Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΡΗΤΟΡΕΙΑ ΤΩΝ «ΑΚΡΩΝ»

του Φώτη Τερζάκη

Ι.
Η έκπληξη που επεφύλασσαν οι πρόσφατες εκλογές στην Ελλάδα, με την καταβαράθρωση όλων των δυνάμεων που συνασπίστηκαν υπό την κυβέρνηση Παπαδήμου για να επιβάλουν τη βούληση του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου στην πολλαπλά τραυματισμένη ελληνική κοινωνία, ανακίνησε τρόμους μεν από την πλευρά εκείνων που είχαν εθιστεί στο αδιαμφισβήτητο μονοπώλιο της ισχύος, τρελές ελπίδες δε από την πλευρά εκείνων που είχαν πειστεί ότι είναι πολύ πιο ανίσχυροι απ’ όσο πραγματικά ήταν· και μέσα στην παραζάλη των έκτακτων συμβάντων δεν δόθηκε η σημασία που έπρεπε στο γεγονός ότι ο πραγματικός θριαμβευτής των εν λόγω εκλογών ήταν η εκλογική αποχή, που σημείωσε τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία της (σχεδόν 37%!)… 

            Η εκλογική αποχή προκαλεί πάντα αμηχανία και υπάρχει μια σιωπηρή συστράτευση όλων των καθεστωτικών δυνάμεων, των κατευθυνόμενων ΜΜΕ περιλαμβανομένων, στον δημόσιο στιγματισμό της. Καταλαβαίνει κανείς τούς λόγους:  δεν είναι μόνον ότι η κοινοβουλευτική παρωδία στις διοικούμενες κοινωνίες μας θεσμοποιεί και κατοχυρώνει ένα διπλό ψεύδος – ότι οι εκλεγμένοι «εκπρόσωποι» όντως εκπροσωπούν την εκλογική τους βάση, και ότι οι κρίσιμες κοινωνικές αποφάσεις όντως παίρνονται μέσα στο κοινοβούλιο· ούτε μόνον ότι η αυταπάτη τής «δημόσιας συμμετοχής» που εκπροσωπούν οι εκλογές είναι μια πολύτιμη βαλβίδα εκτόνωσης της δυσαρέσκειας και εκτροπής της από βίαιες εκρήξεις κοινωνικής ανταρσίας· είναι επίσης και προπαντός ότι τα πολιτικά κόμματα έχουν καταλήξει να αντιπροσωπεύουν τυποποιημένα συστήματα αντιλήψεων και συμπεριφορών που καθιστούν το λαϊκό σώμα προβλέψιμο και, άρα, χειραγωγήσιμο. Το ποσοστό τού λαϊκού σώματος που αρνείται να ψηφίσει είναι το απειλητικό απροσδιόριστο, η εντροπική ζώνη όλων των γραφειοκρατικών σχεδιασμών, η άβυσσος στην οποία μπορεί να ελλοχεύουν κάθε είδους απρόβλεπτες δυνάμεις. Και όντως ελλοχεύουν. Αν υπάρχει ακόμα ένα ίχνος ελπίδας στη σημαδεμένη εκλογική τράπουλα, αν είναι ακόμα δυνατές εκλογικές ανατροπές όπως αυτή που πρόσφατα είδαμε ––και ακόμη περισσότερο όπως εκείνη που επίκειται στις δεύτερες εκλογές–– είναι χάρη στον ρόλο που έχει αυτός ο εξωγενής και απρόσκλητος ρυθμιστής των εκλογικών αναμετρήσεων, που δεν εκπροσωπείται από κανέναν κοινοβουλευτικό σχηματισμό και δεν καταγράφεται σε κανένα γκάλοπ. 

            Στις παρούσες συνθήκες ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε το επιλεγμένο όργανο ενός μεγάλου μέρους των «μη εκπροσωπουμένων» για να στείλουν ένα εύγλωττο απειλητικό μήνυμα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Σε μικρότερο βαθμό, το ίδιο έγιναν και ακροδεξιοί σχηματισμοί όπως οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» και η «Χρυσή Αυγή». Σε αυτό οφείλεται η αντίστοιχη επιτυχία τους, και όχι βέβαια σε μια καθαρή και αδιατάρακτη σχέση εκπροσώπησης με τους ψηφοφόρους τους, που θα ήταν τραγικό σφάλμα να εκληφθεί ως δεδομένη. Η κίνηση της διογκούμενης μάζας των «μη εκπροσωπουμένων» προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά έχει φυσικά τεράστια σημασία και δεν είναι κάτι που μπορεί να παραβλεφθεί ανέμελα· ακόμη μεγαλύτερη όμως έχει να διαπιστωθεί το σημείο σύγκλισης όλων αυτών των ετερογενών κατά τα άλλα δυνάμεων των «άκρων» ––όπως λέει μια κολλώδης δημοσιογραφική γλώσσα–– οι οποίες, κανείς ας μην έχει αμφιβολία επ’ αυτού, διαθέτουν ένα πολύ μεγαλύτερο απόθεμα από εκείνο που ήδη έδειξαν μέσα στον όγκο ακριβώς των εκλογικά απεχόντων… Αυτό το σημείο σύγκλισης, λέω, είναι η εναντίωση στη δικτατορία των αγορών, επικεντρωμένη σ’ εκείνη την ειδική της όψη υπό την οποία τη βρίσκει αυτή τη στιγμή απέναντί της η ελληνική κοινωνία: τους συνασπισμούς τού ευρωπαϊκού χρηματοοικονομικού κεφαλαίου και των αυταρχικών του πολιτικών διαμεσολαβητών. Το παραπλανητικό σύνθημα της «εθνικής ανεξαρτησίας» πρέπει να διαβάζεται σαν μια παραπλανημένη εναντίωση στο παγκοσμιοποιούμενο κεφάλαιο και στα θεσμικά όργανά του (ελληνικά επίσης κατά τον βαθμό που τους αντιστοιχεί). 

            Το βράδι των εκλογών ένας καλός δημοσιογράφος (ο Σταύρος Λυγερός) έλεγε ότι το παρόν διακύβευμα έχει δύο διακριτούς άξονες: τον παραδοσιακό Αριστερά-Δεξιά, και τον πρόσφατο Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο. Η εκτίμηση αυτή χρειάζεται κάποια τροποποίηση. Το δίλημμα Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο δεν είναι αριστερό δίλημμα, και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω πολύ επί τού ότι κάθε «αριστερά» άξια του ονόματος της (διότι υπάρχει κάποιο όριο στο ξεχείλωμα των λέξεων το οποίο δεν υπερβαίνεται ατιμωρητί: μωραίνει Κύριος όν βούλεται απωλέσαι) έχει εξ ορισμού, δηλαδή αυτοδικαίως, αντιμνημονιακό προσανατολισμό. Ο άξονας Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο διχάζει πραγματικά μόνο τη δεξιά, και αυτό είναι που δίνει στην ελληνική αριστερά σήμερα μια μοναδική στον κοινοβουλευτικό της βίο πολιτική ευκαιρία – εκείνη που της υπέκλεψαν μετά τις εκλογές τού 1958 οι καθεστωτικές δυνάμεις που άνοιξαν τον δρόμο στην απριλιανή δικτατορία, και πάλι μεταξύ 1977-81 ο Ανδρέας Παπανδρέου… 

Το συμπέρασμα που αβίαστα βγαίνει από τα παραπάνω είναι ότι, αν υπάρχει αντικειμενικά δυνατότητα στην Ελλάδα σήμερα για μια ευρεία και ριζοσπαστική συσπείρωση των κοινωνικά ανίσχυρων και των άγρια αδικημένων και περιφρονημένων στρωμάτων (περιλαμβανομένων των μεταναστών, που είναι οργανικό και αναπόσπαστο πλέον κομμάτι τής ελληνικής κοινωνίας), συσπείρωση η οποία στην προβλεπόμενη διεύρυνσή της θα είχε ελπίδες ν’ απορροφήσει το δεξιό «άκρο» κατευθύνοντάς το προς έναν όλο και πιο ορθολογικά επεξεργασμένο στόχο, θα εξαρτηθεί από την αταλάντευτη εμμονή στην άμεση τακτική επιδίωξη τής απόκρουσης των ευρωπαϊκών εκβιασμών και αναπομπής τού προβλήματος στους γεννήτορές του, τις εγκληματικές «αγορές», με στρατηγικό βάθος ένα πρόγραμμα παραγωγικής αναδιοργάνωσης προσανατολισμένο όχι στην «αγορά» αλλά στους ίδιους τους παραγωγούς/καταναλωτές και ελεγχόμενο στο μέγιστο δυνατόν από τους ίδιους· πρόγραμμα του οποίου καθοδηγητική αξία οφείλει να είναι όχι ακριβώς η «ανάπτυξη» (διότι στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάμε για σκοινί!) αλλά η μεθοδευμένη αποανάπτυξη – που σημαίνει, συρρίκνωση στο μέτρο τού δυνατού τής σφαίρας τής κυκλοφορίας των κεφαλαίων και αύξηση του κοινωνικού πλούτου με απεξάρτηση όσο το δυνατόν περισσότερων κοινωνικών δραστηριοτήτων από την εμπορευματική αγορά. Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να μη συμφωνεί μαζί μου ότι αυτή είναι η μόνη νόμιμη ερμηνεία τού όρου «κομμουνισμός»· το βέβαιον είναι ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ελπίζει να καταστεί συντονιστικός μεσολαβητής μιας τέτοιας συσπείρωσης, αυτός είναι ο μόνος δρόμος στον οποίον έχει πραγματική εντολή να πορευτεί – ανεξαρτήτως τού πόσο πολλοί ή λίγοι είμαστε έτοιμοι, και αν τελικά θα πειστούμε, να αναστείλουμε την εκ πεποιθήσεως εκλογική μας απεργία για τον στηρίξουμε.  

ΙΙ.
Το άρθρο του Ανδρέα  Πανταζόπουλου στη Νέα Εστία (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1012) με τίτλο «Ο εθνικολαϊκισμός ως ιδεολογία. Η διεθνής εμπειρία και η ελληνική περίπτωση» είναι η λόγια εκδοχή τής ευτελούς δημοσιογραφικής ρητορείας περί «κινδύνου των άκρων». Παρουσιάζεται σαν μια ψύχραιμη, «επιστημονική» κριτική μιας πολιτικής ιδεολογίας, αλλά δυσκολεύεται να κρύψει τον δικό του ιδεολογικό χαρακτήρα καθώς ολισθαίνει σε μια σειρά θεωρητικών ατοπημάτων που τον εκθέτουν και στο πιο ανυποψίαστο μάτι. «Σκοπός μας είναι», λέει προγραμματικά, «να δείξουμε τη συστατική σχέση τού λαϊκισμού με τον εθνικισμό, ότι δηλαδή είναι αδύνατον να κατανοήσουμε μια λαϊκιστική κινητοποίηση, λαϊκιστικό κίνημα, λαϊκιστικό κόμμα ή και “κοσμοαντίληψη” χωρίς τη συμφυή εθνικιστική της διάσταση» (σελ. 214)· και λίγες γραμμές πιο κάτω: «Ακόμα και […] όταν θεωρείται ότι έχουμε να κάνουμε με “αμιγώς” κοινωνιολαϊκιστικές κινητοποιήσεις ή “ιδεολογίες”, όταν δηλαδή ο υποδεικνυόμενος και καταγγελλόμενος από τους λαϊκιστές εχθρός είναι μόνο οι “αποπάνω” (οι “΄λίγοι”, η “πλουτοκρατία”, η “ελίτ”, οι “ισχυροί”, το “κατεστημένο”) ακόμα και τότε, ο εθνικισμός ή ο εθνοτισμός (οι οποίοι υποδεικνύουν ως εχθρό τον “απέναντι”, τον ξένο, με τον οποίον συνεργάζονται οι ντόπιες “ελίτ”) διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως προς τη δόμηση των αιτημάτων των κυριαρχουμένων». Από πού προκύπτει αυτό, αλήθεια; Γιατί κάθε αμιγώς ταξική σύγκρουση θα πρέπει να δεχθεί καταστατικά τη ρετσινιά τού εθνικισμού; Μήπως για να πούμε ότι, εξ αντιστρόφου, η μόνη αθώωση από το εθνικιστικό στίγμα θα ήταν η συναίνεση στον κοινωνικό δαρβινισμό τού φιλελευθερισμού τής αγοράς; Δεν εκπλήσσει λοιπόν ο τρόπος με τον οποίον βιάζει καταφανώς τα δεδομένα του ώστε να στηρίξει την ιδεολογική προπαραδοχή του: μιλώντας για τους ρώσους ναρόντνικους στη σελ. 216, ας πούμε, γράφει «με βάση αυτές τις αξίες θα προτείνουν να οργανωθεί η αντίσταση του ρωσικού λαού, ναρόντ, που είναι το ισοδύναμο του γερμανικού Volk, και που ταυτόχρονα σημαίνει “λαός” και “έθνος”». Μόνο που στα ρωσικά υπάρχει μια άλλη έννοια ειδικώς για το έθνος, νάτσιγια, που σημαίνει ακριβώς το έθνος-κράτος· η επιλογή τού όρου ναρόντ συνδηλώνει την αυτοδιοικούμενη και από παραγωγική άποψη σχετικώς αυτάρκη λαϊκή κοινότητα, υποδεικνύοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα πίσω από τις αντιπαρατιθέμενες διεκδικήσεις τού «εθνικού» ήταν ακριβώς η αντίσταση των λαϊκών κοινοτήτων στην «εκσυγχρονιστική» βία τού κράτους, η οποία σημαίνει πάντα υπαγωγή στην κεφαλαιοκρατική αγορά και τον γραφειοκρατικό/αστυνομικό έλεγχο – άλλωστε όλος ο ρωσικός αναρχισμός πήγασε από το λίκνο τού ναροντνικισμού: μήπως θα πρέπει να εκχωρήσουμε και αυτόν στις «εθνικιστικές ιδεολογίες»; Ομοίως, στη σελ. 220, η παράθεση ενός χωρίου τού Αϊζάια Μπέρλιν που αναφέρεται στον Χέρντερ ––«Η πίστη στην αξία τού ανήκειν σε κάποια ομάδα ή κουλτούρα που, για τον Χέρντερ τουλάχιστον, δεν είναι πολιτική και μάλιστα είναι αντιπολιτική, διαφορετική από τον εθνικισμό και αντιτιθέμενη σε αυτόν»–– ερμηνεύεται από τον συγγραφέα ως επίταση των χαρακτηριστικών εκείνων που ο Χέρντερ ρητά αρνείται! Κοκ.  

            Το κεντρικό πρόβλημα με το άρθρο τού Πανταζόπουλου είναι ότι ερμηνεύει διασταλτικά την έννοια του «λαϊκισμού» ώστε να συμπεριλάβει ουσιαστικά όλες τις  συλλογικές επιδιώξεις που αντιτίθενται στη φιλελεύθερη συναίνεση και στον κοινοβουλευτικό συνταγματισμό. Και κάνοντας αυτό, συγχέει σκόπιμα τεραστίως αποκλίνουσες ως προς την πολιτική τους σημασία τάσεις και κινήματα: τον ρωσικό ναροντνικισμό του δέκατου ένατου αιώνα, τον Περονισμό στην Αργεντινή, την εμπειρία τής αλγερίνικης επανάστασης, το κίνημα του Πουζαντισμού στη Γαλλία τής δεκαετίας τού ’50, μέχρι τα σύγχρονα ακροδεξιά κινήματα της Ευρώπης. Είναι προφανές ότι μ’ ένα τέτοιο άνοιγμα η ίδια η έννοια «σπάει» και χάνει την όποια ερμηνευτική της δύναμη. Για να το πω όσο πιο συνοπτικά μπορώ, ο όρος λαϊκισμός κατασκευάστηκε όντως αναφορικά με τον ρωσικό ναροντνικισμό για να περιγράψει ορισμένα στοιχεία τής ρητορικής του, τονίζοντας ειδικά την απόκλιση ανάμεσα στην προπαγανδιστική χρήση λαϊκών στερεοτύπων και την ταξική βάση (μικροαστική, εν προκειμένω) της πολιτικής που τα χρησιμοποιεί. Γι’ αυτό και καθιερώθηκε έκτοτε ως ενδείκτης μιας χειραγωγικής πολιτικής έναντι των λαϊκών μαζών δήθεν στο όνομά τους – και αυτό αποκρυσταλλώνεται ακριβώς στην εννοιολογική διαφορά μεταξύ «λαϊκισμού» και «λαϊκότητας» (όπως, ας πούμε, μεταξύ «ισλαμισμού» και «ισλάμ»…). Με αυτή την έννοια κλασική ενσάρκωση, κατά κάποιον τρόπο ιδεότυπος, της λαϊκιστικής ιδεολογίας και πολιτικής είναι ο Περονισμός (και ό,τι τού μοιάζει: το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα τής δεκαετίας τού ’80 πληροί οπωσδήποτε τα κριτήρια της έννοιας, όπως και πολλές ακροδεξιές ρητορικές στην Ευρώπη σήμερα, ή το ρεύμα τής «Νεορθοδοξίας» και πάλι στην Ελλάδα). Όταν όμως κάποιος επιχειρεί να συμπεριλάβει στην έννοιά του οιαδήποτε έκκληση για συσπείρωση των λαϊκών μαζών έναντι κάποιου υπαρκτού δυνάστη (όπως στην περίπτωση της αλγερίνικης επανάστασης μέσ’ από το συγκινητικό προσκλητήριο του Φραντζ Φανόν, και σε πολλά αντιαποικιακά και αντιιμπεριλιστικά κινήματα μέχρι της ημέρες μας σε ολόκληρο τον κόσμο), διαπράττοντας μάλιστα το ολέθριο ατόπημα να εξισώσει την «εκ των κάτω» ανατρεπτική και λυτρωτική βία με την κατασταλτική βία τής ακροδεξιάς, τότε όχι μόνο έχει διαρρήξει τα όρια ισχύος τής έννοιας, αλλά έχει προπαντός διασχίσει την κρίσιμη ––και πολύ λεπτή–– γραμμή που χωρίζει το κριτικό σκέπτεσθαι από την ιδεολογία.  

Ποια ακριβώς ιδεολογία είναι αυτή; Στο τελευταίο κομμάτι τού άρθρου του, όπου ο Ανδρέας Πανταζόπουλος φτάνει στο «δια ταύτα», όπως λέμε, τη σημερινή Ελλάδα και τις αντιμνημονιακές διαμαρτυρίες, ακτινογραφείται άπλετα η πολιτική του δέσμευση. Οικοδομείται εξ ολοκλήρου σε μια θλιβερή επανάληψη της φιλελεύθερης ρητορείας περί «ταυτίσεως των άκρων», που το πρακτικό της νόημα είναι να διασύρει κάθε αριστερή ριζοσπαστική πολιτική ως ταυτόσημη με την ακροδεξιά. Δύσκολα μπορεί να προβάλει σοβαρή ένσταση, μας εξομολογείται, στην ακόλουθη επισήμανση κάποιου ολιγόνοος αρθρογράφου τής Καθημερινής: «Είναι αξιοσημείωτο ότι οι θέσεις τής Χρυσής Αυγής, του βαθέως ΠΑΣΟΚ, της λαϊκιστικής Δεξιάς, της εθνικιστικής Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο Μνημόνιο ταυτίζονται απολύτως» (σελ. 237). Ε και; Αν η λαϊκιστική δεξιά σφετερίζεται και λεηλατεί για δικούς της λόγους τα λαϊκά αιτήματα, πρέπει η αριστερά να προσυπογράψει ομολογία πίστεως στον γραφειοκρατικό «εκσυγχρονισμό», στη θεολογία των αγορών και στη νομιμότητα των σύγχρονων κεφαλαιοκρατικών θεσμών;     

Όσες εκκλήσεις για «θεσμική νομιμότητα», «λαϊκή κυριαρχία», «συνταγματικό πατριωτισμό» ––αναρίθμητα ηχηρά παρόμοια–– κι αν ακούγονται από φιλελεύθερα χείλη, είναι δύσκολο να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι μια κοινωνία τής αγοράς είναι κατ’ ανάγκη μια κοινωνία τής θεσμοποιημένης ανισότητας, ότι όλο το θεσμικό και δικαιικό πλέγμα των σύγχρονων κοινωνιών είναι ένας μηχανισμός σφαγιασμού των αδυνάτων στον στίβο τού ανταγωνισμού ιδιοτελών συμφερόντων, ένας μηχανισμός εξάρθρωσης κάθε υγιώς εννοούμενης ατομικότητας ως αυτοκαθορισμού και αυτενέργειας, και βεβαίως ένας μηχανισμός λεηλασίας τού φυσικού περιβάλλοντος σε βαθμό προγραμματισμένης οικοκτονίας. Αν ζητούμενο όλης αυτής τής συζήτησης είναι σε ποιον θα χρεωθεί ως ανεπιθύμητος συγγενής η ακροδεξιά, η απάντησή μας δεν είναι δύσκολη: στον αστικό φιλελευθερισμό, φυσικα! Ας μου επιτραπεί εδώ να θυμίσω μια ρήση τού Μαξ Χορκχάιμερ (από το δοκίμιό του Οι Εβραίοι και η Ευρώπη, 1938) που έλεγε «Η “επιβίωση του ισχυροτέρου”, πριν γίνει ιαχή για την συντριβή των κατώτερων φυλών, υπήρξε ο θεμέλιος λίθος τής φιλελεύθερης λογικής τής αγοράς»· και, σε τελευταία ανάλυση, «όποιος δεν θέλει να μιλήσει για καπιταλισμό, δεν πρέπει επίσης να μιλάει για τον φασισμό». Αντί να διασπείρουν τον συσκοτισμό τού προφανούς και τη εσκεμμένη νοητική σύγχυση, τα φερέφωνα του φιλελευθερισμού χρεώνονται την αναίρεσή της. 


Το άρθρο του Φώτη Τερζάκη είναι προδημοσίευση από το περιοδικό σημειωσεις, τ.75, που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Ιουνίου.

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Νομαδισμός

Λοιπόν δεν θα γυρίσουμε άλλο πια

Λοιπόν δεν θα γυρίσουμε άλλο πια
Μέσα στο βράδυ τόσο αργά,
Κι ας κρύβει τέτοια αγάπη η καρδιά,
Κι ας λάμπει το φεγγάρι δυνατά.
Γιατί το ξίφος φθείρει το θηκάρι
Και η ψυχή το στήθος το κουράζει
Έτσι ανάσα η καρδιά πρέπει να πάρει
Η αγάπη να σταθεί να ξαποστάσει
Αν και γι’αγάπη ήταν πλασμένη η νυχτιά
Αν και η μέρα πάντα έρχεται στη θέση του βραδιού
Εμείς δεν θα γυρίσουμε άλλο πια
Κάτω απ’το φως του φεγγαριού

Μπάιρον (1788-1824)

(Από ένα γράμμα που έστειλε από τη Βενετία ο Μπάιρον στον Τόμας Μουρ τον Φεβρουάριο του 1817).
(μετάφραση Λητώ Σεϊζάνη)

τη μετάφραση του ποιήματος βρήκαμε στο People & Ideas

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Τα φανταστικά ιπτάμενα βιβλία του κ. Μορίς Λιγοπολύ







Εμπνευσμένο, σε ίσες δόσεις, από τον τυφώνα Κατρίνα, τον Μπάστερ Κίτον, το Μάγο του Οζ και την αγάπη για τα βιβλία, το The Fantastic Flying Books of Mr. Morris Lessmore είναι μια συγκλονιστική, χιουμοριστική αλληγορία για τις θεραπευτικές δυνάμεις του διηγήματος.  

Χρησιμοποιώντας μια ποικιλία από τεχνικές (μινιατούρες, computer animation, 2D animation) ο συγγραφέας - εικονογράφος William Joyce και συν-σκηνοθέτης Brandon Oldenburg παρουσιάζουν ένα υβριδικό στυλ του animation που ανατρέχει πίσω στις ταινίες του βωβού κινηματογράφου και τα μιούζικαλ της MGM. Ο Morris Lessmore είναι παλιομοδίτης και πρωτοποριακός την ίδια στιγμή.

Αναγκαία και δυνατή η έξοδος από ευρώ - ΕΕ

Των Νίκου Προγούλη και Γιάννη Ραχιώτη

Η κινδυνολογία περί καταστροφής αν φύγουμε από ευρώ και ΕΕ είναι γνωστή. Οι πρώτοι που ωρύονται είναι οι ίδιοι οι «εταίροι» μας στην ΕΕ. Αυτοί που μας έχουν «πελάτες» τόσα χρόνια. Έπονται αυτοί που μας κυβέρνησαν τόσα χρόνια στην Ελλάδα. Είναι το μεγάλο «υπερ-κόμμα» του ευρώ. Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ πριν από όλους. Αυτοί που επέβαλαν τα μνημόνια.

Από κοντά ο ΣΕΒ και οι λεγόμενες επιχειρηματικές τάξεις, που ωφελήθηκαν επί δεκαετίες με κέρδη, κοινωνικό κύρος και μερίδιο στην πολιτική εξουσία και διαχείριση.
Δεν θα μπορούσε να λείπει ο φασιστικός χώρος. Η Χρυσή Αυγή το έχει ξεκαθαρίσει σαφώς ότι είναι υπέρ της παραμονής στην ευρωζώνη. Και από δίπλα έρχονται οι δεξιές και ακροδεξιές μισές φωνές κατά του Μνημονίου αλλά υπέρ του ευρώ, όπως αυτή του Π. Καμμένου. Στην ανακήρυξη του ευρώ ως ιερού τοτέμ συμμετέχει και ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτό θα το σχολιάσουμε χωριστά.
 
Γιατί όμως, ειδικά το οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο λυσσάει τόσο πολύ; Πρώτο, γιατί αυτοί θα χάσουν από αυτή την έξοδο. Η ΕΕ θα χάσει έναν πελάτη που έχει αφαιμάξει τόσα χρόνια. Κυρίως όμως, η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη μπορεί να αποτελέσει την απαρχή για ξήλωμα του οικοδομήματος του ευρώ. Είναι η ευρωζώνη που θέλουν να σώσουν οι ολιγάρχες του πλούτου στην Ευρώπη, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Η ζώνη του ευρώ αποτελεί αυτή τη στιγμή τον «αδύνατο κρίκο» στον παγκόσμιο ωκεανό αντιθέσεων, μεσοπέλαγα μιας βαθύτατης καπιταλιστικής κρίσης. Δεν είναι τυχαίο ότι ασχολούνται όλοι με τη σωτηρία του ευρώ, από τον Ομπάμα μέχρι τους G20. Η ελληνική αστική τάξη θα αδυνατίσει οικονομικά και πολιτικά πολύ σοβαρά με το σπάσιμο αυτού του δεσμού. Και βέβαια, σημαντικό τμήμα του πολιτικού προσωπικού θα μείνει ...άνεργο.
 
Δεύτερο, οι πολέμιοι της εξόδου από την ευρωζώνη και την ΕΕ, δεν θέλουν να δούμε την κοινωνική αιμορραγία που έχουμε σήμερα, εξ αιτίας της παραμονής στον «λάκκο των λεόντων». Το κόστος παραμονής είναι αιματηρό και τεράστιο. Μιλάμε για ζημιά που συγκρίνεται μόνο με πόλεμο. Το ΑΕΠ και το 2011 έχει πέσει 15%. Το 2012 θα πάει 8% κάτω. Και επειδή από το βυθό δεν μπορείς να βρεθείς να πετάς στον ουρανό, το ελάχιστο της πτώσης που θα υπάρξει θα είναι πάνω από 30%. Πραγματική καταστροφή που μετριέται με 1,5 εκατομμύριο ανέργους, μισό εκατομμύριο να δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται, σακατεμένους μισθούς, διαλυμένα νοσοκομεία.
 
Παραμερίζοντας όλους αυτούς, πρέπει να δούμε γιατί οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι νέοι, οι φτωχοί, έχουμε συμφέρον από μια έξοδο από ευρωζώνη και ΕΕ.

Μονόδρομος η μονομερής παύση πληρωμών και άρνηση του χρέους
Η Ελλάδα δεν πρόκειται ποτέ να σηκώσει κεφάλι όσο είναι αναγκασμένη να αποπληρώνει ένα χρέος που θα κουρεύεται μόνο τόσο, όσο θα παραμένει και πάλι αδύνατο να εξοφληθεί. Θα αποστραγγίζεται για την αποπληρωμή του κάθε δημόσιο έσοδο, θα ιδιωτικοποιηθούν και τα τελευταία απομεινάρια της κρατικής περιουσίας, θα καταλυθεί ακόμη περισσότερο η εθνική κυριαρχία.
 
Μονομερής παύση πληρωμών και άρνηση του χρέους, που εμείς το θεωρούμε μονόδρομο, σημαίνει προβλήματα των ελληνικών (και όχι μόνο) τραπεζών, χωρίς τη δυνατότητα προσφυγής σε Eυρωπαϊκή Kεντρική Tράπεζα και ΕΕ, οπότε είναι απαραίτητος ο εθνικός έλεγχος του νομίσματος και βεβαίως η εθνικοποίηση των τραπεζών. Αυτός είναι ένας μόνο από τους λόγους που κάνει επιτακτική την έξοδο από την ευρωζώνη.
 
Η έξοδος όμως από την ευρωζώνη δεν είναι αρκετή, το χρέος δεν είναι αιτία αλλά σύμπτωμα μιας προβληματικής οικονομικής πορείας, αφού τόσο η αγροτική παραγωγή όσο και η μεταποίηση αποδιαρθρώθηκαν μετά την ένταξή μας στην ΕΟΚ το 1981, όταν εκτέθηκαν σε ανταγωνισμό χωρίς καμία προστασία, με τις κατά πολύ ισχυρότερες οικονομίες του ευρωπαϊκού κέντρου. Από τότε αρχίζουν να διογκώνονται τα δημόσια ελλείμματα και το χρέος (29,7% του ΑΕΠ το 1981, 65,7% του ΑΕΠ το 1989, 120% του ΑΕΠ το 2010 κ.ο.κ.). Τα δάνεια που έπαιρνε ο δημόσιος τομέας χρηματοδοτούσαν δημόσιες δαπάνες που στη συνέχεια διαχέονταν εν μέρει ως εισοδήματα στην ιδιωτική οικονομία. (Ένα άλλο μέρος επέστρεφε αυτούσιο στις δανείστριες μέσω της αγοράς εξοπλισμών και των μεγάλων έργων). Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να βιώσουν οι Έλληνες για κάποια χρόνια την ένταξη στην ΕΕ ως ευημερία και όχι ως καταστροφή. Η κρίση του 2008 που δυσκόλεψε τη δανειοδότηση, φανέρωσε τα προβλήματα που κρύβονταν τα προηγούμενα χρόνια αλλά έσπρωχναν σταθερά σε αδιέξοδο. Έτσι σήμερα, ακόμη κι αν μας χαριζόταν το χρέος, θα επανεμφανιζόταν σε λίγα χρόνια, όσο μένουμε εντός της ΕΕ, λόγω της ανισορροπίας πλεονασματικού κέντρου - ελλειμματικής περιφέρειας.
 
Ακόμη κι αν, όπως φέρεται να ελπίζουν οι «φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις», η ΕΕ αλλάξει συμπεριφορά, εγκαταλείψει τη λιτότητα, δηλαδή αποδεχτεί ένα φτηνό τρόπο να δανείζει τα κράτη, π.χ. με ευρωομόλογα ή έκδοση φρέσκου χρήματος από την ΕΚΤ και δείχνει ανοχή σε ελλειμματικούς προϋπολογισμούς (πέραν του ότι αυτά είναι τελείως εκτός της λογικής της) το πρόβλημα απλώς μεταφέρεται στο μέλλον: Τα νέα υψηλότερα χρέη θα πρέπει να εξυπηρετούνται σε βάρος άλλων αναγκών.
 
Για να αποβεί σε όφελος των λαϊκών στρωμάτων η έξοδος από ευρωζώνη και ΕΕ πρέπει να συνοδευτεί από: Ακύρωση όλων των δανειακών συμβάσεων, μνημονίων και εφαρμοστικών νόμων με παράλληλη ολοκληρωτική στάση εξωτερικών πληρωμών. Αναγκαστική απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση κάθε κοινού αγαθού και δημόσιας περιουσίας που έχει ιδιωτικοποιηθεί. Έλεγχο στην κίνηση αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών (τελωνειακοί έλεγχοι, συναλλαγματικοί έλεγχοι, ποσοστώσεις κ.λπ.) ώστε να θωρακιστεί η οικονομική αυτοδυναμία της χώρας. Εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών κλάδων της οικονομίας, ειδικότερα εκείνων που καλύπτουν βασικές βιοτικές ανάγκες. Επανεισαγωγή της δραχμής και μερική υποτίμησή της, με παράλληλη μετατροπή των καταθέσεων σε δραχμές και μέτρα ώστε να μην πληγούν τα λαϊκά εισοδήματα και οι μικροκαταθέτες. Επαναφορά μισθών και συντάξεων στα προ μνημονίων επίπεδα. Υποστήριξη και βελτίωση των κοινωνικών παροχών, αναπροσανατολισμό της φορολογικής πολιτικής σε βάρος των πλουσιότερων στρωμάτων και μέτρα δημοκρατικού ελέγχου της οικονομίας.
 
Η έξοδός μας από ευρωζώνη και ΕΕ επείγει: Η συνεχιζόμενη συρρίκνωση της παραγωγής μας, ιδιαίτερα στην παρούσα περίοδο της ύφεσης κάνει δυσκολότερο το έργο της οικονομικής ανασυγκρότησης στο μέλλον.
 
Είναι δυνατή η απεξάρτησή μας από την ΕΕ; Σήμερα εξαρτώμαστε από τους «Ευρωπαίους εταίρους» μας για να ισοσκελίσουμε: Το δημόσιο έλλειμμα, που σημαίνει ότι τα κρατικά έξοδα είναι μεγαλύτερα από τα έσοδα. Εδώ βασίζονται όσοι μας τρομοκρατούν ότι βγαίνοντας από ευρωζώνη και ΕΕ δεν θα μπορούμε να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις. Το ισοζύγιο πληρωμών, που σημαίνει ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που εξάγουμε συν κάποιες πληρωμές προς την Ελλάδα, είναι μικρότερης αξίας από αυτά που εισάγουμε. Εδώ βασίζονται όσοι μας τρομοκρατούν ότι βγαίνοντας από ευρωζώνη και ΕΕ δεν θα μπορούμε να εισάγουμε πετρέλαιο, φάρμακα, τρόφιμα κ.λπ.
 
Ξεκινώντας από το δημόσιο έλλειμμα, αν υποθέσουμε ότι σταματάμε να πληρώνουμε το χρέος και τους τόκους, όπως εμείς προτείνουμε, δεν υπάρχει έλλειμμα: Για το 2011 οι δαπάνες, πλην τοκοχρεολυσίων, είναι 55,9 δισ., εκ των οποίων 3 δισ. είναι «άλλες δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους πλην τόκων κ.λπ.», ποσό που φυσικά πρέπει να αφαιρεθεί και τότε οι δαπάνες αντιστοιχούν ακριβώς στα έσοδα, που είναι 52,9 δισ., χωρίς να περιλαμβάνουν τα έκτακτα χαράτσια και χωρίς να υπολογίζουμε καθόλου εισροές από την ΕΕ. Ωστόσο, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο ισοσκελισμός των εσόδων και των εξόδων και η ιεράρχηση των δαπανών δεν είναι τόσο λογιστικό όσο πολιτικό ζήτημα: Αν για παράδειγμα, η πληρωμή μισθών, συντάξεων, δαπανών υγείας και παιδείας, προηγούνται των δαπανών για εξοπλισμούς ή αν τα έσοδα πρέπει να αυξηθούν με φορολογία της μεγάλης περιουσίας ή με αύξηση του ΦΠΑ, είναι πολιτικό ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, είναι νομίζουμε φανερό ότι ακόμη κι έτσι, τα έσοδα επαρκούν για την κάλυψη των πιο καίριων αναγκών. Είναι όμως ανάγκη η σημερινή κατάσταση να βελτιωθεί και αυτό θα γίνει με μετατόπιση του φορολογικού βάρους από τις πλάτες των φτωχότερων στρωμάτων στη μεγάλη περιουσία, τους εφοπλιστές, την Εκκλησία κ.λπ. και με μείωση των άχρηστων δαπανών, π.χ. για εξοπλισμούς, ασφάλεια, προγράμματα ΜΚΟ, βιτρίνες (αθλητικές ή προβολής, π.χ. έκθεση Θεσσαλονίκης) κ.λπ.
 
Οι πρόσθετες κρατικές δαπάνες για παραγωγικές επενδύσεις θα μπορούν να χρηματοδοτηθούν από κόψιμο χρήματος που δεν θα είναι πληθωριστικό, γιατί θα κατευθυνθεί στην παραγωγή και όχι στην κατανάλωση, οπότε θα έχει αντίκρισμα σε πραγματικές αξίες.
 
Ας δούμε τώρα το ισοζύγιο πληρωμών. Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα έχει χρόνια αδυναμία να ισοσκελίσει το εμπορικό της ισοζύγιο. Μέρος αυτού του ελλείμματος καλύπτεται από πλεόνασμα σε υπηρεσίες, π.χ. τουρισμός, μεταβιβαστικές πληρωμές και κινήσεις κεφαλαίων. Ωστόσο, το εμπορικό έλλειμμα διογκώθηκε σημαντικά τα χρόνια της ΕΕ από πολυτελείς καταναλωτικές δαπάνες, οι οποίες εύκολα μπορούν να περισταλούν, όπως συμβαίνει δραστικά ούτως ή άλλως το τελευταίο δύσκολο διάστημα: Το εμπορικό έλλειμμα από 44 δισ. το 2008, πήγε στα 31,8 δισ. το 2010, έπεσε στα 19,9 δισ. το 2011, και το πρώτο τρίμηνο του 2012 παρουσίασε περαιτέρω μείωση 32,5% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2011. Ωστόσο, η μείωση αυτή έχει στις παρούσες συνθήκες σαφή όρια: Π.χ. το έλλειμμα στο διατροφικό τομέα (περί τα 135 εκατ. ευρώ μηνιαία) θα συνεχίσει να υφίσταται όσο είμαστε στην ΕΕ, αλλά θα ισοσκελιστεί από εγχώρια παραγωγή στην περίπτωση που βγούμε. Βεβαίως, η Ελλάδα ούτε μπορεί, ούτε θα θέλαμε, ακόμη κι αν μπορούσε, να γίνει μια αυτάρκης χώρα. Υπάρχουν εισαγωγές που είναι απαραίτητες για να διατηρήσουμε ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, αλλά αυτές μπορούν να συνεχίσουν να γίνονται όπως συνέβαινε στα προ ΕΕ χρόνια και όπως κάνουν όλες οι άλλες εκτός ΕΕ χώρες.
 
Επιπλέον, με έξοδο από ευρωζώνη και ΕΕ το εμπορικό ισοζύγιο θα βελτιωθεί γιατί: Πρώτο, η εγχώρια παραγωγή, αφού θα προστατεύεται από δασμούς, θα αυξηθεί. Με άλλα λόγια, θα ανακτηθεί η εσωτερική αγορά. Δεύτερο, το σκληρό ευρώ, όντας εμείς έξω από αυτό, θα λειτουργεί θετικά για το εμπορικό μας ισοζύγιο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Τρίτο, εκτός ΕΕ δεν θα δεσμευόμαστε από κοινοτικές συμφωνίες και θα μπορούσαμε, με διακρατικές συμβάσεις, να εισάγουμε προϊόντα με καλύτερους όρους. Τέλος ένα σε λογικά πλαίσια αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο μπορεί να εξισορροπείται από ένα αντίστοιχα πλεονασματικό ισοζύγιο υπηρεσιών.
 
Το ποσοστό υποτίμησης της δραχμής θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πόσο ελλειμματικό θα είναι το ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών, καθώς όσο μεγαλύτερη θα είναι η υποτίμηση, τόσο θα μικραίνει το έλλειμμα. Η υποτίμηση θα έχει ως αποτέλεσμα να ακριβύνουν τα εισαγόμενα αγαθά, όχι αυτά που θα παράγονται εγχώρια. Όσα από τα εισαγόμενα αγαθά καλύπτουν βασικές ανάγκες, κι επομένως η αύξηση της τιμής τους θα πλήξει το εισόδημα των λαϊκών στρωμάτων, πρέπει να επιδοτηθούν, εν μέρει από τους δασμούς στην εισαγωγή πολυτελών αγαθών.
 
Αρκεί όμως η έξοδος από την ευρωζώνη; Μήπως χρειάζεται και η έξοδος από την ΕΕ; Ναι, γιατί όλα τα μέτρα που περιγράψαμε πιο πάνω, που συγκροτούν ένα ελάχιστο πλαίσιο στήριξης και ανόρθωσης της οικονομίας μόλις βγούμε από την ευρωζώνη, απαγορεύονται ρητά από τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς δεν μπορούν να εφαρμοσθούν όσο η χώρα διέπεται από το νομικό πλαίσιο της Ένωσης. Οι συνθήκες που διέπουν την ΕΕ, όπως διαμορφώθηκαν μετά τη συνθήκη της Λισαβόνας, απαγορεύουν κάθε δασμό ή άλλη ενίσχυση της εθνικής παραγωγής, κάθε περιορισμό στις εισαγωγές και φυσικά κάθε περιορισμό στην κίνηση κεφαλαίων. Οι σημαντικότεροι τομείς για την οικονομία, όπως οι εμπορικές πολιτικές, η αγροτική πολιτική κ.λπ. είναι εκχωρημένες στα κοινοτικά όργανα. Ο «ελεύθερος» ανταγωνισμός αποτελεί καταστατική υποχρέωση για τα κράτη μέλη, με φυσικό επακόλουθο τη συντριβή των ασθενέστερων οικονομιών. Η εφαρμογή του, πέρα από τον πολιτικό έλεγχο, ελέγχεται και δικαστικά. Τέλος, ο αντιδημοκρατικός τρόπος συγκρότησης των οργάνων διοίκησης της ΕΕ και λήψης αποφάσεων αποκλείει κάθε ελπίδα αλλαγής συσχετισμών υπέρ των ασθενέστερων.

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Poetry Bar V: Homophobia


Επ' ευκαιρία της διεθνούς ημέρας ενάντια στην Ομοφοβία δεήσαμε να φτιάξουμε επιτέλους την πολυπόθητη 5η συλλογή του Poetry Bar, αφιερωμένη αποκλειστικά σ'αυτο το πραγματικά εξοργιστικό ζήτημα. Θεωρούμε πως, στους καιρούς της κρίσης που ζούμε, οφείλουν να αναγεννηθούν και να αναζωπυρωθούν ελευθεριακά κινήματα όπως το ομοφυλοφιλικό και το φεμινιστικό. Να φανεί καθαρά ότι στον κόσμο που οραματιζόμαστε δε χωρά κανενός είδους σεξισμός ή διάκριση.

Προσφάτως, σε ανακοίνωση του, το ΚΚΕ δήλωσε ότι η διεκδίκηση προνομίων για τους ομοφυλόφιλους δεν αποτελεί αίτημα του μαζικού εργατικού κινήματος. Υπενθυμίζουμε στα απολιθώματα του Περισσού ότι οι ίδιοι έχουν πάψει να εκφράζουν το όποιο εργατικό κίνημα εδώ και δεκαετίες, πολύ δε περισσότερο το... μαζικό.

Να τονίσω ότι δεν είμαστε υπέρ των "διεθνών" ή "παγκόσμιων ημερών", όμως σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα όσο αυτό, κάθε ευκαιρία που δίνεται για διατύπωση θέσης είναι ευπρόσδεκτη.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ

Τραγούδια:
        1. Antony & The Johnsons - For Today I Am A Boy (2:38)
        2. Bruce Springsteen - Mary Queen Of Arkansas (4:28)
        3. Buju Banton - Boom Bye Bye (3:45)
        4. Chumbawamba - Homophobia (2:31)
        5. Cosmo Jarvis - Gay Pirates (4:27)
        6. David Bowie - Boys Keep Swinging (3:19)
        7. The Disposable Heroes Of Hiphoprisy - Language Of Violence (Jazz Version) (4:41)
        8. Funkadelic - Jimmy's Got A Little Bit Of Bitch In Him (2:32)
        9. The Lemonheads - Big Gay Heart (4:48)
        10. Nick Cave & The Bad Seeds - Stagger Lee (5:16)
        11. Pete Shelley - Homosapien (3:24)
        12. Sananda Maitreya - Billy Don't Fall (4:19)
        13. Senseless Things - Homophobic Asshole (3:53)
        14. The Frogs - Homos (1:59)
        15. The Rubettes - Under One Roοf (4:57)
        16. The Vandals - My Brother Is Gay (2:31)
        17. Tom Robinson Band - Glad To Be Gay (4:56)
        18. Willie Nelson - Cowboys Are Frequently Secretly Fond Of Each Other (4:41)
        19. Κώστας Τουρνάς & Σταμάτης Κραουνάκης - Ο Αχιλλέας Απ' Το Κάιρο (3:49)
        20. Μουσικές Ταξιαρχίες - Ένα Τραγούδι Για Τον Χειμώνα (4:41)


Δείτε ακόμα