Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βύρων Λεοντάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βύρων Λεοντάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Βύρων Λεοντάρης - Ανοικτό βιβλίο


Κλειστό είναι το ανοικτό βιβλίο που κρατάς.
Αλλιώς θα ανοίξει.
Όπως ανοίγει σφαλιστή δίφυλλη πόρτα. Από τη μέση.
Στο στάχωμά τους θα χωρίσουνε τα φύλλα
και με τις έξω άκρες τους στα δάκτυλά σου τρίζοντας
αργά σαν σε ρεζέδες θα περιστραφούν.
Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό
- γιατί, ποιό άνοιγμα χωρίς κενό;
Έτσι κι όταν ανοίγω την ψυχή μου.
Για το κενό του ανοίγματος και μόνο.
Όλα τ` άλλα είναι γνωστά. Σαν "ανοικτό" βιβλίο.

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Βύρων Λεοντάρης - Τα φονικά ακόντια





Οι γέροι στα λεωφορεία
σηκώνουν όρθια τα παιδιά
-για μεταμόσχευση καρδιά
ψάχνει η Γηραιά Κυρία

Μισεί τα νιάτα η σάπια σάρκα
οι ανάπηροι βυσοδομούν
φτύνουνε τ’ άνθη, βλαστημούν
τον έρωτα στα πάρκα

Μες το βυθό του Χειρουργείου
ανάβει ο Μέγας Αχινός
το κλομπ χτυπάει κι ο ουρανός
ανοίγει σαν κρανίο

Λουλούδια τέρατα εφιάλτες
αράχνες μαύροι προβολείς
-στο συρματόπλεγμα η βολή
καρφώνει δρομείς κι άλτες

Χτίζουν τους χτίστες τα ντουβάρια
οι ανεμόμυλοι φυσούν
τον άνεμο, θα καταπιούν
τη θάλασσα τα ψάρια

Ο χρόνος πρήζεται κολλάει
πάνω στους τοίχους, η καρδιά
βγαίνει τη νύχτα απ’ τα κορμιά
και σαν σκυλί αλυχτάει

Τα πέλματα ρόδα ανοιγμένα
οι φλέβες άλυτες θηλιές
σπασμένες ραχοκοκαλιές
σαγόνια γκρεμισμένα

Αίματα και φτερά γεμάτα
βαριά ανεβαίνουν τα κλουβιά
στα ουράνια δώματα –πηδά
λυσσά από κάτω η Γάτα

Σειρήνες γέμισαν οι δρόμοι
φανάρια που αίμα πιτσιλάν
απ’ τα καμιόνια τους πηδάν
γιατροί και νοσοκόμοι

με μάσκες και με δακρυγόνα
μα δε μαζεύεται ο Νεκρός
έγινε θάλασσα ουρανός
κι απλώνει στον αιώνα

(από την “Kρύπτη”, 1968)


Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Βύρων Λεοντάρης - Αποχρωματισμοί


Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
Μες τις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.

Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.

Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
-ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σ’ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα.

Ακούς και δεν γνωρίζεις τ’ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σου ‘χε δοθεί
-σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι ν’αρνηθείς τ’ ανάστημά σου.

Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή,
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;

Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που “διελύθησαν ησύχως….”


(από την “Ομίχλη του μεσημεριού”, 1959)

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Βύρων Λεοντάρης - Ο νεκρός της οθόνης

Έτσι όπως έγυρε στην τελική του πτώση
αρπάχτηκε από την οθόνη που έπεσε κι αυτή μαζί από πάνω του
μανδύας διάτρητο σκοτάδι.
Τρέξαμε τον σηκώσαμε και στα κρυφά περάσαμε στην έξοδο κινδύνου
έμπαζε από παντού αναφυλλητό
η νύχτα της Αθήνας ξέβραζε ναυάγια τραγουδιών και σάπια φώτα
κι η σκάλα φρέαρ στο πουθενά.

Ίλιγγοι και στροφές η κάθοδος.
Χυμούσε από ψηλά να μας τον πάρει ο ουρανός
και κάτω μας λυσσομανούσαν υποχθόνια πνεύματα
καθε σκαλί μας σκαμπανέβαζε σαν κύμα
- κι η σκάλα ανέβαινε; κατέβαινε; -
μα εμείς γερά κρατούσαμε
παληοί της συντεχνίας
μανουβραδόροι σε λιμάνια και σταθμούς
σε αναχωρήσεις και σε αφίξεις
για τα μεγάλα βάσανα και τα βαριά τα πένθη
βαστάζοι των αβάσταχτων κι ασήκωτων του κόσμου.

...Αγέρωχος, αγαλματένιος μεσ'στην πίκρα του
άσπρα κοράλλια οι ξεραμένοι αφροί στα
χείλη του
η θάλασσα απ' τα μάτια του φευγάτη
ολόσωμος μέσα στη νύχτα φωσφορίζων
σήματα κρυπτογραφικά απόκοσμα μηνύ-
ματα.

Όχι, θα τον αφήναμε στον έλεο του κοινού
σε ασθενοφόρους κριτικούς και περιπολικούς δημοσιογράφους
για την των παθημάτων κάθαρση...
Ασ' τους να ψάχνονται οι περίοπτοι θεατές
στην αίθουσα
όταν ανάβουνε τα φώτα κι ασβεστώνονται οι ψυχές.
Ίσαμε εδώ η μέθεξη.
Μας παίξατε, κύριοι, στην τέχνη και μας χάσατε.

...Κι έτσι, τρεκλίζοντας, αγκαλιαστά μπουκάραμε απρόσκλητοι στο Poetry Bar.
Kονιάκ!...και μη μου λες εμένα ''κλείνουμε" παλιορουφιάνα
Ποτήρι και στο φίλο μας...Και μακρυά τα χέρια απ' τον συναγερμό.
Τώρα θα δεις τι πάει να πει μεθύσι των νεκρών.
Δεν είμαστε ποιήματα για απαγγελία και πώληση αλλά για αυτοπυρπόληση.

Κάθε πρωί εξαφανίζουνε τις στάχτες μας.




Δευτέρα 11 Μαΐου 2009

Βύρων Λεοντάρης - Χωρίς τίτλο (X)



Λόγια ἐκ περάτων συνάχτηκαν
γιὰ τὸν Ἀγώvιο ποὺ πεθαίνει
φτεροκοποῦν ἀπάνω κάτω στὸ τρεμάμενο τὸ ἑσπέρας
θέλουν νὰ τὸν σηκώσουν στὰ φτερὰ τους ἕνα γῦρο νὰ τὸν πᾶν
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια
μὰ αὐτὸς πεθαίνει ἀπών
ματαιωμένος καὶ ἀπών
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια - ἐδῶ παίζαμε ἄλλοτε
ἐδῶ ζήσαμε
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας
Ἐδῶ... ἄλλοτε... Ὅμως τὸ ἐδῶ μὲ ἐντὸς του τὸ ἄλλοτε δὲν εἶναι πιὰ ἐδῶ
καὶ τὸ ἄλλοτε μὲ ἐντὸς του τὸ ἐδῶ δὲν εἶναι πιὰ ἄλλοτε

... παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα «φρούρια» μὲ κοτρῶνες στὶς ἀλάνες
«συμμορίες» πετροπόλεμοι ἢ ξεθάβοντας χειροβομβίδες
σκουριασμένες στὰ δασάκια
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας - ἀργότερα
μπήκαμε στὸ παιχνίδι τῶν μεγάλων σὲ ἄχαρη ἐποχὴ
ἄρχιζε νὰ τσακίζει ἡ Ἐπανάσταση νὰ φτιασιδώνεται ν' ἀλλάζει εὔκολα ὀνόματα
λέγανε τώρα «θύματα» τοὺς μάρτυρες
καὶ τῶν πληγῶν τὸ χάος «εἰρήνη»
στὸ ἰδανικὸ ὑπεισέρχονταν τὸ τερατῶδες ὑπαρκτὸ
καὶ μόνο ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ προκήρυξη διαμαρτυρίες ἠμιπαράνομα
ἔντυπα ἔρανοι γιὰ τοὺς ἐξορίστους ψιλοπράματα
καὶ σὲ ὦρες ἀθυμίας πειραζόμασταν πόσα χρονάκια φυλακὴ μποροῦν
νὰ μᾶς κοστίσουν ὅλα αὐτὰ
καὶ τότε αὐτὸς σηκώθηκε «λοιπόν, μονάχα αὐτό; δὲν παίζουμε τὴ ζωή μας;»
κι οἱ ἄλλοι γύρισαν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπο
κι ἀπόμεινε χλωμὸς καὶ διάφανος ἔξαλλος μὲς στὸν ἴδιο του τὸν τρόμο
τρεκλίζοντας καὶ σάμπως νὰ πνιγόταν
γιατί ἔνιωσε ὅτι φριχτὴ ἡ βλαστήμια ποὺ ξεστόμισε
ὅτι πατοῦσε πάνω σὲ ἄλλων ζωὲς καὶ πεπρωμένα
καὶ πὼς κανένας πιὰ μπαγκιέρης δὲν ὑπῆρχε νὰ δεχτεῖ τὴ ζωή του
καὶ τότε ἦταν ποὺ ζήτησε νὰ γίνει ἡ Κρίση ἐπιτέλους νὰ τελειώνουμε
ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀναγνώριζε τὸ ἔγκλημα

... κι αὐτὴ τόσο ὄμορφη τόσο ἄδικα ὄμορφη
τὰ μάτια μου νὰ σέρνει μὲς στὸν κουρνιαχτὸ τῶν δρόμων
κι ἀτέλειωτες ἀγρυπνίες κι ἡ σκιά μου πέρα δώθε σὰν ἐκκρεμὲς
πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου… κανεὶς δὲν εἶμαι
ἀπῶν ματαιωμένος καὶ ἀπῶν
ἄδειος - κερὶ μολύβι καὶ χαρτὶ
λιώνει καὶ τὸ μολύβι σὰν κερὶ καὶ τὸ χαρτὶ ἀποσαθρώνεται
τὸ κατατρῶνε ὀξειδώσεις σχιζομύκητες ἀνόβια
κι ἀναρωτιέμαι ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
λέξεις καὶ συλλαβὲς ἀλληλοσπαραγμένες
στίχοι μὲ κατακλεῖδες ποὺ ἠχοῦν σὰν λαιμητόμοι

... παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα στὸν κουρνιαχτὸ τοῦ κόσμου
κι ἡ σκιά μου πέρα δῶθε σὰν ἐκκρεμὲς πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου... κανεὶς δὲν εἶμαι
τίποτε δὲ σημαίνω τίποτε δὲν ἔχω νόημα
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
κωπηλατῶ γιὰ τὰ παλιὰ κι εἶναι ἡ φωνή μου τρύπια
μπαίνουν νερὰ τ' ἀδειάζω μπαίνουνε ξανὰ
σῶσον μέ, Σκότος, φύλαξον τοῦ βίου μου τὰ κρύφια
καὶ κάνε νὰ τελειώσει τοῦτος ὁ βραχνὰς
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται -ἐδῶ ζήσαμε... τί λόγος...
τὸ «ζήσαμε» ματαιώνει τὸ «ἐδῶ» καὶ τὸ «ἐδῶ» τὸ «ζήσαμε»
κανεὶς δὲν εἶμαι πουθενὰ δὲν εἶμαι
ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
δὲν ἔχει νόημα τὸ νὰ τελειώσει
τέλος εἶναι τὸ ματαιωμένο τέλος

καθένας μας πεθαίνει ἀπῶν

Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.

Δείτε ακόμα