Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Λουκιανού: Νεκρικοί Διάλογοι




1. Χάροντα, Μένιππου και Ερμή


     (Το βαρκάκι του Χάροντα φτάνει στην όχθη της Αχερουσίας. Οι νεκροί βγαίνουν ένας-ένας πληρώνουν το ναύλο τους (έναν οβολό) στον Χάροντα και χάνονται δεξιά. Τελευταίος βγαίνει ο Μένιππος, που πάει να φύγει χωρίς να πληρώσει. Ο Χάρος τον πιάνει από τον ώμο:)

ΧΑΡΟΣ:
Κατέβαινε, βρε καταραμένε, τον ναύλο!

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Δε πα' να φωνάζεις Χάρε, όσο σ' αρέσει.

Χ:
Πλέρωσε ρε σου λέω, για το ταξίδι που 'καμες!

Μ:
 Δε μπορείς να πάρεις από κάποιον που δεν έχει.*
 
Χ:
Καλά! Υπάρχει κάποιος που να μην έχει έναν οβολό;

Μ:
Αν είναι και κάνας άλλος, δε ξέρω. Εγώ πάντως δεν έχω.

Χ:
Βρωμιάρη. Θα σε πάω στον Πλούτωνα, αν δε πληρώσεις.

Μ:
Κι εγώ θα σου ρίξω μία με το κουπί και θα σου σπάσω το κρανίο.

Χ:
 Τζάμπα ταξίδεψες δηλαδής;

Μ:
Ο Ερμής, που με κουβάλησε 'δω, να σε πλερώσει.

Ε:
 Θα 'πρεπε να πουληθώ ολάκερος αν ήταν να πλερώνω τους πεθαμένους.

Χ:
Δε θα το κουνήσω στιγμή από κοντά σου.

Μ:
Αν είν' έτσι, βγάλε όξω τη βάρκα και κάτσε. Μα δεν έχω μία! Τι θα πάρεις;

Χ:
Δεν ήξερες ρε, πως έπρεπε να 'χεις το ναύλο;

Μ:
Το 'ξερα και λοιπόν; Αφού δεν είχα μία, τι να 'κανα; Να μη πέθαινα;

Χ:
Δηλαδή μόνο συ θα καυχιέσαι πως τη πέρασες τζάμπα;

Μ:
Ε όχι και τζάμπα ρε μάγκα! Νερά έβγαζα, κουπί τράβηξα και μόνο 'γω απ' όλους, δεν έκλαιγα!

Χ:
Αυτά δε περνάνε σε βαρκάρη! Πλέρωσε το ναύλο. Δε μπορεί να γίνει αλλιώς!

Μ:
Ε τότε γύρνα με πίσω...

Χ:
Ωραία τα λες. Να τις φάω κι από πάνω από τον Αιακό!

Μ:
Ε τότε μη μου κολλάς.

Χ:
Δείξε μου τι έχεις μες στο σακί;

Μ:
Λούπινα. Θες λιγάκι; Κι ένα πρόσφωρο.

Χ:
Από που μας κουβάλησες βρε Ερμή τούτο το κοπρόσκυλο; Το τι έλεγε στο ταξίδι δε περιγράφεται! Πείραζε και κορόϊδευε όλους τους άλλους κι ήταν ο μόνος που τραγουδούσε ενώ κείνοι θρηνούσανε.

Ε:
Δε ξέρεις Χάρε ποιον είχες στη βάρκα; Τον Μένιππο! 'Ανθρωπος τελείως λεύτερος. Τίποτε δεν τονε νοιάζει!

Ο Μένιππος βρίσκει ευκαιρία που ο Χάρος μιλά με τον Ερμή και τη κοπανά
...

Χ:
Αχ και να σε πιάσω καμιά φορά...

   Ακούγετ' η φωνή του Μένιππου από μακριά

Μ:
Αν με πιάσεις φίλε μου. Δυο φορές δε μπορείς να με πιάσεις.

*
γνωστή φράση που 'μεινε παροιμιώδης: Ούκ άν λάβοις παρά του μή έχοντος!


2. Νεκρών, Πλούτωνα και Μένιππου


ΚΡΟΙΣΟΣ: Δεν τον υποφέρουμε πια βρε Πλούτωνα τούτο τον σκύλο τον Μένιππο να 'ναι με μας. Ή στείλ'τον αλλού ή στείλε μας να πάμε σ' άλλο τόπο.

ΠΛΟΥΤΩΝ:
Τι μπορεί να σας κάνει; Νεκρός είναι κι αυτός όπως κι εσείς.

ΚΡΟΙΣΟΣ:
 Όταν εμείς θρηνούμε και στενάζουμε, όταν θυμόμαστε πόσα είχαμε στον επάνω κόσμο, ο Μίδας χρυσάφι, ο Σαρδανάπαλος δόξα και μαλθακότητα κι εγώ τα πλούτια μου, αυτός μας εμπαίζει και μας βρίζει. Μας λέει γομάρια και καθάρματα κι όταν κλαίμε, αυτός τραγουδά και γενικά μας λυπεί όσο δε φαντάζεσαι.

ΠΛΟΥΤΩΝ:
Τι είν' αυτά που λένε Μένιππε;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ:
Αλήθεια λένε βρε Πλούτωνα. Τους σιχαίνομαι γιατί είν' άχρηστα κουφάρια και παλιάνθρωποι. Δεν τους έφτανε που ζήσανε με τόσο κακό τρόπο, αλλά και πεθαμένοι θυμούνται και νοσταλγούν αυτό ακριβώς.
Καλαμπουρίζω με το δούλεμά τους.


ΠΛΟΥΤΩΝ:
Μα δεν είναι φυσικό να λυπούνται; Χάσανε πάρα πολλά!

ΜΕΝΙΠΠΟΣ:
Χάζεψες και συ Πλούτωνα; Επικροτείς τα παράπονά τους;

ΠΛΟΥΤΩΝ:
Κάθε άλλο! Απλώς δε θέλω φασαρίες μεταξύ σας.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ:
Λοιπόν ακούστε με σεις που 'σασταν οι χειρότεροι ανάμεσα στους Λυδούς, τους Φρύγες και τους Ασσύριους, μάθετε πως εγώ δε θα σταματήσω όπου κι αν πάτε να σας ακολουθώ και να σας περιγελώ, να σας χλευάζω και να σας βρίζω.

ΚΡΟΙΣΟΣ:
Αυτά δεν είναι βρισιές;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ:
Όχι. Βρισιές ήταν αυτά που κάνατε στη ζωή σας. Που θέλατε να σας προσκυνάνε λεύτεροι άνθρωποι και καλοπερνάγατε χωρίς να σκεφτόσαστε το τέλος. Από δω κι πέρα θα θρηνείτε καθώς θα θυμόσαστε όσα χάσατε.

ΚΡΟΙΣΟΣ:
Εγώ, Θεέ μου,  τα πολλά και μεγάλα χτήματα που 'χα!

ΜΙΔΑΣ:
Εγώ το χρυσάφι μου!

ΣΑΡΔΑΝΑΠΑΛΟΣ:
Εγώ τη βόλεψή μου!

ΜΕΝΙΠΠΟΣ:
Έτσι μπράβο. Εσείς να θρηνείτε κι εγώ να σας θυμίζω το γνώθι σ' αυτόν. Είναι ότι πρέπει για τους οδυρμούς σας.


3. Μένιππου και Ερμή


ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Ερμή που 'ν' οι ωραίοι κι οι ωραίες; Οδήγησέ με παρακαλώ, μιας κι είμαι νιόφερτος εδώ.

ΕΡΜΗΣ:
Δεν έχω χρόνο βρε Μένιππε, αλλά να! παρατήρησε 'κει δεξιά, βρίσκονται ο Υάκινθος, ο Νάρκισσος, ο Νηρέας, ο Αχιλλέας, η Τυρώ, η Ελένη κι η Λήδα: όλες οι παλιές ομορφιές.

Μ:
Εγώ βλέπω μονάχα κόκαλα και κρανία άσαρκα κι όμοια μεταξύ τους.

Ε:
Κι όμως αυτοί 'ναι που θαυμάσαν όλοι οι ποιητές, αυτά τα κόκαλα που συ περιφρονείς.

Μ:
Δείξε μου τουλάχιστον την Ελένη, δε μπορώ να τη διακρίνω.

Ε:
Να, τούτο το κρανίο είναι της Ελένης.

Μ:
 Για τούτο 'δω το καυκί γεμίσανε χίλια καράβια με τα νιάτα όλης της Ελλάδας και σκοτωθήκανε τόσοι και τόσοι κι αναστατωθήκανε τόσες πόλεις;

Ε:
Βλέπεις εσύ Μένιππε δεν την είδες ζωντανή. Αν την είχες δει θα 'λεγες κι εσύ: «Ας βρίσκομαι κοντά της κι ας υποφέρω πολλά». Γιατί και τ' άνθη αν τα δει κανείς ξερά, να 'χουνε χάσει το χρώμα και το σχήμα, δε μπορεί να φανταστεί πόσο ήταν όμορφα όταν ανθούσαν.

Μ:
Απορώ βρε Ερμή, πως δέχτηκαν να υποφέρουν για κάτι που γρήγορα και τόσον εύκολα μαραίνεται.

Ε:
Δεν έχω χρόνο Μένιππε να κάτσω να τα φιλοσοφήσω μαζί σου. Διάλεξε ένα μέρος  που γουστάρεις και βολέψου. Πρέπει να φέρω καινούργιους νεκρούς.

Για τον Λουκιανό

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Replay





Σε έναν κατεστραμμένο κόσμο η διατήρηση μιας -έστω φευγαλέας- ελπίδας αντλεί από τη θύμηση ενός ονειρικού παρελθόντος. Το όνειρο καθεαυτό, ωστόσο, μπορεί να είναι επικίνδυνο. Ένα υπαινικτικό animation επιστημονικής φαντασίας από δευτεροετείς φοιτητές της σχολής ESMA του Μονπελιέ της Γαλλίας. Η ιστορία διαδραματίζεται στον πλανήτη Γη, η επιφάνεια του οποίου έχει από καιρό γίνει ακατάλληλη για κατοίκηση εξαιτίας βιολογικών πολέμων. Δεν είναι ασφαλές να βρίσκεται κανείς σε αυτήν δίχως μάσκα οξυγόνου, ενώ όσοι ακόμα ζουν επιβιώνουν με συσκευές οξυγόνου σε ειδικά καταλύματα. Μόλις ένα μικρό παιδί ανακαλύπτει κάποιο κομμάτι του παρελθόντος που φωτίζει τη Γη όπως ήταν κάποτε, αρχίζει να εξετάζει ένα περιπετειώδες ενδεχόμενο…

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Πλάτων - Φαίδρος (απόσπασμα)


Όμως  τον  υπερουράνιο τόπο δεν τον ύμνησε, ούτε θα τον υμνήσει ποτέ κανείς από τους ποιητές αυτού εδώ του κόσμου, όπως του  αξίζει. Τα σχετικά όμως με τον τόπο αυτόν, έχουν όπως θα πω αμέσως. Γιατί πρέπει να τολμήσουμε να πούμε το αληθινό, αφού, άλλωστε, συζητούμε για την αλήθεια. Η  άχρωμη, άμορφή και ανέγγιχτη ουσία, που όντως έτσι είναι, και γύρω από τη ν οποία γεννιέται η αληθινή γνώση, είναι θεατή μόνο από το νου, τον κυβερνήτη της ψυχής, και  υφίσταται σε αυτόν ακριβώς τον τόπο. Η  θεϊκή σκέψη, λοιπόν, καθώς τρέφεται με νου και με εντελώς καθαρή γνώση, και η σκέψη κάθε ψυχής που της μέλλεται να δεχθεί ό,τι της  αρμόζει, όταν, μετά από ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, δει πάλι το ον, το αγαπά, και, όταν θεωρεί τα αληθινά, τρέφεται και ευφραίνεται, εωσότου η περιφερική κίνηση συμπληρώσει τον κύκλο και τη  φέρει στο  ίδιο  σημείο. Όμως, κατά την περιφερική αυτή πορεία θεάται, έχοντας την κάτω από τα μάτια της, την ίδια τη δικαιοσύνη, θεάται τη σωφροσύνη, θεάται και τη γνώση, όχι  βέβαια εκείνην που συνδέεται με τις μεταβολές του γίγνεσθαι, ούτε εκείνη που είναι διαφορετική για κάθε (διαφορετικό) πράγμα απ' όσα εμείς τώρα αποκαλούμε όντα, αλλά την αληθινή επιστήμη που αφορά στο αληθινό ον. Και αφού η ψυχή θεαθεί με τον  ίδιο τρόπ ο και τα άλλα αληθινά όντα και χορτάσει από τούτη τη θέαση ,  βυθίζεται πάλι στο εσωτερικό μέρος του ουρανού και επανέρχεται στο  κατάλυμά της και όταν αυτή γυρίσει, ο ηνίοχος βάζει τα άλογα μπροστά στη φάτνη, τους δίνει να φάνε αμβροσία, και μετά τα ποτίζει με νέκταρ.

Αυτή είναι η ζωή των θεών. Από τις άλλες ψυχές, εκείνη που μοιάζει με το θεό και τον ακολουθεί με τον καλύτερο τρόπο, υψώνει το κεφάλι του ηνιόχου της προς τον τόπο που είναι έξω από τον ουρανό, και ενσωματώνει την πορεία της στην περιφερική κίνηση. Καθώς όμως ταράζεται από τα άλογα, θεάται τα όντα με κόπο. Μια άλλη πάλι, άλλοτε υψώνει και άλλοτε βυθίζει το κεφάλι, και, καθώς τα άλογα τραβάνε βίαια, άλλα από τα όντα τα θεάται και άλλα όχι. Και οι άλλες ακολουθούν λαχταρώντας τον επάνω τόπο, όμως αδυνατούν να τον φθάσουν, και έτσι καταβυθίζονται και κυλιούνται μαζί , και πατιούνται μεταξύ τους και πέφτουν η μια πάνω στην άλλη, ενώ η καθεμία επιχειρεί να προσπεράσει την άλλη. Και δημιουργείται θόρυβος και άμιλλα και χύνεται μέχρι τέλους ο ιδρώτας, και μάλιστα, από κακό χειρισμό των ηνιόχων, πολλές ψυχές γίνονται ανάπηρες και πολλών πολλά φτερά σπάνε. Τελικά όλες, υποφέροντας από πολύ πόνο, αποχωρούν χωρίς να μυηθούν στην ενατένιση του  όντος και, αφού αποχωρήσουν, τρέφονται με δοξασίες.




Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Μανόλης Ἀναγνωστάκης - Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!


Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.
Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;
Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Περιμένοντας τους προβοκάτορες




— Τί περιμένουν μπροστά από την οθόνη μαστουρωμένοι?
Είναι οι προβοκάτορες να δράσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Βουλή μια τέτοια συμμαχία;
Τί κάθοντ’ οι πολιτικοί και δεν μας νουθετούνε;

Γιατί οι προβοκάτορες θα φθάσουν σήμερα.
Τί λόγους πια θα βγάζουν οι πολιτικοί;
Οι προβοκάτορες σαν έλθουν θα επιχειρηματολογήσουν και για κείνους.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στου χρηματιστηρίου την πιο μεγάλη οθόνη
στον δείκτη επάνω, επίσημος, φορώντας το ευρώ;

— Γιατί οι προβοκάτορες θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να του δώσει μια συνωμοσία. Εκεί
του έγραψε τίτλους κρατικους πολλούς κι ομόλογα.

— Γιατί οι δεκάδες μας μπάτσοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες (απο αίμα), βαμμένες ποδιές·
γιατί χειροπέδες φόρεσαν στην λογική μας,
και δακρογόνα με λαμπρές, γυαλιστερές λάμψεις και κρότους·
γιατί να πιάσουν σήμερα δολοφονικά μπαστούνια
μ’ ακροδεξιά σήματα και εθνόσημα σκαλιγμένα;

Γιατί οι προβοκάτορες θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους προβοκάτορες.

—Γιατί κ’ οι άξιοι κονδυλοφόροι δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τον εμετό τους, να σκίσουνε τα ρούχα τους;

Γιατί οι προβοκάτορες θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί τα λένε καλύτερα κι από τον Πούλιτζερ.


— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η κρίση. (Τα πρόσωπα ξαφνικά μάσκες που έπεσαν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατείες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ βασανισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι προβοκάτορες δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα της λογικής,
και είπανε πως προβοκάτορες πια είναι παντού.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς προβοκάτορες.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

(Παρώδηση του ποιήματος  Περιμένοντας τους Βαρβάρους του Κ.Π Καβάφη από το Νικόλα Κοσματόπουλο, Φλεβάρης 2012)

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Ένα παραπονεμένο αγόρι γράφει στον πατέρα του


Κι ενώ συνεχίζονται, σε παράταση της παράτασης της παράτασης, οι διαπραγματεύσεις που έπρεπε οπωσδήποτε να είχαν ολοκληρωθεί την Κυριακή το βράδυ αλλιώς τη Δευτέρα το πρωί θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου, αντί να προσπαθήσω να παρακολουθήσω την επικαιρότητα θα ασχοληθώ με ένα στιγμιότυπο από την καθημερινή, την οικογενειακή ζωή, ένα γράμμα που στέλνει ένα παιδί στον πατέρα του, γράμμα γεμάτο παράπονο. Βλέπετε, φαίνεται πως ο πατέρας είχε τάξει στον γιο να τον πάρει μαζί του ταξίδι στην πρωτεύουσα, αλλά τελικά έφυγε μόνος του και άφησε τον πιτσιρικά στο χωριό μαζί με τη μαμά. Κι ο μικρός, όλο καημό για το ματαιωμένο όνειρο, γράφει στον πατέρα του ένα θυμωμένο γράμμα, με κάμποσα λαθάκια -απ’ τη βιασύνη τάχα ή απ’ το παράπονο; Ή μήπως για τις μουτζαλιές φταίνε τα παιδικά δάκρυα που ύγραναν το χαρτί;Αυτή την τελευταία εικασία μπορούμε να την απορρίψουμε• ο νεαρός δεν έγραφε σε χαρτί. Βλέπετε, παρέλειψα να διευκρινίσω ότι η μικρή αυτή οικογενειακή σκηνή δεν είναι τωρινή, δεν συνέβη στα χρόνια μας, ούτε τον προηγούμενο αιώνα, ούτε στο νεοελληνικό κράτος• το γράμμα που θα διαβάσουμε έχει ηλικία σχεδόν δυο χιλιάδες χρόνια -και βέβαια, γράφτηκε όχι σε χαρτί παρά σε πάπυρο• να το δούμε: 

Θέων Θέωνι τω πατρί χαίρειν.Καλώς εποίησες• ουκ απένηχές με μετ’ εσού εις πόλιν.ή ου θέλις απενεκκείν μετ’ εσού  εις Αλεξανδρίαν, ου μη γράψω σεεπιστολήν ούτε λαλώ σε ούτε υιγένω σε είτα.Αν δε έλθης εις Αλεξανδρίαν, ου  μη λάβω χείραν παρά σου ούτε πάλι χαίρωσε λυπόν. Αμ μη θέλης απενέκαι με, ταύτα γείνετε.Και η μήτηρ μου είπε Αρχελάω, ότι αναστατοί με• άρρον αυτόν.Καλώς δε εποίησες• δώρα μοι έπεμψες μεγάλα, αράκια. Πεπλάνηκαν ημάς εκείτη ημέρα ιβ’, ότι έπλευσες. Λυπόν πέμψον είς με, παρακαλώ σε. Αμ μη πέμψης, ου μη φάγω, ου μη πείνω. Ταύτα. Ερώσθε σε εύχομαι. Τύβι ιη’(στην πίσω όψη του παπύρου γράφει: ) Απόδος Θέωνι από Θεωνάτος υιώ
Το γράμμα το γράφει γύρω στον 2ο-3ο αιώνα μ.Χ. ένα νεαρό αγόρι από κάποιο αιγυπτιακό χωριό -και ο πάπυρος, διατηρημένος χάρη στις ιδανικές καιρικές συνθήκες της Αιγύπτου βρέθηκε στην αρχαία Οξύρρυγχο και εκδόθηκε το 1898. Είναι ο πάπυρος αριθ. 119 της πρώτης σειράς παπύρων.Βέβαια, ο νεαρός δεν έγραφε έτσι ακριβώς• χρησιμοποιούσε μεγαλογράμματη γραφή, χωρίς τόνους (και χωρίς ψιλοδασείες και άλλα αλεξανδρινά σκουληκάκια, τα οποία, όπως προσπαθούν να κρύψουν οι πολυτονιάτες, γενικεύτηκαν μετά τον 8ο αιώνα). 

Το κείμενο έχει πολύ ενδιαφέρον για την ιστορία της γλώσσας -βλέπουμε ότι είχε αναπτυχθεί η ελληνιστική κοινή, παρατηρούμε πολλές αποκλίσεις από τη γραμματική της αττικής διαλέκτου και πολλές προσπάθειες φωνητικής ορθογραφίας, ενώ κάποιες εκφράσεις (π.χ. παρακαλώ σε) ακούγονται σαν σημερινά ελληνικά.Παρόλο που είναι αρκετά γνωστό κείμενο και το βρίσκει κανείς σε αρκετά βιβλία για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, δεν έχω βρει πουθενά καμιά μετάφρασή του σε νέα ελληνικά, ενώ το έχω βρει μεταφρασμένο σε κάμποσες άλλες γλώσσες, οπότε δοκιμάζω εγώ -και δέχομαι ευχαρίστως διορθώσεις.

Ο Θέων χαιρετά τον πατέρα του τον Θέωνα. Καλά τα κατάφερες! Δεν με πήρες μαζί σου στην πόλη• αν δεν με πάρεις μαζί σου στην Αλεξάνδρεια, δεν θα σου γράψω γράμμα, ούτε θα σου μιλήσω, ούτε θα ευχηθώ στην υγειά σου. Αν πας στην Αλεξάνδρεια, δεν θα σου ξαναπιάσω το χέρι, ούτε θα σε χαιρετήσω ποτέ πια. Αν δεν με πάρεις μαζί σου, αυτά θα γίνουν. Και η μαμά είπε στον Αρχέλαο «Θα με τρελάνει αυτό το παιδί, πάρ’ τον από εδώ». Καλά τα κατάφερες! Ωραία δώρα μου έστειλες, αράκια. Μας ξεγέλασαν εκείνη τη μέρα, στις 12 του μήνα, ότι είχες φύγει. Λοιπόν, στείλε να με πάρουν, σε παρακαλώ. Αν δεν στείλεις να με πάρουν, δεν θα φάω, δεν θα πιω. Αυτά. Σου εύχομαι να είσαι καλά. 18 του μήνα Τύβι. Να δοθεί στον Θέωνα από τον Θεωνάκο τον γιο του.

Το κείμενο έχει πάμπολλα σημεία με γλωσσικό ενδιαφέρον. Επισημαίνω μερικά.* Καλώς εποίησες -ειρωνικό, σύμφωνα με τη γνώμη όλων των μελετητών• θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε και Μπράβο σου, αλλά χωρίς τον επιτονισμό του προφορικού λόγου δεν φαίνεται η ειρωνεία. Ίσως «μπράβο σου μπαμπά». Ή ακόμα και Καλά σου! (ή δεν το λέμε πια αυτό; )* εποίησες και όχι εποίησας που είναι στην κλασική αττική διάλεκτο.* απένηχες, απενεκκείν, απενέκαι: απήνεγκες ήθελε να γράψει, ή ίσως πήρε το χ από το απενήνοχες.* ή ου θέλις = ει ου θέλεις (αν δεν θέλεις)* υιγένω = υγιαίνω, αλλά με τη σημασία «σου εύχομαι να είσαι καλά», τύπος ασυνήθιστος.* λυπόν = λοιπόν* αμ μη = αν μη (έτσι θα το πρόφερνε)* αράκια• δεν έχω βρει εξήγηση τι να είναι τα αράκια, αν δεν είναι μπιζέλια δηλαδή -υποθέτω πάντως ότι ο Θεωνάκος δεν βρήκε του γούστου του τα δώρα.* πείνω = πίνω, αλλά με μελλοντική σημασία* Τύβι είναι αιγυπτιακός μήνας, περίπου τον Γενάρη του ημερολογίου μας.* υιώ -κανονικά θέλει γενική: υιού.
Για τον Πάπυρο 119 που μόλις είδαμε υπάρχει και ειδικό άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια. Ταυτόχρονα, στον μαγικό κόσμο του Διαδικτύου έχει ξεκινήσει εδώ και λίγο (νομίζω) καιρό ένα πολύ πρωτότυπο συλλογικό εγχείρημα. Το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης έχει βγάλει ονλάιν παπύρους της Οξυρύγχου και καλεί όποιον έχει όρεξη να επιχειρήσει να μεταγράψει το κείμενο, χωρίς βέβαια να ξέρουν οι περισσότεροι ελληνικά -στον ιστότοπο προσφέρονται και ταχύρρυθμα μαθήματα παλαιογραφίας. Δοκιμάστε το αν θέλετε!



Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Το Εθνικό μας Χρέος

Από σχόλιο στο FB του Ανδρέα Λαδά



Τις κρίσιμες αυτές ώρες είναι χρέος του κάθε πολίτη να στηρίξει την κυβέρνηση σωτηρίας που ανέλαβε το δυσάρεστο και δύσκολο έργο της σωτηρίας της χώρας. Είναι χρέος όλων μας να στηρίξουμε το έργο τους και να βοηθήσουμε να περάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα τα νέα μέτρα εξυγίανσης και εξορθολογισμού των οικονομικών της χώρας. Βρισκόμαστε στην άκρη του γκρεμού και δεν έχουμε πλέον χρόνο για χάσιμο. Τα περιθώρια έχουν από καιρό στενέψει, αν δεν γίνουν τα απαραίτητα βήματα όπως ζητούν οι εταίροι μας η χώρα θα χρεοκοπήσει και θα βγούμε από το Ευρώ. Ένα αδιαμφισβήτητο κεκτημένο της χώρας, η συμμετοχή στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα καταρρεύσει με πάταγο και θα βρεθούμε εκτός ευρώ.
    Τις κρίσιμες αυτές ώρες είναι χρέος του κάθε πολίτη να στηρίξει την κυβέρνηση σωτηρίας που ανέλαβε το δυσάρεστο και δύσκολο έργο της σωτηρίας της χώρας. Είναι χρέος όλων μας να στηρίξουμε το έργο τους και να βοηθήσουμε να περάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα τα νέα μέτρα εξυγίανσης και εξορθολογισμού των οικονομικών της χώρας. Βρισκόμαστε στην άκρη του γκρεμού και δεν έχουμε πλέον χρόνο για χάσιμο. Τα περιθώρια έχουν από καιρό στενέψει, αν δεν γίνουν τα απαραίτητα βήματα όπως ζητούν οι εταίροι μας η χώρα θα χρεοκοπήσει και θα βγούμε από το Ευρώ. Ένα αδιαμφισβήτητο κεκτημένο της χώρας, η συμμετοχή στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα καταρρεύσει με πάταγο και θα βρεθούμε εκτός ευρώ.
    1. η οικονομία της χώρας θα διαλυθεί
    2. οι πολίτες της χώρας θα πεινάσουν
    3. οι ευπαθείς ομάδες θα δοκιμαστούν πρώτες και αναπόφευκτα θα αφανιστούν
    4. θα βασιλέψει το χάος και η ανομία
    5. θα πεθάνετε
    6. ο ήλιος δε θα ξανά ανατείλει
    7. ο ουρανός θα πέσει στα κεφάλια σας
    8. θα βρέξει αίμα
    9. θα εκραγεί το ηφαίστειο της Σαντορίνης
    10. ο αέρας που αναπνέουμε θα δηλητηριαστεί
    11. τα δέντρα θα ξεραθούν
    12. ο Χαϊλάντερ θα πεθάνει
    13. ο Τσακ Νόρρις θα φάει ξύλο
    14. θα είναι τρύπια όλα τα καλαμάκια για τον φραπέ μας
    15. οι κλωστές δε θα χωράνε στις βελόνες
    16. θα τρυπήσουν όλες οι κάλτσες μας
    17. θα μας φάνε οι τουρκαλάδες (ωρέ)
    18. θα ξεβάψουν τα χρωματιστά
    19. θα πέφτει κάθε χρόνο θέμα στις πανελλήνιες άρθρο του Πάσχου
    20. θα βγει γυμνή στο Σύνταγμα η Βασούλα
    21. θα γίνει υπουργός Παιδείας ο Ανατολάκης
    22. δε θα ξανακάνουμε πεντικιούρ και μανικιούρ
    23. θα απαγορευτούν τα ΒΟΤΟΧ
    24. Θα σας πιάσει ο Χίος στο στόμα του
    25. ο Μαΐλης θα είναι κυβερνητικός εκπρόσωπος
    26. ο καφές μας θα έχει κρυώσει και το ράδιο θα’ναι κλειστό τώρα για μέρες
    27. θα πατάμε κάθε μέρα σκατά στο πεζοδρόμιο
    28. θα εξαντληθούν τα αποθέματα LIKE στο ΦουΒου
    29. Θα γίνει υπουργός οικονομικών ο Μπάμπης (ένας είναι ο Μπάμπης)
    30. θα μπούνε φόλες στα φόλοου του twitter
    31. θα φυσάει τόσο που δε θα μπορούμε να ανάψουμε τσιγάρο
    32. τα ραδιόφωνα θα παίζουν μόνο Νταλάρα
    33. θα υπουργοποιηθεί ο Τσουκάτος
    34. θα απέχει από τα κανάλια ο Ψωμιάδης
    35. θα τρώμε μόνο σπανακόρυζο
    36. θα διαβάζουμε υποχρεωτικά Lifo
    37. θα ξανά-μανά-επανασυνδεθούν οι Πυξ Λαξ
    38. θα μας κυβερνήσει ο Κουβέλης
    39. οι μπατονέτες δε θα έχουνε βαμβάκι
    40. τα αιγινήτικα φιστίκια θα είναι όλα κλειστά και τα φουντούκια μπαγιάτικα
    41. οι αμίτες δε θα έχουν σημάδι “κόψτε εδώ” για το ψαλίδισμα
    42. δε θα ξαναδιαβάσουμε το Nitro
    43. θα ξινίσει ο τραχανάς
    44. το τυρί θα κολλάει στο χαρτόκουτο της πίτσας
    45. θα τρέχουν όλα τα καζανάκια
    46. θα γυρίσει (δικαιωμένος) στο twitter o @Chomenidis
    47. θα βγάλει καινούριο δίσκο ο ΛεΠα
    48. θα εξατμιστεί όλο το ανθρακικό από τα αναψυκτικά

      Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

      Σώπα δάσκαλε!

      Αφιερωμένο σ' όλους τους "άπλυτους" σύντροφους.


      Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα’ αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:

      -Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας ανθρώποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε.

      Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο. Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:

      -Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!


      ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ

      Δείτε ακόμα