(Μια παλιά συζήτηση που λόγω επικαιρότητας βρίσκει αφορμή να ξανανοιχτεί )
Του Φώτη Τερζάκη, Δεκέμβρης 2002
Όποιος υποβιβάζει τα πολιτικά ζητήματα σε απλές αστυνομικές υποθέσεις, προσφέρει κακές υπηρεσίες στη δημοκρατία, γιατί είναι αυτός πρώτος που μεταφέρει το ουσιώδες από το επίπεδο των επιχειρημάτων και των αξιών στο επίπεδο της βάναυσης και τυφλής δράσης. Εκείνοι που τους τελευταίους μήνες μας βομβαρδίζουν με λυσσαλέα επιμονή, προσπαθώντας να ποινικοποιήσουν όχι μόνο τη δράση τής --εξουδετερωμένης κατά πολλούς τρόπους πλέον-- "17 Νοέμβρη" αλλά και την όποια γνώμη ή στάση που αρνείται να ξεκινήσει με την πειθήνια δήλωση μιας δημόσιας αποκήρυξής της, πρέπει να θυμούνται ότι η ίδια η ποινικοποίηση είναι πολιτική ενέργεια: και τούτο φαίνεται καθαρά εκεί όπου ξεδιπλώνεται ως την άλλη της άκρη αυτή η ρητορεία. "Η τρομοκρατία [δηλαδή αυτό που εκείνοι εννοούν λέγοντας τη λέξη] είναι ντροπή να συνδέεται με οποιαδήποτε πολιτική ιδέα ή παράταξη, είναι έγκλημα τού κοινού ποινικού δικαίου, και από τα πιο ειδεχθή μάλιστα", λένε. Όποιος αφελώς αποδεχθεί τους όρους αυτής της διατύπωσης, εκ πρώτης όψεως σύμφωνης με τις αντιλήψεις του συρμού περί δημοκρατικής νομιμότητας, θα πρέπει να είναι έτοιμος να δεχθεί σιωπηρά και τον δεύτερο, πιο περίπλοκο συλλογισμό που ακολουθεί: "....και είναι η αριστερά εκείνη που με τα πομπώδη και μεγαλεπήβολα ιδεολογήματά της γεννά τέτοιες εγκληματικές πρακτικές, ιδεολογήματα που απλώς νομιμοποιούν τον φόνο και άλλωστε δεν διαφέρουν απ' αυτόν παρά μόνο κατά την κλίμακα". Ιδού λοιπόν πώς η αποπολιτικοποίηση κάποιων βίαιων δημόσιων πράξεων γίνεται όχημα μιας ποινικοποίησης της πολιτικής. Και ιδού πώς η ίδια η "αριστερά" (στον όρο αυτό δεν περιλαμβάνονται βεβαίως οι απλές πόρνες του μεταπολιτευτικού πολιτικού βίου, τις οποίες επαξίως θα μπορούσε να εκπροσωπεί ο κ. Μ. Θεοδωράκης) αποδέχεται ελαφρά τη καρδία το μερίδιο της ενοχής που προσπαθούν να της απονείμουν, κλέβοντας την παράσταση σε υστερική νομιμοφροσύνη και αποκηρύσσοντας μελοδραματικά οποιαδήποτε υπόνοια μη συμμόρφωσης με την έννομη τάξη.
Όποιος υποβιβάζει τα πολιτικά ζητήματα σε απλές αστυνομικές υποθέσεις, προσφέρει κακές υπηρεσίες στη δημοκρατία, γιατί είναι αυτός πρώτος που μεταφέρει το ουσιώδες από το επίπεδο των επιχειρημάτων και των αξιών στο επίπεδο της βάναυσης και τυφλής δράσης. Εκείνοι που τους τελευταίους μήνες μας βομβαρδίζουν με λυσσαλέα επιμονή, προσπαθώντας να ποινικοποιήσουν όχι μόνο τη δράση τής --εξουδετερωμένης κατά πολλούς τρόπους πλέον-- "17 Νοέμβρη" αλλά και την όποια γνώμη ή στάση που αρνείται να ξεκινήσει με την πειθήνια δήλωση μιας δημόσιας αποκήρυξής της, πρέπει να θυμούνται ότι η ίδια η ποινικοποίηση είναι πολιτική ενέργεια: και τούτο φαίνεται καθαρά εκεί όπου ξεδιπλώνεται ως την άλλη της άκρη αυτή η ρητορεία. "Η τρομοκρατία [δηλαδή αυτό που εκείνοι εννοούν λέγοντας τη λέξη] είναι ντροπή να συνδέεται με οποιαδήποτε πολιτική ιδέα ή παράταξη, είναι έγκλημα τού κοινού ποινικού δικαίου, και από τα πιο ειδεχθή μάλιστα", λένε. Όποιος αφελώς αποδεχθεί τους όρους αυτής της διατύπωσης, εκ πρώτης όψεως σύμφωνης με τις αντιλήψεις του συρμού περί δημοκρατικής νομιμότητας, θα πρέπει να είναι έτοιμος να δεχθεί σιωπηρά και τον δεύτερο, πιο περίπλοκο συλλογισμό που ακολουθεί: "....και είναι η αριστερά εκείνη που με τα πομπώδη και μεγαλεπήβολα ιδεολογήματά της γεννά τέτοιες εγκληματικές πρακτικές, ιδεολογήματα που απλώς νομιμοποιούν τον φόνο και άλλωστε δεν διαφέρουν απ' αυτόν παρά μόνο κατά την κλίμακα". Ιδού λοιπόν πώς η αποπολιτικοποίηση κάποιων βίαιων δημόσιων πράξεων γίνεται όχημα μιας ποινικοποίησης της πολιτικής. Και ιδού πώς η ίδια η "αριστερά" (στον όρο αυτό δεν περιλαμβάνονται βεβαίως οι απλές πόρνες του μεταπολιτευτικού πολιτικού βίου, τις οποίες επαξίως θα μπορούσε να εκπροσωπεί ο κ. Μ. Θεοδωράκης) αποδέχεται ελαφρά τη καρδία το μερίδιο της ενοχής που προσπαθούν να της απονείμουν, κλέβοντας την παράσταση σε υστερική νομιμοφροσύνη και αποκηρύσσοντας μελοδραματικά οποιαδήποτε υπόνοια μη συμμόρφωσης με την έννομη τάξη.