011), το οποίο μοιάζει να θέτει στον εαυτό του αυτό τον σκοπό. Πρώτο βιβλίο τού συγγραφέα του (παρότι ο ίδιος έχει μακρά σταδιοδρομία και πείρα στον κινηματικό χώρο), θα μπορούσε να διαβαστεί πέραν οτιδήποτε άλλου και ως ένα «μανιφέστο της Πλατείας Συντάγματος», με την έννοια ότι μορφοποιήθηκε στη διάρκεια των παραπάνω γεγονότων και σε πολλά σημεία του μαρτυρεί μιαν απόπειρα να εννοιοποιηθούν εμπειρίες που κερδήθηκαν από τους συμμετέχοντες ––και τον ίδιον–– στην πορεία τους. Γραμμένο σε ύφος θερμό και διακηρυκτικό, επιχειρεί προπαντός να εντάξει την έννοια της «άμεσης δημοκρατίας» στη μεγάλη επαναστατική νεωτερική παράδοση, που έχει ως εμβληματική αφετηρία την Κομμούνα του Παρισιού (αν όχι την ίδια τη Γαλλική Επανάσταση), διαφυλάσσεται σε όλο τον εικοστό αιώνα στην κιβωτό του αναρχισμού και του συμβουλιακού κομμουνισμού και τροφοδοτεί τα περισσότερα σύγχρονα χειραφετησιακά και αντικαπιταλιστικά κινήματα. Και για να δώσω προκαταβολικά τη θέση του, όπως τη συνοψίζει ο ίδιος, σε ένα απόσπασμα το οποίο ανοίγει όλα σχεδόν τα ζητήματα που θεωρεί ότι διακυβεύονται στον ορισμό της: «Παρουσιάσαμε την άμεση δημοκρατία όχι μόνο σαν μια μορφή πολιτειακής οργάνωσης αλλά επίσης σαν ένα αξιακό σύστημα, σαν μια αντίληψη για τον άνθρωπο, σαν μια πρόταση πολιτισμού η οποία έχει βαθιές ρίζες στην ανθρώπινη ιστορία. Η άμεση δημοκρατία θέτει στο κέντρο τον άνθρωπο ως πρόσωπο, ως μοναδικό άτομο, ατομική κοινοτική ύπαρξη. Βασίζεται στον πρόσωπο με πρόσωπο διάλογο. Δεν πρόκειται καθόλου για ένα αμιγώς πολιτικό αίτημα· συνάδει με την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, την αυτοδιαχείριση, τη δραστική μείωση του εργάσιμου χρόνου, με την ανατροπή της καταναλωτικής κοινωνίας, δηλαδή μιας κοινωνίας που βασίζεται στην επιταχυνόμενη οικονομική μεγέθυνση, που έχει την οικονομία ως απόλυτη προτεραιότητα» (σελ. 56-57).

Μοιάζει αυτονόητο ίσως για πολλούς από μας, αλλά δεν είναι. Διότι η πρώτη σοβαρή παρανόηση της «άμεσης δημοκρατίας» είναι εκείνη που την εκλαμβάνει ως αίτημα αυτοτελώς πολιτικό – ως μορφή διακυβέρνησης, για να το πούμε έτσι, η οποία ανακαλεί περισσότερο ή λιγότερο ασαφώς το μοντέλο της αρχαίας ελληνικής πόλεως, ιδίως της κλασικής Αθήνας. Υπήρξαν έως και κάποιοι που θέλησαν να συρρικνώσουν την έννοια της άμεσης δημοκρατίας στη δημοψηφισματική μορφή (!) – για να καταλήξουν, αναμενόμενα, στην καταγγελία της ως μορφής οιονεί ολοκληρωτισμού όπου οι προκαταλήψεις της πλειοψηφίας μπορούν να επιβληθούν τυραννικά σε ευάλωτες μειονότητες. Από τις πολλές αναρτήσεις που εμφανίστηκαν εκείνες τις ημέρες στο Διαδίκτυο, αξίζει να παρακολουθήσουμε την επιχειρηματολογία ενός κειμένου με τίτλο «Η άμεση δημοκρατία είναι ολοκληρωτισμός» (protagon.gr, 1/6/20110), υπογεγραμμένου από τον δικηγόρο Βασίλη Σωτηρόπουλο.

Ανεξάρτητα από την πολιτική προέλευση της πολυπληθούς μαγιάς προβληματιζόμενων και αγανακτισμένων πολιτών […] το αίτημα προσανατολίζεται προς την «άμεση» κι όχι την «πραγματική» Δημοκρατία. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο ότι η Δημοκρατία ταυτίζεται κατά τη γνώμη πολλών με την επιβολή των αποφάσεων της πλειοψηφίας […] Η «πραγματική» Δημοκρατία αποτελείται από δύο πυλώνες: την αρχή της πλειοψηφίας, αλλά και την αρχή του κράτους δικαίου […] Δεν μπορούμε να έχουμε πραγματική Δημοκρατία μόνο με την αρχή της πλειοψηφίας, γιατί έτσι θα τραυματιζόταν ανεπίτρεπτα μια σύγχρονη κατάκτηση του πολιτισμού: ο σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ο οποίος αναγνωρίζεται ακόμη και για αντιδημοφιλείς κοινωνικές ομάδες, για μειονότητες, μειοψηφίες, ή ακόμη και για ατομικές περιπτώσεις, όπως ο χειρότερος εγκληματίας, τον οποίο μια Δημοκρατία πρέπει να αντιμετωπίζει με πλήρη αναγνώριση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αλλιώς έχει αποτύχει η ίδια ως σύστημα. Οι άμεσες εκτελέσεις χωρίς δίκη δεν είναι ίδιον ενός κράτους δικαίου, αλλά ενός περιβάλλοντος στο οποίο απλώς επιβιώνει  ο πιο δυνατός […] Γι' αυτό γίνεται δεκτό ότι υποθέσεις που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς  εμπίπτουν στον πυλώνα του κράτους δικαίου, δεν επιτρέπεται να αποτελούν ύλη δημοψηφίσματος. Η παραδοχή αυτή στην Ελλάδα είχε υποστηριχθεί το πρώτον πριν δέκα χρόνια, όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία συγκέντρωνε υπογραφές ζητώντας δημοψήφισμα για την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Ήταν ένα λάθος: επιχειρούσε να μεταθέσει στην πλειοψηφική αρχή ένα ζήτημα που αφορούσε αποκλειστικά το κράτος δικαίου και το θεσμικό πλαίσιο των προσωπικών δεδομένων, ένα πεδίο που δεν μπορεί να τεθεί σε κρίση με όρους πλειοψηφίας-μειοψηφία γιατί συνιστά εξ ορισμού ένα θέμα ανθρώπινων δικαιωμάτων […] Ακόμη και η πρόσφατη διαδικασία διαδικτυακών διαβουλεύσεων, στις οποίες έχει θέσει η κυβέρνηση τα νομοσχέδια, απέδειξε ότι η πλειοψηφία σχεδόν πάντοτε είναι εχθρική απέναντι στο διαφορετικό, το μειοψηφικό, το εναλλακτικό […] Αρκεί να διαβάσει κανείς τα γεμάτα μίσος σχόλια που έχουν γραφτεί εναντίον των μεταναστών, των Εβραίων αλλά και των γκέι και λεσβιών, στην δημόσια διαβούλευση για το νέο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο: η ύπαρξη όλων αυτών των επιθέσεων στο νομοσχέδιο αποτελεί την πιο ανάγλυφη τεκμηρίωση της αναγκαιότητας ενός νόμου που θα τιμωρεί τις εκδηλώσεις μίσους με κίνητρο την φυλή, την εθνική καταγωγή, την θρησκεία και τον σεξουαλικό προσανατολισμό/ταυτότητα φύλου […] Ένα δίκαιο και δημοκρατικό δημοψήφισμα δεν μπορεί παρά να αφορά αποκλειστικά και μόνον το  εκλογικό σώμα. Γι' αυτό μέχρι τώρα τα δημοψηφίσματα στην Ελλάδα αφορούσαν  το θέμα της μορφής του πολιτεύματος.  Εάν το εκλογικό σώμα αρχίζει να αποφασίζει για τρίτους ή για αντιδημοφιλείς/μειοψηφικές ομάδες (τους μετανάστες, τους «αλλόθρησκους», τους πολίτες διαφορετικής εθνοτικής προέλευσης, τους γκέι και τις λεσβίες), τότε θα μιλάμε για τυραννία της πλειοψηφίας κι όχι για δημοκρατία. Εάν τα δικαστήρια αποτελούνται αποκλειστικώς από πολίτες, τίποτε δεν θα μπορέσει να αποτρέψει άδικες αποφάσεις που βασίζονται στις συγκυριακές επιλογές της εκάστοτε πλειοψηφούσας τάσης (το «κοινό περί δικαίου αίσθημα») κι όχι στις κατοχυρώσεις των διεθνών συνθηκών και των συνταγματικών κειμένων που αποκρυσταλλώνουν γενικές ομοφωνίες για μια σειρά από στοιχειώδεις νομικές παραδοχές. Η διεύρυνση των αμεσοδημοκρατικών θεσμών ενέχει αυτόν τον πολύ σοβαρό κίνδυνο για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η επιχειρηματολογία αυτού του κειμένου είναι ενδιαφέρουσα ––είναι και ο λόγος για τον οποίον το παρέθεσα δια μακρών–– επειδή αρθρώνει με συνεκτικότητα και ευλογοφάνεια μία επίκριση στην άμεση δημοκρατία «από τ’ αριστερά», όπως λέμε, από τη σκοπιά τού συνηγόρου των κοινωνικών δικαιωμάτων. Η ουσία της θέσης του έγκειται στην παραδοχή ότι στα σύγχρονα συνταγματικά μορφώματα ο νομοθέτης βρίσκεται πολύ πιο μπροστά από τις λαϊκές μάζες, οι οποίες άγονται και φέρονται από αβασάνιστες προκαταλήψεις και ιδιοτέλειες ικανές να θέσουν σε κίνδυνο τη συνοχή του κοινωνικού συνόλου, και ίδιως τις αδύναμες μειοψηφίες. Ποιος μπορεί να αρνηθεί την εμπειρική αλήθεια αυτής της παρατήρησης; Το επιχείρημα βέβαια δεν είναι νέο. Στο κλασικό του γραπτό που επιγράφεται Για την αιώνια ειρήνη (1795) ο Καντ, έχοντας μπροστά στα μάτια του εκείνο που του φαινόταν ως βίαιες εκτροπές της Γαλλικής Επανάστασης, κατήγγελλε τη δημοκρατία ως τυραννία των πλειοψηφιών, εν όψει τού κινδύνου της οποίας θεμελίωνε μια συνηγορία υπέρ της Πεφωτισμένης Δεσποτείας (της ποθούμενης τότε στην Πρωσία Συνταγματικής Μοναρχίας). Η ιδέα τού «κράτους δικαίου» που επικαλείται εδώ ο κος Σωτηρόπουλος (και οι απανταχού σοσιαλδημοκράτες των ημερών μας) είναι απευθείας κληρονόμος αυτής της Πεφωτισμένης Δεσποτείας. Επειδή προϋποθέτει ότι τα μέλη μιας πολιτικής συλλογικότητας είναι κατ’ ανάγκην ιδιοτελείς δρώντες με γνώμονα το ατομικό τους συμφέρον (η έννοια του bourgeois), μια ανεξάρτητη αρχή καθίσταται αναγκαία, υπεράνω του κοινωνικού σώματος, η οποία νομοθετεί και άρχει υπό την ιδεώδη σκοπιά τής καθολικής πολιτικής ιδιότητας (η έννοια του citoyen). Η πολιτική φιλοσοφία που υποκρύπτεται πίσω από τις εμπειρικά ορθές παρατηρήσεις τού κου Σωτηρόπουλου, είναι η κλασική αστική σοφία που λέει ότι μια κοινωνία χωρίς κράτος είναι η ζοφερή επικράτεια του homo homini lupus.
           
 Και η λογική αυτή εκλαμβάνει τις αστικές κοινωνίες ως ιδεότυπο της ανθρώπινης κοινωνίας εν γένει. Εδώ έγκειται η πρώτη αποφασιστική πλάνη, διότι η νεωτερική αστική κοινωνία, της οποίας η συνοχή είναι ήδη διερρηγμένη από πρωτοφανείς ανισότητες στην κατανομή πλούτου και ισχύος, από σκληρούς ταξικούς ανταγωνισμούς και κυρίως από την υποδούλωση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού στην καταναγκαστική μισθωτή εργασία, είναι μάλλον η εξαίρεση παρά ο κανόνας στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών: όπως έχει συχνά επισημανθεί, ανάμεσα σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, η νεότερη βιομηχανική είναι εκείνη που παρουσιάζει τον μικρότερο βαθμό ομοιόστασης, δηλαδή, προστασίας τον μελών της. Ακόμη και σε αρχαίες δουλοκτητικές κοινωνίες, και σε στρατιωτικές αυτοκρατορίες, ο βαθμός κοινωνικής συνοχής, αλληλεγγύης και σχετικής ισότητας που εδιατηρείτο στην κοινωνική βάση ––όσα δηλαδή κάνουν μία κοινωνία κοινωνία–– είναι συντριπτικός σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή που αναδύθηκε από την Αναγέννηση και μετά. Ο ανυπέρβατος διχασμός τού αστού σε bourgeois και citoyen είναι η ατομική έκφραση της ιδιάζουσας παθολογίας των νεωτερικών αστικών κοινωνιών, που πολιτική της έκφραση είναι ακριβώς η μορφή «κράτος». Εμφανώς λοιπόν, η «λήψη των αποφάσεων απ’ όλους» έχει πολλά και αυστηρά προαπαιτούμενα, και το πρώτο μεταξύ αυτών είναι ––πριν καν μιλήσουμε για αλληλεγγύη––– η σχετική, εντός κάποιων ορίων, ισότητα ισχύος. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω ιδιαίτερα, ελπίζω, επί του ότι κάθε διαβούλευση υπό όρους σοβαρής ανισότητας μεταξύ των διαβουλευομένων είναι απλώς παρωδία· οι αρχαίοι Αθηναίοι τουλάχιστον δεν υποκρίνονταν ότι συνδιασκέπτονται με τους δούλους τους – πράγμα που κάνουν οι σύγχρονες «δημοκρατίες», αφότου αποφάσισαν ν’ αποδώσουν «ίσα» πολιτικά δικαιώματα στην εργατική τάξη.
           
 Αυτά όλα σημαίνουν ότι άμεση δημοκρατία όχι μόνο δεν σημαίνει απλώς «δημοψήφισμα», αλλά προπαντός ότι δεν μπορεί να νοηθεί ως αφηρημένη πολιτική διαδικασία, διαχωρισμένη δηλαδή από κοινωνικά, οικονομικά και άλλα περιεχόμενα που αφορούν τους πραγματικούς, υλικούς όρους ύπαρξης των συμμετεχόντων. Για να έχει ο όρος κάποιο νόημα, συνυποθέτει δεσμευτικά την άρση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής – που θα πρέπει να ακολουθηθεί, αναμφίβολα, από άρση και πολλών άλλων ειδών ανισοτήτων… Αυτό, υποθέτω, εννοεί ο Γ. Λιερός όταν ορίζει την άμεση δημοκρατία ως «ένα αξιακό σύστημα, μια αντίληψη για τον άνθρωπο, μία πρόταση πολιτισμού». Προφανώς λοιπόν το αντίθετο της «άμεσης δημοκρατίας» δεν είναι η «πραγματική δημοκρατία» (πιστεύω να έγινε σαφές ότι μόνη πραγματική δημοκρατία είναι η άμεση δημοκρατία, ορθά εννοημένη) αλλά εκείνο που στις ημέρες μας και στην τρέχουσα ρητορική λέμε «αντιπροσωπευτική δημοκρατία».
             
Το αντιπροσωπευτικό σύστημα, που καθιερώθηκε την εποχή των μεγάλων αστικών επαναστάσεων, είναι εκείνο που διαφοροποιεί τη νεώτερη, αστικοφιλελεύθερη εκδοχή δημοκρατίας από το μοντέλο που μας παρέδωσε η αρχαία πόλις. Στη ρητορική των θεωρητικών τού πρώιμου φιλελευθερισμού, η εκδοχή αυτή είναι η μόνη συμβατή με το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών· στην πράξη εγκαινιάζει μια ολοένα διευρυνόμενη αποξένωση ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους (η ουσία του σχηματισμού «κράτος») που χαρακτηρίζει τις νεωτερικές κοινωνίες, η οποία επρόκειτο να διευρυνθεί τόσο μετά την κρατικομονοπωλιακή μεταμόρφωση του καπιταλισμού, περίπου ανάμεσα στους δύο παγκοσμίους πολέμους, που πλέον είναι αδύνατο να χρησιμοποιηθεί καν χωρίς εισαγωγικά. Αν την κλασική εποχή του αστικού φιλελευθερισμού τα κοινοβούλια αποφάσιζαν ερήμην των λαϊκών μαζών, οι οποίες δεν είχαν τρόπο να εκπροσωπηθούν, σήμερα, στην εποχή του ύστερου, «ολοκληρωτικού» καπιταλισμού οι κρίσιμες αποφάσεις παίρνονται ερήμην των ίδιων των κοινοβουλίων! Αυτή είναι η ουσία τής πολυσυζητούμενης στις ημέρες μας «κρίσης τής πολιτικής», που υποδηλώνει ταυτόχρονα τη χρεωκοπία οιασδήποτε έννοιας δημοκρατίας, με ή χωρίς εισαγωγικά.
             
Η μετάβαση λοιπόν από την αρχαιοελληνική στις νεωτερικές αντιλήψεις περί δημοκρατίας είναι, ακριβώς, η μετάβαση από ένα σύστημα σύγκλησης ολόκληρου του πολιτικού σώματος κι εναλλασσόμενης «δια κληρώσεως» συμμετοχής στα δημόσια αξιώματα στην αρχή τής εκλογικής «αντιπροσωπευτικότητας» και την επαγγελματική ανάληψη των αξιωμάτων από μια κρατική γραφειοκρατία. Όσο ιλιγγιώδης κι αν είναι αυτή η μετάβαση, παρά ταύτα, καθοριστικότερο συστατικό των νεωτερικών πολιτειακών αντιλήψεων δεν είναι τόσο η αρχή της αντιπροσωπευτικότητας όσο η αρχή του διαχωρισμού ανάμεσα σε πολιτική μορφή και κοινωνικό ––οικονομικό ή άλλο–– περιεχόμενο (σύμπτωμα της οποίας είναι οι διχασμοί που προανέφερα, του αστικού υποκειμένου σε bourgeois και citoyen, ιδιώτη και πολίτη, και της πολιτικής κοινότητας σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους, κοινωνία και κράτος). Αν το κατανοήσουμε αυτό, θα καταλάβουμε αμέσως γιατί και η προσφυγή στο παράδειγμα της ελληνικής πόλεως δεν αρκεί για να προσδιορίσουμε ένα νεωτερικό περιεχόμενο της «άμεσης δημοκρατίας». Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε πολιτική μορφή και κοινωνικό περιεχόμενο αναφαίνεται ήδη εν σπέρματι στο ελληνικό πολιτειακό μόρφωμα (είναι η διάκριση οίκος/πόλις), που συνυφαίνεται με τον σαφώς ταξικό χαρακτήρα των πατριαρχικών και δουλοκτητικών ελληνικών κοινωνιών. Εν κατακλείδι, το πρόβλημα μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: ακόμη και αν ορθά προσφεύγουμε στην ελληνική δημοκρατία προκειμένου ν’ ασκήσουμε κριτική στις σύγχρονες μορφές πολιτικής αποξένωσης, μέχρι ποιου σημείου μπορούμε να επιμείνουμε σε ένα παράδειγμα ταξικής κοινωνίας ως πρότυπο για μία αταξική κοινωνία; Διότι αυτό είναι το νόημα της άρσης του διαχωρισμού ανάμεσα σε πολιτική μορφή και κοινωνικό περιεχόμενο, και αυτό είναι τα νόημα που πρέπει να αποδώσουμε σήμερα στον όρο «άμεση δημοκρατία»: προϋπόθεση για τη συμμετοχή όλων στη λήψη αποφάσεων ––άρση της διάκρισης κυβερνώντων/κυβερνωμένων–– είναι η ισότιμη πρόσβαση όλων σε δύναμη, πληροφορία και πηγές πλούτου, που είναι αδιανόητη χωρίς την εξάλειψη των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής. Η δημοκρατία είτε θα είναι μία μορφή κομμουνισμού είτε δεν θα υπάρχει καθόλου.

Αυτό ακριβώς, κατά τη γνώμη μου, είναι που κάνει σαφές η ανάλυση του Γ. Λιερού. Διαχωρίζει προσεκτικά τα παραδείγματα της αρχαίας ελληνικής πόλεως, του πρώιμου φιλελευθερισμού και της υστεροκαπιταλιστικής ολοκληρωτικής «δημοκρατίας», και φέρνει στη συζήτηση ένα ακόμα ιστορικό παράδειγμα μεγάλης αξίας – τις αρχαϊκές, «ακέφαλες» λεγόμενες, φυλετικές κοινωνίες (αξίζει να παρατηρηθεί μάλιστα ότι η υστερομεσαιωνική πόλη, που από πολλούς θεωρητικούς συνυπολογίζεται στο παράδειγμα της ελληνικής πόλεως, έχει από κάποιες πλευρές πολύ περισσότερα κοινά με τέτοιες αρχαϊκές κοινότητες). Διορατικά ο Γ. Λιερός καταλήγει επ’ αυτού: «Η άμεση δημοκρατία είναι ο παλαιότερος και μακροβιότερος τύπος του πολιτεύεσθαι. Επικράτησε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τού ανθρώπινου πολιτισμού, ο οποίος έχει ηλικία μερικών δεκάδων χιλιάδων ετών· το Κράτος […] είναι πολύ νεώτερο, ξεκίνησε μόλις 5-6.000 χρόνια πριν. Η άμεση δημοκρατία ήταν ο τρόπος οργάνωσης των αρχαϊκών κοινωνιών που ανθούσε σε ένα μεγάλο μέρος τού πλανήτη ακόμα και πριν λίγους αιώνες. Έχει σημαδέψει βαθιά το είδος μας και θα μπορούσε να θεωρηθεί “ειδολογικό” μας χαρακτηριστικό» (σελ. 23-24). Προσφεύγοντας εν παρόδω στον Μαρξ, στη Λούξεμπουργκ, στον Γκράμσι, στην Χάννα Άρεντ, δείχνει ως δεσμευτικό περιεχόμενο της άμεσης δημοκρατίας την «κατάργηση» της εργατικής τάξης, δηλαδή την απολύτρωση τής ανθρωπότητας από τη μισθωτή εργασία, και την άρση της διάκρισης ιδιωτικού/δημοσίου – όχι με την έννοια που συντελέστηκε στον ύστερο καπιταλισμό, ως αποικιοποίηση της δημόσιας σφαίρας από τα γιγαντιαία ιδιωτικά συμφέροντα, αλλ’ αντιστρόφως, ως κατάλυση της ίδιας τής έννοιας του «ιδιωτικού συμφέροντος» (θα μπορούσε κάποιος να πει, επίσης: εξάλειψη της διαστροφικής ιδέας του κέρδους) μέσα στις ελεύθερες και αμφίδρομες ανταλλαγές μιας εθελουσίως ανειλημμένης συλλογικότητας. Τέλος, με την πεποίθηση ότι «το σύστημα των συμβουλίων είναι η μορφή άμεσης δημοκρατίας που ενδείκνυται στα μεγέθη και την περιπλοκότητα μιας σύγχρονης κοινωνίας» (σελ. 36), υποδεικνύει οργανωτικά σχήματα για τις λειτουργίες της άμεσης δημοκρατίας σε απελευθερωμένες ζώνες ή κοινότητες: συμβούλια γειτονιάς, σχολείων και εργασιακών χώρων, επιμέρους επιτροπές και ομάδες εργασίας, συνελεύσεις επάλληλων βαθμίδων με αιρετούς εκπροσώπους και οριζόντιες μορφές επικοινωνίας, Γενική Συνέλευση ως ανώτατο όργανο (που έχει, εκτός των άλλων, και το δικαίωμα ελέγχου επί των ομάδων των επιφορτισμένων με την άσκηση βίας). «Μακροπρόθεσμα», γράφει, «στην κατεύθυνση μιας ελεύθερης ανθρωπότητας, τα έθνη-κράτη θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους όχι σε υπερεθνικές αλλά σε υποεθνικές πολιτικές οντότητες (πόλεις, περιφέρειες, ομοσπονδίες ανεξάρτητων τοπικών κοινοτήτων, κτλ.). Πάρα πολλοί λαοί, ένας μεγάλος πλούτος από διακριτούς πολιτισμούς, θα απάρτιζαν μια ελεύθερη ανθρωπότητα» (σελ. 37).

Μία από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου είναι εκεί που, προς το τελευταίες του σελίδες, ασκώντας αυστηρή κριτική στους Negri και Hardt και στις επιπόλαιη εκ μέρους τους χρήση τής έννοιας του «νομαδισμού» (που κατάγεται από την εξίσου προβληματική έννοια της «απεδαφικοποίησης» του μέντορά τους Jules Deleuze), καταδεικνύει τη σημασία της γης και του τόπου για τη θεμελίωση μιας βιώσιμης αυτονομίας και, άρα, δημοκρατίας. Δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό να δώσω ένα εκτενές παράθεμα (που μπορεί κανείς να προσυπογράψει λέξη προς λέξη):  

Στον «νομάδα» του Νέγκρι μπερδεύεται κατεργάρικα ο «νομαδισμός» των μεσαίων και ανώτερων στελεχών της παγκόσμιας οικονομίας, των διανοουμένων, των πανεπιστημιακών, των γραφειοκρατών των υπερεθνικών οργανισμών και των δημοσιογράφων που παράγουν ιδεολογία για την αγορά με τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα των κολασμένων της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής […] Στην πραγματικότητα, το σχήμα τού Νέγκρι έχει μια εγκυρότητα όσον αφορά την κινητικότητα των από πάνω. Η παγκόσμια αγορά δεν είναι παρά ένα δίκτυο τοπικών, εθνικών, περιφερειακών αγορών και γιγαντιαίων αστικών συγκροτημάτων. Στην κανονική λειτουργία του συστήματος συμπεριλαμβάνονται ζώνες υψηλής τεχνολογικής ανάπτυξης αλλά και ειδικές ζώνες στις οποίες έχει αρθεί η προστασία των εργαζομένων από το εργατικό δίκαιο, φορολογικοί παράδεισοι, σφαίρες οι οποίες είναι παραδομένες στη δραστηριότητα του οργανωμένου εγκλήματος, ζώνες ανομίας, κτλ. Η συνοχή τού όλου υπό την εξουσία του κεφαλαίου συντελείται μέσω μιας πυκνής κυκλοφορίας εικόνων, ψηφιοποιημένων πληροφοριών, κεφαλαίων, εμπορευμάτων αλλά και ανθρώπων: τα στελέχη κινούνται συνεχώς σ’ ένα κύκλωμα το οποίο έχει μια σχετική ομοιογένεια στους βασικούς του κόμβους. Πράγματι, τα αεροδρόμια, τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων, τα μέγαρα επιχειρήσεων, οι μεγάλοι οδικοί άξονες, τα ακριβά εμπορικά κέντρα ή τα ακριβά εστιατόρια είναι πάνω κάτω τα ίδια στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, τη Σαγκάη, το Σάο Πάολο, ακόμη και στο Λάγκος […] Η παγκόσμια ελίτ φαίνεται να έχει απεριόριστη δύναμη και μοιράζεται τις ίδιες αξίες, τον ίδιο τρόπο ζωής και τον ίδιο πολιτισμό. Χωρίς καμία ––«κοσμική» ή μη–– επιφοίτηση αυτοί οι «νομάδες» μιλούν την ίδια γλώσσα: τα αγγλικά […] Στις υποβαθμισμένες περιοχές η φτώχεια και η ανεργία είναι μεγάλες, οι υποδομές είναι κακές ή ανύπαρκτες, η κοινωνική πρόνοια υποτυπώδης. Εδώ, σε πολλές περιπτώσεις το κράτος δικαίου, η έννομη τάξη και τα ανθρώπινα δικαιώματα τελούν υπό αναστολή και η αστυνομία επιβάλλεται ως ξένος στρατός κατοχής. Συχνά δεν τηρούνται καν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού. Σ’ αυτές τις περιοχές ζούνε εκείνοι που αναλαμβάνουν τις βαριές και κακοπληρωμένες δουλειές, εδώ χωροθετούνται οι ρυπογόνες βιομηχανίες και οι παραγωγικές μονάδες έντασης εργασίας […] Πρέπει να αντιληφθούμε αυτό το μοντέλο στον δυναμισμό και τη ρευστότητά του με τις οριζόντιες διασυνδέσεις του, την ιεραρχία των επιπέδων και τις ανατροπές σε αυτή την ιεραρχία. Έτσι θα έχουμε ένα σχήμα που προβάλλει στον χώρο την ταξική διάρθρωση της παγκόσμιας κοινωνίας στις συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς και ταυτόχρονα εξηγεί τις αιτίες των μεταναστευτικών ροών […] Σήμερα, εκτός από την ελευθερία της μετακίνησης, εξίσου σημαντικό είναι να υπερασπιστούμε το δικαίωμα των ανθρώπων να μπορούν να μείνουν στον τόπο τους. Αυτό όμως το δικαίωμα δεν μπορεί να κατακτηθεί χωρίς την απελευθέρωση του (κάθε) τόπου, χωρίς την «έξοδο» από την παγκόσμια αγορά κι εντέλει χωρίς την ανατροπή του παγκόσμιου πολιτικοκοινωνικού συστήματος που στηρίζεται στην τελευταία (σελ. 46-51 passim).

Ένα τελευταίο σημείο που αξίζει να επισημάνει κανείς στο έργο του Γ. Λιερού είναι η έμμονα επανερχόμενη έμφαση σε μία αξιακά φορτισμένη ιδέα ατομικότητας. Ενδεικτικά, γράφει επ’ αυτού: «Το ζητούμενο της άμεσης δημοκρατίας είναι η ανασύσταση της ανθρώπινης κοινότητας σε μια κλίμακα μεγέθους στην οποία κάθε άνθρωπος που είναι μέλος της να έχει τη δυνατότητα ο ίδιος προσωπικά, με τα λόγια και τις πράξεις του, να καθορίσει την τύχη της. Αυτή η ανθρώπινη κοινότητα, μια κοινότητα σύμπραξης και συνομιλίας, είναι μια συλλογικότητα που αποτελείται από “μοναδικά άτομα” και δρα ή θέτει κανόνες για τον εαυτό της όπως η ίδια θεωρεί καλύτερα. Σαν κοινότητα βοηθάει τον καθένα στις κοινοτικές του ανάγκες σ’ ένα πνεύμα αλληλεγγύης […] Εδώ το κάθε άτομο αναλαμβάνει ως προσωπική του ευθύνη τις υποθέσεις της κοινότητας» (σελ. 40-41)· και αλλού: «Αυτό το πάντρεμα της συλλογικότητα μ’ ένα έντονα ατομικιστικό πνεύμα επιτυγχάνεται όταν οι άνθρωποι βρίσκονται μαζί, συνομιλούν και μπορούν να δρουν από κοινού με την ατομική πρωτοβουλία του καθένα. Όποτε συνέβη […] έδωσε λαμπρά, μοναδικά επιτεύγματα που σήμερα τα θαυμάζουμε και τα διεκδικούμε ως κοινή μας ανθρώπινη κληρονομιά. Το ίδιο ατομικιστικό πνεύμα εκδηλώνεται, παρά τους αναγκαίους περιορισμούς στους οποίους αναφερθήκαμε προηγουμένως, μέσα στους επαναστατικούς στρατούς και αποτελεί το μυστικό της τρομερής πολεμικής τους αποτελεσματικότητας» (σελ. 31-32). Είναι μια επισήμανση που έχει μεγάλη σημασία, θεωρώ, επειδή στο πλαίσιο της παραδοσιακής φιλελεύθερης ρητορικής ατομικότητα και κοινοτισμός παρουσιάζονται ως αντίμαχες δυνάμεις. Το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας είναι αδύνατο να υποστηριχθεί χωρίς την προηγούμενη αποδόμηση αυτού τού άκρως συσκοτιστικού αστικού ιδεολογήματος που έχει αποκτήσει ισχύ απρόσβλητου δόγματος (μία άλλη έκφρασή του στην ξύλινη γλώσσα του αγοραίου φιλελευθερισμού είναι η παροιμιώδης αντίθεση ελευθερίας/ισότητας…). Δεν χρειάζεται να προχωρήσει κανείς πολύ μακριά για να δείξει πώς η αστικοφιλελεύθερη κατασκευή της ιδιοτελούς, κτητικής ατομικότητας κορυφώνεται ακριβώς με την παταγώδη καταβαράθρωση του ατόμου στις ολοκληρωτικές, υπερδιευθυνόμενες κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού… Αν κατανοήσουμε σωστά την έννοια της άμεσης δημοκρατίας λοιπόν, ως αξιακό πρόταγμα του οποίου η πραγμάτωση απαιτεί τον ριζικό μετασχηματισμό της εμπειρικής πραγματικότητας, «αυτού που βρίσκεται άμεσα ––και ωμά–– ενώπιόν μας» (όπως αξίωνε κάποτε ο Χέγκελ εν γένει για τη σκέψη), τότε θα πρέπει και να δειχθεί πως πέραν οτιδήποτε άλλου συνυποβάλλει, ως καταστατική για τον ίδιο της τον ορισμό, μία ριζικά νέα αντίληψη περί των σχέσεων ατόμου-κοινότητας, κατά τη σημασία που εμπεριέχεται στην ελληνική λέξη πρόσωπο δυνάμει του συστατικού της αναφορικού.
 
 

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Ένα κείμενο που είχε γραφτεί, εν θερμώ, λίγες μέρες μετά την έκρηξη του Δεκέμβρη του 2008 και το είχαμε φιλοξενήσει ως αρχείο pdf (και ακόμα το έχουμε), για κατέβασμα. Επ' ευκαιρία της επετείου αυτής της αποφράδας μέρας που ένα παιδί έχασε τη ζωή του τόσο άδικα και που έγινε αφορμή για μια εξέγερση που δεν είχε ξαναδεί ο τόπος μετά το Πολυτεχνείο, δημοσιεύουμε αυτό το κείμενο στον κυρίως κορμό του ιστότοπου μας καθώς θεωρούμε ότι τα ζητήματα που θίγονται σ' αυτό είναι επίκαιρα σήμερα όσο και τότε.


ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ



Η απεργία είναι φυσικόν γεγονός, το οποίον δεν εξετάζεται από απόψεως νομιμότητος, όπως δεν εξετάζει κανείς εάν βρέχη ή δεν βρέχη κατά Σύνταγμα και κατά νόμον, εάν πεινά κανείς νομίμως ή δεν πεινά, εάν έχωμεν κυκλώνα ή θαλασσοταραχήν ή εκρήγνυται κεραυνός σύμφωνα με το Σύνταγμα ή με τους κειμένους νόμους.

[Απάντηση του ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ επί Οικουμενικής Κυβερνήσεως του 1927 όταν κατεσυκοφαντούντο οι πρώτοι δημόσιοι υπάλληλοι απεργοί]


Αγαπητέ Κώστα,

Μια βίαιη κοινωνική έκρηξη, όπως αυτή των ημερών που ακόμα ζούμε, δεν είναι ποτέ κάτι εύκολο να κατανοηθεί. Όποιος προσπαθεί να μιλήσει δημόσια και να μεταφράσει σε μονοσήμαντες σημασίες πράξεις ετερόκλητες, με διαφορετικά κίνητρα εκ μέρους διαφορετικών δρώντων και σε κυμαινόμενο βαθμό τυφλές (δηλαδή: μη επαρκώς αναστοχασμένες από τους ίδιους τους φορείς τους) πρέπει να ριγεί από το βάρος της ευθύνης και από το συντριπτικό φορτίο του καθήκοντος που αναλαμβάνει. Το αντίθετο ακριβώς, δηλαδή, από την εγκληματική επιπολαιότητα με την οποία είδαμε να μιλούν αυτές τις ημέρες οι εκπρόσωποι του πολιτικού κατεστημένου και οι επαγγελματίες δημαγωγοί των ΜΜΕ. Ιδίως ο λεγόμενος αντιεξουσιαστικός χώρος, με τον οποίον εξακολουθούν να μας συνδέουν συγκεκριμένοι και καθόλου συγκυριακοί προσωπικοί και ιστορικοί δεσμοί, έχει μπροστά του ένα δύσκολο έργο: όχι μόνον επειδή γίνεται αντικείμενο αισχρής και αστόχαστης κατασυκοφάντησης (η οποία εν συνεχεία θα οπλίσει το επόμενο αστυνομικό χέρι), ούτε βέβαια επειδή ανταποκρινόμενος σε τυχόν ναρκισσιστικές του αυτοεικόνες θα όφειλε να διεκδικήσει δάφνες επαναστατικής πρωτοπορίας (αυτό ταιριάζει μόνο στα σταλινικά κόμματα), αλλά προπαντός επειδή είναι ο μόνος που δεν έχει να αποκομίσει κανένα βραχυπρόθεσμο ή μεσοπρόθεσμο κοινωνικό, οικονομικό ή πολιτικό όφελος από οιαδήποτε πρακτική έκβαση των πραγμάτων, οπότε τα συμφέροντά του συμπίπτουν θέλοντας και μη με την επιδίωξη της αλήθειας.

            Η αλήθεια όμως είναι το πιο πολύπλοκο πράγμα που υπάρχει και, θα το πω ακόμα μία φορά, δεν υπάρχει τρόπος να την προσεγγίσεις παρά μόνο ξηλώνοντας επίμονα το δίχτυ των παραμορφώσεων και των ψεμμάτων που υφαίνουν όσοι έχουν επενδυμένα συμφέροντα στη σύγχυση και στην αδιαφάνεια, στη διατήρηση υπαρχουσών ισορροπιών δύναμης, στην εξουσιαστική στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε» που στις κρισιμότερες στιγμές στρέφει τη μία κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης. Αν υπάρχει κάτι ελπιδοφόρο μέσα στα συνταρακτικά γεγονότα που μόλις  ζήσαμε είναι ότι, για πρώτη φορά απ’ όσο θυμάμαι μετά και τους τελευταίους σπασμούς της δικτατορίας, το σχέδιο αυτό δεν λειτούργησε, στον βαθμό τουλάχιστον που επιδιωκόταν. Ακόμα κι εκείνοι που έγιναν αναίτια θύματα της ανεξέλεγκτης τροχιάς των γεγονότων, μικροκαταστηματάρχες, έμποροι, καθημερινοί άνθρωποι συχνά ένα βήμα πριν από τα όρια της απελπισίας, πιεσμένοι ήδη τρομακτικά από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, από τη δραματική υποβάθμιση των όρων της ζωής τους και από την υποκινούμενη υπερχρέωση η οποία τούς υποσχέθηκε τη συμμετοχή σε έναν καταναλωτικό παράδεισο που απομακρύνεται σαδιστικά μέσ’ από κάθε κίνηση με την οποία πασχίζουν να τον πλησιάσουν, όλοι αυτοί οι μικροαστοί «νοικοκυραίοι» της λαϊκιστικής ρητορικής των κρατούντων έδειξαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα μια εντυπωσιακή αμφιθυμία: μιαν απροθυμία, δηλαδή, να συνταχθούν απερίφραστα με τις δυνάμεις του κράτους και της καταστολής… Γιατί; Διότι, προφανώς, άρχισαν να βλέπουν για πρώτη φορά κάπως καθαρά τη συνεργία του υπάρχοντος κράτους με τους μηχανισμούς της αυξανόμενης  κοινωνικής ανισότητας οι οποίοι τούς συντρίβουν.
               
            Αυτή η συνειδητοποίηση είναι ίσως το πολυτιμότερο μάθημα των πρόσφατων κοινωνικών αναταράξεων, και αυτήν ακριβώς είναι που προσπάθησαν λυσσαλέα να συσκοτίσουν μέσα στον στρόβιλο των γεγονότων όλοι σχεδόν οι φορείς δημοσίου λόγου: κομματικοί εκπρόσωποι, τηλεοπτικά κανάλια, μεγάλα συγκροτήματα του τύπου. Όλοι ήταν πρόθυμοι να καταδικάσουν τη δολοφονία του μικρού μαθητή, ακόμα και να επικρίνουν σφοδρά την «αντιδημοκρατικότητα» της αστυνομίας ––την οποία βέβαια την ίδια στιγμή εγκαλούσαν επειδή δεν επενέβη δυναμικά στα επεισόδια της Δευτέρας και της Τρίτης–– υπό τον όρον ότι το πράγμα θα περιοριζόταν εκεί: δεν θα γινόταν λόγος για την πολιτική διαφθορά, για την κατάφωρη ευθύνη και των δύο κομμάτων εξουσίας, για τη συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια η οποία ανατινάζει από τα μέσα κάθε λειτουργία δημοκρατίας, για τις εφιαλτικές ανισότητες μιας κοινωνίας που παράγει διαρκώς αποκλεισμό για όλο και μεγαλύτερα τμήματά της πετώντας τα απλώς να πεθάνουν στον δρόμο… Εν ολίγοις, για το ότι η ίδια η κοινωνία έχει προ πολλού διαλυθεί, σαν αποτέλεσμα της σύλληψης και της λειτουργίας της ως αγοράς με μοναδική κινητήρια δύναμη το κεφαλαιοκρατικό κέρδος.

            Το ζήτημα της αστυνομικής βίας είναι βέβαια τρομακτικά σοβαρό, χάνει όμως κάθε σημασία από τη στιγμή που συζητιέται αποσυνδεδεμένο. Η αστυνομία δεν είναι δημοκρατικός μηχανισμός – και από αυτή την άποψη είναι γελοία τα όσα ακούστηκαν και κατά καιρούς ακούγονται για «εκδημοκρατισμό της αστυνομίας»: μια πραγματικά δημοκρατική αστυνομία δεν θα ήταν καθόλου αστυνομία, θα ήταν λαϊκή πολιτοφυλακή… Μια «δημοκρατική αστυνομία» είναι αντίφαση εν τοις όροις, όσο ακριβώς είναι αντίφαση εν τοις όροις να βαφτίζουμε τις κεφαλαιοκρατικές κοινωνίες της αγοράς «δημοκρατίες». Πόσο τυφλός, πόσο παραπλανημένος, πόσο ανεγκέφαλος πρέπει να είναι κάποιος δηλαδή για να μη βλέπει πως η δημοκρατία, με οιαδήποτε έννοια του όρου, συνυποθέτει αυστηρά έναν κρίσιμο βαθμό κοινωνικής ισότητας; Όταν κάποιος έχει τη δύναμη να αγοράσει (και να πουλήσει) την εργασία μου, τον χρόνο μου, το σώμα μου και την ίδια την επιβίωσή μου, τί θα ήταν γι’ αυτόν ευκολότερο από το ν’ αγοράσει τη γνώμη μου; Να αγοράσει κατά συνέπεια την ψήφο μου, τις πολιτικές μου πεποιθήσεις, τη δημόσια και ιδιωτική συμπεριφορά μου; Να μη γελιόμαστε· δεν υπάρχει τίποτε απολύτως στις σημερινές κοινωνίες που να δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό τους «δημοκρατίες» – ούτε βεβαίως η ύπαρξη κοινοβουλίων, εξ ου και η απαξίωσή τους από ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας… Το να πει κάποιος ––όπως ακούσαμε κυβερνητικό εκπρόσωπο να λέει–– ότι όσοι περιφρονούν το κοινοβούλιο είναι οπαδοί του σκοταδισμού και της δικτατορίας γεννάει τουλάχιστον υπόνοιες για τη διανοητική του επάρκεια, διότι ακόμα κι ένα παιδί θα μπορούσε να εννοήσει το πρόδηλο σημαινόμενο της απαξίωσης: το γεγονός δηλαδή ότι στις κοινωνίες της ξέφρενης κεφαιοκρατικής συσσώρευσης έχουν ήδη αρθεί οι περιεχομενικές διαφορές κοινοβουλευτισμού και δικτατορίας.

            Ως μηχανισμός περιφρούρησης ενός κράτους φτιαγμένου έτσι ώστε να διασφαλίζει την ανισότητα του πλούτου και της ισχύος, η αστυνομία είναι κατ’ ανάγκη ένας μηχανισμός καταστολής: δουλειάς της είναι να βιαιοπραγεί, να βασανίζει και, όταν είναι ανάγκη, να σκοτώνει… Όσο αμείλικτο κι αν ακούγεται αυτό, δεν χρειάζεται να μας εμποδίζει να δούμε τα πράγματα και από την ανθρώπινη πλευρά του αστυνομικού. Βεβαίως, από τον ίδιο τους τον χαρακτήρα μηχανισμοί όπως ο στρατός και η αστυνομία είναι φυσικό να ασκούν έλξη σε κάποιες ιδιαίτερες χαρακτηρολογίες ανθρώπων: βαριά ψυχαναγκαστικούς, σαδομαζοχιστικές προσωπικότητες, ασταθή εγώ με παρανοϊκή δομή στα όρια του διωκτικού παραληρήματος… Για τον ίδιο λόγο δεν μπορούν οι μηχανισμοί αυτοί να πάψουν να αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία με νεοφασιστικές οργανώσεις, δεδομένου ότι με τον όρο «νεοφασισμός» κατανοούμε κυρίως την πολιτική μορφή που ενδύονται τέτοιου είδους ψυχοπαθολογίες. Εξίσου παράλογο θα ήταν όμως να πιστέψουμε ότι όλοι όσοι εργάζονται στις δυνάμεις ασφαλείας ή και στον στρατό ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία (αναρωτιέμαι μάλιστα εάν συνιστούν καν πλειοψηφία…). Διότι προφανώς για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, ιδίως από τη βάση της ταξικής πυραμίδας, το πράγμα γίνεται αντιληπτό σαν μία δουλειά όπως όλες οι άλλες, και μάλιστα ένα είδος δουλειάς που ανέκαθεν έδινε τη δυνατότητα σε παιδιά ταπεινής καταγωγής να σταδιοδρομήσουν ανοδικά στην κοινωνική ιεραρχία, πράγμα που σε άλλα πεδία τούς ήταν απαγορευμένο. Ως εργαζόμενοι, οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται αντιμέτωποι με μία απεριόριστα ταπεινωτική συνθήκη, στα όρια του ανθρώπινου – διότι το να πρέπει να υπακούς, το να ενεργείς αποκλειστικά κατ’ εντολήν και να σου είναι απαγορευμένη κάθε προσωπική κρίση, επιλογή και αυτενέργεια είναι ίδιον μόνο του δούλου, για του οποίου την ανθρώπινη υπόσταση, ως γνωστόν, είχαν αμφιβολίες μερικοί από τους εξοχότερους κατά τ’ άλλα διανοητές της αρχαιότητας… Από τη θέση αυτή, ο «υπερβάλλων ζήλος» πολλών αστυνομικών θα μπορούσε ακόμα και να ιδωθεί ως η έσχατη διεκδίκηση ––διεστραμμένη και παραπλανημένη φυσικά–– της στραγγαλισμένης τους αυτονομίας. 

            Θέλω να πω, δηλαδή, ότι το να κατηγορούμε προσωπικά κάποιους αστυνομικούς, και μάλιστα με δακρύβρεχτους ηθικολογισμούς, είναι απλή εθελοτυφλία. Ισοδυναμεί με το να συγκαλύπτουμε το πρόβλημα του δομικού ρόλου της αστυνομίας σε κοινωνίες όπου η ταξική βία αναβλύζει διαρκώς, ακατάπαυστα, μέσ’ απ’ όλες τις θεσμικές πτυχές (και της οποίας θύματα δεν είναι λιγότερο οι ίδιοι οι αστυνομικοί, ανεξαρτήτως τού πόσο μπορούν να το καταλάβουν): πολύ πιο αποκαλυπτική επ’ αυτού, πιστεύω, είναι η αθέμιτη και κατά συρροήν συνεργία αστυνομίας και δικαστικής εξουσίας, αυτή που εξασφαλίζει τη συστηματική ατιμωρησία των αστυνομικών εγκλημάτων καταστρατηγώντας ακόμα και τους κατ’ επίφασιν κανόνες που έχουν ανάγκη για τη νομιμοποίησή τους οι αυταποκαλούμενες «δημοκρατίες». Αλλά ούτε κι αυτό αρκεί, διότι όσο το πρόβλημα δεν είναι απλώς ζήτημα ατομικής αυθαιρεσίας, άλλο τόσο δεν είναι απλώς ζήτημα «θεσμικής δυσλειτουργίας»: σε κοινωνίες από τη σύστασή τους σχεδιασμένες βάσει του παραδείγματος της αγοράς, όπου όλες οι λειτουργίες τους είναι αιχμάλωτες στον χαλύβδινο μηχανισμό της κυκλοφορίας και της αναπαραγωγής του εμπορεύματος, πράγμα που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη μονοπώληση του πλούτου και της ισχύος από όλο και πιο περιορισμένες ελίτ και στην αυξανόμενη περιθωριοποίηση όλο και μεγαλύτερων κομματιών του πληθυσμού, η «ομαλή» λειτουργία των θεσμών δεν έχει λιγότερο απάνθρωπες συνέπειες από τη δυσλειτουργία τους. 

            Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι ελίτ σπανίως είναι ορατές. Αφήνουν την οργή να εκτονώνεται στον κυματοθραύστη της αστυνομίας, παραδείγματος χάριν, και αν αυτό δεν αρκέσει δεν έχουν κανένα πρόβλημα σε δεύτερο βήμα να θυσιάσουν και μία κυβέρνηση: τί ευκολότερο από το ν’ αγοράσουν μια επόμενη; Τις ημέρες αυτού του Δεκεμβρίου που τον απόηχό τους ακόμα ζούμε στην Ελλάδα, η συναίνεση συμπήχθηκε στο πρώτο βήμα: τα κροκοδείλια δάκρυα για τον «αδικοχαμένο Αλέξη» υπέδειξαν αμείλικτα τον αποδιοπομπαίο τράγο ––την «αστυνομική αυθαρεσία»–– και απαγόρευσαν οιαδήποτε κίνηση πέραν της αόρατης διαχωριστικής που έσυραν. Και η διαχωριστική αυτή τέμνει εγκαρσίως πολλά επίπεδα: στο επίπεδο της μαζικής έκρηξης, ας πούμε, είμαστε όλοι στο πλευρό των μαθητών που διαδηλώνουν ειρηνικά για τον θάνατο του συμμαθητή τους αλλά καταγγέλλουμε (και θα πατάξουμε ανελέητα) οιοδήποτε ξεχείλισμα οργής ενάντια στην κοινωνία· στο επίπεδο των πολιτικών αντιδράσεων, αντίστοιχα, επικρίνουμε την ανεπάρκεια της αστυνομίας, τα δημοκρατικά ελλείματα των κρατικών υπηρεσιών, την αναποτελεσματικότητα της παρούσας κυβέρνησης  κλπ. αλλά θα διασύρουμε πολιτικά (εάν δεν μπορούμε να διώξουμε και ποινικά) όποια συντεταγμένη πολιτική δύναμη καταγγέλλει το πολιτικό σύστημα στο συνολό του και αρνείται να υπογράψει δημοσίως δήλωση αποκήρυξης της απεριόριστης κοινωνικής διαμαρτυρίας. Στη θέση αυτή βρέθηκε παρεμπιπτόντως ο ΣΥΡΙΖΑ, το μόνο πολιτικό κόμμα που έδειξε να ξυπνάει από τον μακρύ λήθαργο της εξαχρειωτικής συναίνεσης και να αποκτά επιτέλους στοιχειώδη αντανακλαστικά πολιτικής αριστεράς. Προφανώς δεν γνωρίζουμε ποια είναι τα κίνητρα του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε καν εάν είναι κοινά σε όλες τις συνιστώσες του, ωστόσο είναι αποκαλυπτικό του τρέχοντος πολιτικού ήθους ότι όλοι έσπευσαν να του αποδώσουν το πιο χαμερπές ––την αθέμιτη ψηφοθηρία–– ανίκανοι προφανώς να διανοηθούν ότι κάποιος θα ήταν ποτέ δυνατό να λειτουργεί διαφορετικά στον πολιτικό στίβο απ’ ό,τι αυτοί οι ίδιοι. Και φυσικά δεν εκπλήσσει η αρραγής συμπαράταξη του ΚΚΕ με τις αντιδραστικές δυνάμεις, η χαφιεδίστικη δημαγωγία και πρακτική του (που όπως ήταν αναμενόμενο επαινέθηκε αφειδώς από τους θεματοφύλακες του νόμου και της τάξης), όσους τουλάχιστον θυμόμαστε τα ιστορικά εύσημα της παράδοσής του στην καταστολή των μεγάλων εξεγέρσεων του αιώνα που πέρασε – από την Ισπανική Επανάσταση μέχρι το Ιταλικό ’68 και μέχρι την εκκαθάριση της αριστερής αντιπολίτευσης στον Ελληνικό Εμφύλιο ή τη στήριξη των γραφειοκρατικών τυραννιών της Ανατολικής Ευρώπης (τα οποία ξαναθυμήθηκε πρόσφατα όταν, στο τελευταίο του παραλήρημα εθνοπατριωτικού μεγαλοϊδεατισμού, αναστήλωσε το ειδεχθές φάντασμα του νεκροθάφτη των κομμουνιστικών οραμάτων)... 

            Γιατί αυτή η κυβέρνηση θα μπορούσε να πέσει εύκολα, χωρίς μάλιστα μεγάλο κόστος για τις κυρίαρχες ελίτ. Δεν έπεσε επειδή το ΠΑΣΟΚ δεν ήθελε τούτη τη στιγμή να πιει το πικρό ποτήρι της εξουσίας, γνωρίζοντας ότι η εναλλαγή που εκπροσωπούσε ήταν αδύνατο να θίξει τις πηγές της λαϊκής δυσαρέσκειας, κι επειδή το ΚΚΕ επίσης δεν ήθελε τούτη τη στιγμή να μετρήσει εκλογικά την απώλεια των κοινωνικών δυνάμεων που μέχρι χθες κρατούσε ζηλότυπα εγκλωβισμένες στη χειραγωγική τακτική του (και τις οποίες ελπίζει να επανακτήσει όταν κοπάσει ο αναβρασμός). Όλοι ωστόσο γνωρίζουν καλά πως αυτός ο κλυδωνισμός δεν ήταν όπως οι προηγούμενοι. Κατέρρευσε κατ’ αρχάς ο μύθος των «εκατό-διακοσίων κουκουλοφόρων» (που στην ξύλινη γλώσσα των χειραγωγών της δημοσιότητας χρησιμοποιείται κατ’ επανάληψιν ως συνώνυμο των προσδιορισμών «αναρχικοί» και «αυτόνομοι», γυμνωμένων από την αυτονόητη ––και ιστορική–– πολιτική τους συνδήλωση καθώς στην αμβλεία νοημοσύνη τους έχουν το νόημα περίπου βρισιάς), πάντα με τον συνοδευτικό υπαινιγμό της έξωθεν υποκίνησης· δεν μπορείς όμως να ποινικοποιήσεις δύο-τρεις χιλιάδες ανθρώπους από άκρη σε άκρη της χώρας, και ακόμα λιγότερο να τους στιγματίσεις ως υποκινούμενους, προβοκάτορες ή εγκαθέτους… Η μαζικότητα αυτής της κινητοποίησης, η επέκτασή της σαν πυρκαγιά σε αναπάντεχα στρώματα του πληθυσμού και σε ηλικίες, το ανυποχώρητο πείσμα της, ακόμα και ο βαθμός συναίνεσης που για πρώτη φορά σε αυτή τη χώρα απέσπασε ακόμη και από εκείνους οι οποίοι δεν συμμετείχαν εξαρχής, ακόμη και από εκείνους που πραγματικά υλικά τους συμφέροντα θίχτηκαν από το ανεξέλεγκτο ξεχείλισμα βίας, δημιουργεί αυτομάτως ένα μέτρο σύγκρισης μόνο με το Πολυτεχνείο και τη Νομική (όχι τυχαία σε αυτές τις σχολές, κατειλημμένες ακόμα τη στιγμή που γράφω, συγκροτήθηκαν τα άτυπα διαβουλευτικά όργανα της εξέγερσης, βεβαίως εκ των υστέρων…). Μίλησαν και μιλούν πολύ όλ’ αυτά τα χρόνια για «τέλος της Μεταπολίτευσης»· πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή σηματοδοτήθηκε το πραγματικό τέλος της Μεταπολίτευσης, όπως με το Πολυτεχνείο και τη Νομική σηματοδοτήθηκε το πραγματικό τέλος της Δικτατορίας.

            Μια τέτοια εκτίμηση, που ανοίγει ένα ελάχιστο χάσμα ελπίδας σε μία συνθήκη πραγμάτων η οποία ως χθες έμοιαζε απολύτως αδιέξοδη, δεν μπορεί ούτε και χρειάζεται να είναι ενθουσιώδης πανηγυρισμός. Αντιλαμβάνομαι, όπως κι εσύ, ότι τέτοιοι εκρηκτικοί σπασμοί της κοινωνίας έχουν μέσα τους όψεις οι οποίες είναι ανθρώπινο να μας λυπούν βαθιά και αφήνουν πραγματικές πληγές στο κοινωνικό σώμα. Ούτε όμως, από την άλλη πλευρά, είναι δική μας δουλειά να ηθικολογούμε στο κενό· εκείνο που χρειάζεται είναι να καταλάβουμε τη βαθιά λογική των γεγονότων. Όσο κατακριτέα πράγματα κι αν είναι η αδιάκριτη καταστροφικότητα ή το λεγόμενο πλιάτσικο από μία αφηρημένα ηθική σκοπιά, οσοδήποτε τυφλές και αν είναι ως ενέργειες, δεν παύουν να έχουν αντικειμενική σημασία και βάρος, το οποίο εμείς πρέπει να κατανοήσουμε και να μεταφράσουμε σε πρόσφορους πολιτικούς όρους. Αυτά τα κατακριτέα φαινόμενα είναι μάλιστα, λέω, οι πιο αποφασιστικοί δείκτες του πραγματικού κοινωνικού περιεχομένου. Οι άνθρωποι που ενήργησαν έτσι ––μετανάστες, άνεργοι, άστεγοι, κάθε είδους περιθωριοποιημένοι και οπωσδήποτε φτωχοί, άνθρωποι δηλαδή εξωθημένοι στα όρια της κοινωνικής εκμηδένισης που εκδικούνται γι’ αυτή τους τη θέση–– δηλώνουν τα ίδια τα όρια αντοχής του κοινωνικού δεσμού: το μη παρέκει του αποκλεισμού και της καταρράκωσης, το σημείο ανατίναξης των μηχανισμών της ανισότητας. Οι άνθρωποι αυτοί έγιναν πολλοί, πάρα πολλοί μέσα στα τελευταία δέκα-είκοσι χρόνια. Και αν κοιτάξουμε τί συμβαίνει σε παγκόσμια κλίμακα, θα δούμε ότι τα δύο τρίτα του πληθυσμού της γης βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε παρόμοια θερμοκρασία βρασμού... Τι θα γίνει όλος αυτός ο ανθρώπινος πόνος, η απαντοχή, η ανείπωτη δυστυχία και απόγνωση – αν όχι λεπίδι στη σφαγίτιδα φλέβα των κατεχόντων; 

Αν παρατηρήσει κάποιος το είδος των εξεγέρσεων που είχαμε από τη δεκαετία του ’80 και ύστερα ––στο Μπρίξτον, στο Λος Άντζελες, στα προάστεια του Παρισιού, κοκ.–– θα δει ότι όλες είχαν αυτό το χαρακτηριστικό της μανίας και της ανεξέλεγκτης καταστροφικότητας, που είναι στοιχείο μουγκό και τυφλό, ξένο σε κάθε είδους συντεταγμένη διεκδίκηση ή πολιτική, με τη συμβατική έννοια του όρου, διαμαρτυρία…. Σκεφτόμουν τις ημέρες αυτές ότι ίσως ούτε ο όρος «κοινωνική εξέγερση» είναι πλέον ακριβής για να περιγράψει τέτοιου είδους αναταράξεις: πολύ περισσότερο πρέπει να μιλάμε για κοινωνικό πόλεμο, που θα παίρνει όλο και πιο ωμές, όλο και πιο άγριες, όλο και εφιαλτικές μορφές στο διαφαινόμενο μέλλον. Ο Γαλλικός Μάης ήταν ακόμα μία κοινωνική εξέγερση, με την έννοια ότι διαδραματιζόταν στο πλαίσιο της μεταδιαφωτιστικής τυπικής δημοκρατίας όπου λειτουργούσε ακόμα ένα ίζημα αυτού που αποκαλούμε δημόσια σφαίρα, διαδικασίες κοινωνικής διαβούλευσης, οσοδήποτε υπονομευμένες, στα πλαίσια των οποίων υπήρχε ακόμα η δυνατότητα άρθρωσης αιτημάτων και διεκδικήσεων στην παραδοσιακή πολιτική γλώσσα. Στην μανιώδη και ξέφρενη πορεία που πήρε ο καπιταλισμός στην τελευταία υπερώριμη φάση του μετά τη δεκαετία του ’70, η ίδια η δημόσια σφαίρα αλώθηκε ανεπανόρθωτα, το πεδίο των πολιτικών διαμεσολαβήσεων εξαρθρώθηκε και η αυξανόμενη συγχώνευση των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών με τους μηχανισμούς του εθνικού κράτους σηματοδότησε μια διαδικασία μη αναναστρέψιμου εξολοκληρωτισμού των μεταβιομηχανικών κοινωνιών – που μέσω της αποκαλούμενης «παγκοσμιοποίησης» σύρει τώρα στο σιδερένιο δίχτυ του ολόκληρο τον πλανήτη. Χωρίς το παραδοσιακό πεδίο των πολιτικών διαμεσολαβήσεων δεν υπάρχει πλέον χώρος αναπνοής για κοινωνικά κινήματα, με ό,τι όρος σήμαινε από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης και μετά. Όταν όμως η ανθρώπινη αγανάκτηση και οδύνη δεν έχει τον χώρο και τα μέσα για να διερμηνευθεί σε έλλογη διαμαρτυρία και πολιτικό πρόταγμα, τόσο είναι μοιραίο να επανενσκήψει ως αυτό που στις υλικές της ρίζες είναι: ανεξέλεγκτο φυσικό φαινόμενο, παλιρροϊκό κύμα ή έκρηξη ηφεστείου που στο διάβα του παρασύρει και κατακαίει αδιακρίτως δικαίους και αδίκους… Γι’ αυτό λέω ότι ο κοινωνικός πόλεμος είναι το διαφαινόμενο μέλλον των κοινωνικών εξεγέρσεων στις κοινωνίες μας.  

            Κώστα, είναι τρεις μήνες τώρα που προσπαθώ να τελειώσω ένα πολιτικό βιβλίο. Έντεκα άρθρα ή δοκίμια που έγραψα και δημοσίευσα μέσα στην τελευταία πενταετία, έξι από τα οποία συνοδευόμενα από ένα αυτοτελές Υστερόγραφο, σύνολο δεκαεφτά κείμενα (ανάμεσά τους κι εκείνο που δημοσιεύεις σε αυτό το τεύχος του Πανοπτικού σου  με τίτλο «Η απατηλή ρητορεία των δικαιωμάτων»). Τους έδωσα τον γενικό τίτλο Κεφάλαια κριτικής των ιδεολογιών στην αυγή του 21ου αιώνα και ήμουν έτοιμος να τα παραδώσω στον εκδότη, όταν το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης και κάποιες περί αυτήν συζητήσεις με ανάγκασαν να προσθέσω την τελευταία στιγμή ένα κομμάτι (Μέρος ΙΙ του κειμένου που επιγράφεται «Μεταμορφώσεις της εργασίας και παρούσες προοπτικές»). Ολοκλήρωσα έτσι το βιβλίο και το παρέδωσα, όμως καθώς η κρίση έπαιρνε όλο και πιο καταιγιστικές διαστάσεις παγκοσμίως ήμουν όλο και λιγότερο ικανοποιημένος: ένιωθα πως υπήρχαν ακόμη πολλά να ειπωθούν, όχι εντελώς κοινότοπα ελπίζω, πράγμα που υπέκυψα τελικώς τελικώς στον πειρασμό να κάνω γράφοντας ένα πρόσθετο κείμενο με τίτλο «Το ψεύδος της οικονομίας και η τρίτη διατύπωση της καντιανής προσταγής». Μ’ ένα αίσθημα ανακούφισης εγκατέλειψα πλέον το βιβλίο στη φροντίδα του εκδότη του, όταν ήρθε αυτός εδώ ο καταιγισμός των γεγονότων μπροστά μας, δίπλα μας, που με αναγκάζει και πάλι να γράψω… Έχω ένα οδυνηρό αίσθημα, θέλω να σου πώ, ότι δεν μπορώ να τελειώσω το βιβλίο μου: γιατί η πραγματικότητα με την οποία υποτίθεται ότι αυτό το βιβλίο ήθελε να αναμετρηθεί αλλάζει δραματικά από μέρα σε μέρα, γιατί το παρόν εισβάλλει ακατάπαυστα εκεί που η σκέψη προσπαθεί ν’ αποστασιοποιήσει στιγμιαία τα γεγονότα στη διάσταση της «ιστορίας» προκειμένου να ασκηθεί η ίδια... Τίνος πράγματος είναι άραγε δείκτης αυτό το γεγονός; 

            Μαντεύω ήδη τί μπορεί να σκέφτεσαι – γιατί το ίδιο, νομίζω, σκέφτομαι κι εγώ: είναι ακριβώς τα σημάδια μια περιόδου κατακλυσμιαίων ιστορικών αλλαγών, εκρηκτικών κρίσεων η οποία εγκυμονεί βαρυσήμαντες σημασίες και άγνωστες συνέπειες. Αλλάζω λοιπόν ακόμα μία φορά τον τίτλο σε Κρίση και ιδεολογίες στην αυγή του 21ου αιώνα και υπόσχομαι να μην ξανασχοληθώ με αυτό το βιβλίο. Άλλες, πολύ πιο σοβαρές έγνοιες σκιάζουν τον ορίζοντα αυτή τη στιγμή και ζητούν την πιο τεταμένη εγρήγορσή μας. Τί πρόκειται να συμβεί στην Ευρώπη, όπου όλες οι ευαίσθητες κοινωνικές της δυνάμεις έχουν αυτή τη στιγμή τα μάτια στραμμένα στο ελληνικό παράδειγμα; Θα έρθει εκείνο που ήδη φοβούνται τα ανδρείκειλα που την κυβερνούν, εκείνο για το οποίο οι συνθήκες είναι απελπιστικά ώριμες σε ολόκληρο τον κόσμο; Και με τί θα μοιάζει αυτό; Θα υπάρχει ακόμα η δυνατότητα έλλογου προσανατολισμού μέσα σ’ έναν κόσμο του οποίου οι μηχανισμοί αυτοσυντήρησης μοιάζουν από καιρό αχρηστευμένοι; Όταν το παρόν ξαναγίνεται στρόβιλος που έρχεται να σε συνεπάρει στη δίνη του, μόνον όποιος έχει μάθει να βλέπει κατάματα την άβυσσο έχει ίσως ελπίδες να φτάσει σε κάποια όχθη.

Με θερμούς χαιρετισμούς, και ευχές για τον δύσκολο χρόνο που έρχεται


15 Δεκεμβρίου 2008

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ






Δείτε ακόμα