Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Τερζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Τερζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2022

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΜΥΝΟΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ;


Ξαφνικά, εδώ κι ένα δεκαήμερο ο ειδησεογραφικός βομβαρδισμός για τις «εκατόμβες της πανδημίας» σίγησε. Όχι επειδή το συμβάν θεωρήθηκε λήξαν: τα τιμωρητικά μέτρα της κυβέρνησης κατά των «απείθαρχων» πολιτών σε αγαστή σύμπραξη με τους εργοδοτικούς εκβιασμούς, η δημόσια μασκαράτα της «προφύλαξης», ο φόρος υγείας στους πολίτες κάποιας ηλικίας που εννοούν να προστατεύσουν  τον εαυτό τους από μια ναζιστικού τύπου γενετική παρέμβαση και, πάνω απ’ όλα, η μεθοδευμένη στρατηγική εξόντωσης κάπου 10.000 ανυπότακτων υγειονομικών, συνεχίζονται με ανανεωμένο σαδισμό κι εκδικητική εμμονή – δείχνοντας πώς οι στόχοι τους ούτε βραχυπρόθεσμοι ούτε απλώς «υγειονομικοί» ήταν. Ο λόγος είναι ότι η κυβερνητικά επιδοτούμενη βιομηχανία των fake news ανέλαβε νέα αποστολή, όπου και μετέφερε άρδην όλο το τεχνικό της προσωπικό: μια κολοσσιαία προπαγανδιστική εκστρατεία υπέρ των ΝΑΤΟϊκών της αφεντικών και την ευρωπαϊκών τους δεκανέων, κατά του γεωστρατηγικού τους αντιπάλου, της Ρωσίας.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

Ανοσίας το ανάγνωσμα, ή η πρόθυμη διανόηση στις υπηρεσίες του νεοφασιστικού κράτους



Του Φώτη Τερζάκη

Εν μέσω του δεύτερου και πολύ πιο επιθετικού εγκλεισμού με υγειονομικό πρόσχημα, υπό την απειλή μιας μελοδραματικά σκηνοθετημένης «πανδημίας», στις 4 Φεβρουαρίου 2021 στον δικτυακό τόπο SLpress αναρτήθηκε ένα κείμενο με τίτλο «Επιστήμονες-κορονοϊός: Γιατί πρέπει όλοι να κάνουμε το εμβόλιο».1 Από τη πρώτη ματιά είναι φανερό ότι πρόκειται για φτηνή προπαγάνδα, αλλά υπάρχουν τρία τουλάχιστον σημεία στα οποία αξίζει να σταθούμε και να τα μεγεθύνουμε στον φακό τής κριτικής.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

ΦΥΛΑΚΕΣ

του Φώτη Τερζάκη

Αυτό που μένει από το Άουσβιτς ήταν ο τίτλος ενός παλαιότερου βιβλίου τού Giorgio Agamben – το ξαναθυμήθηκα βλέποντας την πρόσφατη ελληνική του έκδοση…1 Τί είναι λοιπόν αυτό που μένει από το Άουσβιτς, το αληθινό στίγμα της σύγχρονης Ευρώπης; Είναι, σκέφτομαι, οι δεκάδες χιλιάδες (ξέρει κανείς πόσες ακριβώς;) ξεριζωμένων προσφύγων που κρατιούνται αυτή τη στιγμή αιχμάλωτοι στην ελληνική επικράτεια –στον μη τόπο που έμβλημα έχει την φοβερή αρχή: χωρίς ιθαγένεια = λιγότερο άνθρωπος–

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

H «ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ» ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΕΞΙΑΣ

Του Φώτη Τερζάκη

Μέσα στον σημαδεμένο χειμώνα του 2015, τη στιγμή που μια εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση η οποία θέλει να λέγεται «αριστερή» γονάτιζε μπροστά στα εκτελεστικά όργανα των ευρωπαϊκών τραπεζών και επιχειρήσεων παραιτούμενη από το ανειλημμένο καθήκον να κυβερνήσει προς το συμφέρον τού λαού που την εξουσιοδότησε, πρακτορεία του νεοφιλελεύθερου «εκσυγχρονισμού» και του δωσιλογικού ευρωπαϊσμού στο εσωτερικό τής χώρας –έντυπα όπως το The Athens Review of Books, το The Books Journal κι ένα μέρος τού αηδιαστικού καθεστωτικού τύπου– σήκωναν έναν αδικαιολόγητο θόρυβο δημοσιότητας γύρω από ένα «φιλοσοφικό» πόνημα τρίτης –επιεικώς– κατηγορίας: το βιβλίο τού Mark Lilla, Η σαγήνη των Συρακουσών. Διανοούμενοι στην πολιτική1. Γιατί άραγε;

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Μετά τη συντριβή

του Φώτη Τερζάκη


Είναι τουλάχιστον ειρωνεία ένα απολυταρχικό καθεστώς που έχει μετέλθει όλα τα μέσα για να τσακίσει τη λαϊκή βούληση να σε καλεί σε εκλογές. Θυμίζει το περίφημο δημοψήφισμα του «Ναι στο Σύνταγμα» της απριλιανής δικτατορίας. Αυτή είναι όμως η πραγματικότητα μπροστά στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, στην Ελλάδα,

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ

του Φώτη Τερζάκη

Δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα και τα μαντρόσκυλα του φιλελευθερισμού (Ηλία Κανέλλης, Ηλίας Μαγκλίνης, Πάσχος Μανδραβέλης, Πέτρος Τατσόπουλος, ανώνυμοι καταδότες στις υπηρεσίες τού Διαδικτύου, ο αξιοθρήνητος Δένδιας, και άλλοι πολλοί ων ουκ έστι τέλος) δείχνουν πάλι τα δόντια τους· οι δολοφόνοι τού νοήματος διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το ότι ένας «δολοφόνος» διεκδικεί το δικαίωμα να δημοσιοποιεί απόψεις του μέσ’ από τον δίαυλο που είναι κατά συνθήκην υποχρεωτικός για όποιον επιθυμεί να εκφραστεί δημοσίως: την έκδοση ενός βιβλίου που κυκλοφορεί ως εμπόρευμα στην αγορά. Ποιον επιδιώκουν να τρομοκρατήσουν; Τους πολυάριθμους αναγνώστες και αγοραστές τού βιβλίου; Τον εκδοτικό οίκο που ανέλαβε την έκδοση; Τους νόμιμους δικαιούχους που είναι η οικογένεια του φυλακισμένου συγγραφέα; Ή ολόκληρη την Αριστερά στο πλαίσιο ενός βρόμικου πολιτικού παιχνιδιού κατασπίλωσης και συκοφάντησης ενόψει τού τρόμου που διακατέχει όλο το σαθρό πολιτικό σύστημα και τους προστάτες του απέναντι στο ενδεχόμενο μιας εκλογικής νίκης τού ΣΥΡΙΖΑ (ό,τι κι αν συνεπάγεται αυτό στην πράξη);

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Περί δημοκρατικής νομιμότητας και "τρομοκρατίας"

(Μια παλιά συζήτηση που λόγω επικαιρότητας βρίσκει αφορμή να ξανανοιχτεί )

Του Φώτη Τερζάκη, Δεκέμβρης 2002

Όποιος υποβιβάζει τα πολιτικά ζητήματα σε απλές αστυνομικές υποθέσεις, προσφέρει κακές υπηρεσίες στη δημοκρατία, γιατί είναι αυτός πρώτος που μεταφέρει το ουσιώδες από το επίπεδο των επιχειρημάτων και των αξιών στο επίπεδο της βάναυσης και τυφλής δράσης. Εκείνοι που τους τελευταίους μήνες μας βομβαρδίζουν με λυσσαλέα επιμονή, προσπαθώντας να ποινικοποιήσουν όχι μόνο τη δράση τής --εξουδετερωμένης κατά πολλούς τρόπους πλέον-- "17 Νοέμβρη" αλλά και την όποια γνώμη ή στάση που αρνείται να ξεκινήσει με την πειθήνια δήλωση μιας δημόσιας αποκήρυξής της, πρέπει να θυμούνται ότι η ίδια η ποινικοποίηση είναι πολιτική ενέργεια: και τούτο φαίνεται καθαρά εκεί όπου ξεδιπλώνεται ως την άλλη της άκρη αυτή η ρητορεία. "Η τρομοκρατία [δηλαδή αυτό που εκείνοι εννοούν λέγοντας τη λέξη] είναι ντροπή να συνδέεται με οποιαδήποτε πολιτική ιδέα ή παράταξη, είναι έγκλημα τού κοινού ποινικού δικαίου, και από τα πιο ειδεχθή μάλιστα", λένε. Όποιος αφελώς αποδεχθεί τους όρους αυτής της διατύπωσης, εκ πρώτης όψεως σύμφωνης με τις αντιλήψεις του συρμού περί δημοκρατικής νομιμότητας, θα πρέπει να είναι έτοιμος να δεχθεί σιωπηρά και τον δεύτερο, πιο περίπλοκο συλλογισμό που ακολουθεί: "....και είναι η αριστερά εκείνη που με τα πομπώδη και μεγαλεπήβολα ιδεολογήματά της γεννά τέτοιες εγκληματικές πρακτικές, ιδεολογήματα που απλώς νομιμοποιούν τον φόνο και άλλωστε δεν διαφέρουν απ' αυτόν παρά μόνο κατά την κλίμακα". Ιδού λοιπόν πώς η αποπολιτικοποίηση κάποιων βίαιων δημόσιων πράξεων γίνεται όχημα μιας ποινικοποίησης της πολιτικής. Και ιδού πώς η ίδια η "αριστερά" (στον όρο αυτό δεν περιλαμβάνονται βεβαίως οι απλές πόρνες του μεταπολιτευτικού πολιτικού βίου, τις οποίες επαξίως θα μπορούσε να εκπροσωπεί ο κ. Μ. Θεοδωράκης) αποδέχεται ελαφρά τη καρδία το μερίδιο της ενοχής που προσπαθούν να της απονείμουν, κλέβοντας την παράσταση σε υστερική νομιμοφροσύνη και αποκηρύσσοντας μελοδραματικά οποιαδήποτε υπόνοια μη συμμόρφωσης με την έννομη τάξη.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Υπάρχει φιλόσοφος Αλαίν Μπαντιού;


του Φώτη Τερζάκη

Στον κόσμο που δεν έχει διαβάσει ποτέ φιλοσοφία επικρατεί η αντίληψη ότι πρόκειται για κάτι το σιβυλλικό και σε τελική ανάλυση ακατανόητο. Μικρό ώς εδώ το κακό· το χειρότερο είναι ότι συχνά τείνουν να εφαρμόζουν αυτό τον συλλογισμό και αντίστροφα: ό,τι τους φαίνεται συβιλλικό και ακατανόητο πρέπει να είναι φιλοσοφία... Το πραγματικά καταστροφικό, τώρα, είναι ότι εμφανίζεται μια μερίδα λογίων οι οποίοι, ενσωματώνοντας υπόρρητα τη διαστροφή της κοινής αντίληψης, αισθάνονται ότι για να καταξιωθούν φιλοσοφικά οφείλουν να είναι σιβυλλικοί και ακατανόητοι και ότι, αν είναι τέτοιοι, μπορούν να χριστούν αυτοδικαίως φιλόσοφοι. Αυτό ίσως ενισχύεται από μια ψυχολογική ανάγκη που μοιάζουν να εκδηλώνουν ορισμένοι, οι οποίοι αντλούν προφανώς κάποιου είδους διαστροφική ηδονή επινοώντας αλλόκοτες κι εκκωφαντικά ηχηρές εκφράσεις, αβυθομέτρητης σημασίας, με τις οποίες κόβουν το αίμα τού απλοϊκού κοινού τους - κάνοντας τσιχλόφουσκα τη σύνταξη, ουσιαστικοποιώντας ρήματα, ρηματοποιώντας ουσιαστικά, αποκολλώντας και ανασυγκολλώντας προθέσεις με αφηρημένους ονοματικούς τύπους... Το έθος αυτό, ως γνωστόν, παρουσιάζει ενδημική εξάπλωση στην παριζιάνικη διανόηση, ιδίως σε εποχές όπως η δική μας όπου γίνεται όλο και σπανιότερο να έχεις κάτι να πεις, ωστόσο στην Ελλάδα έχει εξαρχής βρει ενθουσιώδεις μιμητές. Πρώτος διδάξας ήταν ο Γιώργος Βέλτσος, ο οποίος σιγά σιγά δημιούργησε σχολή: σήμερα διαθέτουμε έναν ολόκληρο αστερισμό μεταφραστών και μεταφρασεολόγων, διδακτόρων (κατά προτίμησιν του Παντείου και κατά προτίμησιν του Τμήματος Επικοινωνιών), ψυχαναλυτών ή «ψυχαναλυτών», επιφυλλιδογράφων στον Τύπο κι εκδοτών περιοδικών οι οποίοι διακονούν με προσήλωση το είδος.

Τέτοια είναι, δυστυχώς, η περίπτωση του Αλαίν Μπαντιού, στον οποίον επεφύλαξαν εσχάτως διθυραμβική υποδοχή στον Ελλάδα ως τον τελευταίον εν ζωή μεγάλο φιλόσοφο. Και είναι θλιβερό να βλέπεις έναν ξεμωραμένο γέρο να τον σέρνουν σε παράτες και εκδηλώσεις, τιμητικές εσπερίδες και συνεντεύξεις Τύπου και αυτός, με ύφος μακάριας αυταρέσκειας και με τη γενναιόδωρη καταδεκτικότητα οιονεί θεού, να ανοίγει το στόμα του και να φθέγγεται μνημειώδεις ασυναρτησίες. Το γεγονός συνοδεύτηκε από αλλεπάλληλες εκδόσεις παλαιότερων και πρόσφατων έργων του (φιλοσοφικών και πολιτικών, διότι ο Μπαντιού έχει γράψει επίσης μυθιστορήματα και θεατρικά έργα). Τα βιβλία αυτά στην πλειονότητά τους δεν διαβάζονται, και πιθανότατα δεν φταίει γι' αυτό η μετάφραση (μολονότι κατά τόπους ίσως έχει συμβάλει στην ακατανοησία): η «φιλοσοφική» του πρόζα θυμίζει τις παρλάτες των κωμικών του ελληνικού κινηματογράφου, όταν μιμούνται το ιδίωμα των «κουλτουριάρηδων» - κοντολογίς, βγάζει γέλιο. Προς τι, λοιπόν, όλη αυτή η φασαρία; Τελικώς λέει κάτι ο Μπαντιού, και τι είναι αυτό;

Ο Αλαίν Μπαντιού, γεννημένος το 1937 στη Ραμπάτ του Μαρόκου, ξεκίνησε τη θεωρητική του σταδιοδρομία ως μαθηματικός. Ο προσηλυτισμός του στον μαρξισμό έγινε υπό την επιρροή τού Λουί Αλτουσέρ, επιτονισμένη με ισχυρές, και ισόβιες, όπως φαίνεται, μαοϊκές συμπάθειες. Δεν είναι του παρόντος να σχολιάσουμε την πολιτική σημασία τού εγχειρήματος του Αλτουσέρ (ό,τι ο Καστοριάδης στη ριζοσπαστική του νιότη αποκαλούσε πνευματωδώς «νέο-πρώην-νέο-σταλινισμό»)· εν πάση περιπτώσει, ένα βιβλίο του γραμμένο εκείνη την εποχή (1970), που έτυχε να μεταφραστεί στα ελληνικά, η Διαλεκτική επιστημολογία (Καστανιώτης, 1972), είναι βιβλίο αρκετά σοβαρό και συγκροτημένο επιχειρηματολογικά, που πραγματεύεται κάτι συγκεκριμένο: τη διείσδυση της αστικής ιδεολογίας στα μαθηματικά μοντέλα που χρησιμοποιούνται στις κοινωνιομετρικές αναλύσεις - και σε αξιοσημείωτη απόκλιση, πρέπει να προσθέσουμε, από τον ίδιο τον Αλτουσέρ, ο οποίος αντιδιέστελλε δογματικά την «επιστήμη» προς την «ιδεολογία»... Το σαράκι τού μεγάλου στοχαστή φαίνεται ότι ξύπνησε στην ψυχή του Μπαντιού γύρω στα μέσα της δεκαετίας του '80, ύστερα από την καταβύθιση του τελευταίου θορυβώδους θεωρητικού ρεύματος που πρυτάνευσε στην παρισινή σκηνή έως τη δεκαετία του '70 και ορισμένοι συνόψισαν υπό την αμφίλογη έννοια του «μεταμοντέρνου», οπότε άρχισε να καταστρώνει και το πιο φιλόδοξο έργο του: Είναι και συμβάν (1988). Η σκέψη του έκτοτε περιστρέφεται γύρω από ανάπτυξη της έννοιας του συμβάντος (evenement), που αυτός όσο και οι οπαδοί του θεωρούν την πιο προσωπική φιλοσοφική του συμβολή. Το «συμβάν» διαστέλλεται προς το Είναι, όπως το «γίγνεσθαι» διαστέλλεται προς το Είναι στον Χέγκελ, ο «χρόνος» διαστέλλεται προς το Είναι στον Χάιντεγκερ και το «μηδέν» διαστέλλεται προς το Είναι στον Σαρτρ: μέσα από τη ρητορική τού τίτλου, εμφανώς, ο Μπαντιού διεκδικεί μια ισότιμη θέση στη χορεία των παραπάνω στοχαστών. Τι περισσότερο έχει όμως να πει με την κατασκευή του;

Η προβληματική αυτή ξεκινάει από τον τρόπο που ο Χέγκελ χρησιμοποίησε τις τροπικές κατηγορίες του υπαρκτού/δυνατού για να παραγάγει όλο τον δυναμισμό που διέπει τα διάφορα επίπεδα του συστήματός του - τόσο στο πεδίο της λογικής έκπτυξης της Εννοιας όσο και στον αντεστραμμένο κόσμο της Φύσης, κι εντέλει της ίδιας της Ιστορίας. Η χειρονομία αυτή συνιστά την καρδιά της εγελιανής διαλεκτικής, πρέπει όμως να γίνεται κατανοητή υπό δύο διευκρινιστικούς όρους: πρώτον, το «Είναι» που γίνεται αντικείμενο άρνησης, εδώ εννοείται ως Είναι-διορισμένο· και, δεύτερον, η άρνηση του Είναι συνιστά πάντα διαλεκτική άρνηση (Aufhebung): δηλαδή, επανακαθορισμό του καθορισμένου, που αποδεσμεύει τις ενυπάρχουσες σε αυτό, αλλά μη ενεργοποιημένες ακόμα, δυνατότητες - άρση εδραιωμένων διορισμών που ανοίγει ένα (ορίσιμο μάλλον, παρά αόριστο, και πάντως πεπερασμένο) πεδίο εφικτών μετασχηματισμών. Στην ιστορικοποιημένη διαλεκτική του Μαρξ αυτό ακριβώς είναι το έργο της επανάστασης. Οταν ο Ερνστ Μπλοχ και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έδιναν σε αυτή την ιδέα έναν μεσσιανικό επιτονισμό, δεν έκαναν άλλο από να τονίζουν την αξιακή προτεραιότητα του ελευσόμενου έναντι του υπαρκτού, ως τέτοιου που υπάρχει. Κληρονόμοι της φαινομενολογικής παράδοσης, όπως ο Χάιντεγκερ και ο Σαρτρ, από την άλλη πλευρά, προσπαθούσαν να μεταγράψουν σε οντολογική γλώσσα αυτή την προτεραιότητα του καθορίσιμου (ύπαρξη) έναντι του καθορισμένου (ουσία), ενώ ο Μπεργκσόν αναδιέτασσε το ίδιο ζεύγμα υπό τη διαστολή του οργανικού/ζωικού προς το «ανόργανο». Υπόδειγμα του ανόργανου για τον Μπεργκσόν ήταν ακριβώς η λογιστική διάνοια, τα μαθηματικά, τα οποία επίσης για τον Χέγκελ αντιπροσώπευαν την κατώτερη, στατική μορφή τού νοείν (Verstand), η οποία αδυνατεί να συλλάβει το πέρασμα από το Είναι στο γίγνεσθαι.

Ξαναθέτω το ερώτημα: Τι έχει να προσθέσει σε αυτά ο Αλαίν Μπαντιού; Οταν στα δοκίμια που έχουμε μπροστά μας εξισώνει τα μαθηματικά με την οντολογία, λέει κάτι περισσότερο από τούτο τον κοινό τόπο στις μεγάλες φιλοσοφικές παραδόσεις του 20ού αιώνα; Εκείνο που απλώς επιχειρεί είναι, χρησιμοποιώντας όλα τα λογικά παράδοξα της σύγχρονης μαθηματικής, μοντέλα και θεωρήματα που ελάχιστοι καταλαβαίνουν και τα οποία δεν χρησιμεύουν σε κανέναν (εκτός από τους ίδιους τους μαθηματικούς, για να τους θυμίζουν τα όρια των αποβλέψεών τους), γαρνίροντας επιπροσθέτως αυτή την απόπειρα με εκκεντρικές έννοιες δικής του κοπής -η «υφαίρεση», το «γενολογικό» και άλλες τέτοιες πομπώδεις κενολογίες- ή με κοινόχρηστους όρους, όπως «αναποφάνσιμο», «μη διακρίσιμο» κ.λπ., στους οποίους νομίζει πως δίνει καινούρια σημασία, να υποδείξει μία έννοια αλήθειας αντιτιθέμενη σε όλες τις σημασίες που έχει λάβει ποτέ αυτή στη μακραίωνη χρήση της: κοντολογίς, μιαν «αλήθεια» τόσο ασύλληπτη, α-διανόητη, μη διακρίσιμη και ανεπίδεκτη διορισμού, που είναι ακριβώς σαν να μην υπάρχει! Ερώτημα: Και τι θα άλλαζε αν δεν είχαμε αυτή την έννοια; Μια «αλήθεια» που δεν διαφοροποιείται σε τίποτε από τον σχετικιστικό της αντίποδα, και μια «ηθική» που πρακτικώς δεν διακρίνεται από τον πιο καθαρό ντεσιζιονισμό (η «ελευθερία» του Σαρτρ -είμαι ό,τι οι πράξεις μου με κάνουν- έλεγε ήδη όλα όσα πάει να πει ο Μπαντιού με τον όρο «υποκειμενοποίηση», με το ασύγκριτο πλεονέκτημα ότι ήταν μια κοινή έννοια που όλοι καταλάβαιναν) είναι, για να το πούμε έτσι, τζάμπα το χαρτί και το μελάνι.

Στα δύο τελευταία κείμενα του βιβλίου, που είναι κείμενα αναφοράς, αντιλαμβάνεται πλήρως κανείς την έλλειψη γείωσης που μαστίζει αυτή τη σκέψη. Το κείμενο με τον παραπλανητικό τίτλο «Φιλοσοφία και ψυχανάλυση» ταυτίζει, όπως αποδεικνύεται, την ψυχανάλυση με τον Ζακ Λακάν, ενώ η φιλοσοφία δεν υπεισέρχεται παρά ως απελπισμένη απόπειρα του Μπαντιού να τιθασεύσει τις ανοικονόμητες σημασιολογικές ακροβασίες του Λακάν, υπερακοντίζοντας σε εννοιολογικές ακροβασίες που φαίνονται πολύ πιο γελοίες, επειδή ακριβώς τούς λείπει η διαβολική αίσθηση της ειρωνείας που διαθέτει ο ίδιος ο Λακάν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, γιατί δεν το τιτλοφορούσε «Εγώ και ο Λακάν»; Στο κείμενο «Althusser, το υποκειμενικό στοιχείο χωρίς υποκείμενο», τέλος, επιχειρεί μία ακτιβιστική, αν μπορώ να το πω έτσι, ανάγνωση του Αλτουσέρ, η οποία μας επιτρέπει να ιχνηλατήσουμε τις πολιτικές εμμονές του Μπαντιού μεν, προδίδει κατάφωρα τον ίδιο τον Αλτουσέρ, την κληρονομιά τού οποίου διατείνεται πως διασώζει, δε. Στο πολιτικό πεδίο η έννοια του συμβάντος αντιδιαστέλλεται προς την έννοια του «γεγονότος»: το τελευταίο αντιπροσωπεύει την καταγεγραμμένη, τη «νεκρή», όπως θα λέγαμε, ιστορία, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη σκοπιά τής κυριαρχίας, δηλαδή του κράτους· το συμβάν τότε αντιπροσωπεύει την απρόοπτη ιστορική έλευση, τη ρήξη με το υπάρχον - με άλλα λόγια, την επανάσταση. Κατά ποία έννοια όμως αυτή η οπτική -η οποία δεν προσθέτει ούτε κεραία, πρέπει να θυμόμαστε, σε όσα ο Κύκλος της Φραγκφούρτης έλεγε ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου- συγγενεύει με τον Αλτουσέρ, έναν δεδηλωμένο υπέρμαχο της γραμμής συνδιαχείρισης (ή ειρηνικής «κατάληψης») του αστικού κράτους; Στο όνομα αυτής της γραμμής ο Αλτουσέρ και το κόμμα του δεν ελεεινολόγησαν τον Γαλλικό Μάη, τον οποίον τώρα ο Μπαντιού ανεμίζει ως λάβαρο του «κομμουνισμού» του;

Και για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, στο πολιτικό μανιφέστο του, που εκδόθηκε προσφάτως από τις ίδιες εκδόσεις (Η κομμουνιστική υπόθεση, Πατάκης 2008), ο Μπαντιού παραθέτει ως ένα από τα ορόσημα του ουτοπικού κομμουνισμού του, ισάξιο με την Παρισινή Κομμούνα και τον Γαλλικό Μάη, τι; Την Πολιτιστική Επανάσταση στη μαοϊκή Κίνα! Ισως προσεχώς σκεφτεί και τους Ερυθρούς Χμερ στην Καμπότζη! Ο άνθρωπος δηλαδή βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση... Ρητόν: Μία τέτοια υπεράσπιση του «κομμουνισμού» είναι το καλύτερο δώρο που μπορεί να προσφέρει κάποιος στον ξαναζεσταμένο αντικομμουνισμό, τον οποίο σερβίρουν σήμερα οι παγκόσμιες ελίτ ως αντίδοτο στην κοχλάζουσα οργή των μαζών που συσσωρεύεται - όπως ακριβώς και μια τέτοια υπεράσπιση της «αλήθειας» είναι μουσική στα αυτιά του μεταμοντέρνου σχετικισμού, τον οποίο ο «φιλόσοφος» Μπαντιού, σαν άλλος Δαυίδ, ορθώνει το μικρό ανάστημά του για ν' ανασχέσει. 
 
πηγή: enet.gr

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

«Μη συστημικός φασισμός», ή παίζοντας με τις λέξεις

του Φώτη Τερζάκη

 
Ποια θα μπορούσε να ήταν η αντίδραση του κινηματικού κόσμου αν το πρωί της 28ης Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση, κάνοντας μιαν απότομη και απροσδόκητη στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, δεν αποφάσιζε να πλήξει μετωπικά τον μέχρι προ ολίγου ανομολόγητο σύμμαχό της, τη Χρυσή Αυγή;  Ένα λυντσάρισμα του δολοφόνου τού Παύλου Φύσσα που πιθανώς θα πολλαπλασίαζε τον αριθμό των νεκρών; Δημιουργία αντίστοιχα οπλισμένων ομάδων περιφρούρησης, από Έλληνες και μετανάστες, που θα περιπολούσαν στις λαϊκές συνοικίες τσακίζοντας και ταπεινώνοντας όπου έβρισκαν ευκαιρία τις νεοναζιστικές συμμορίες; Εμπρησμοί και ανατινάξεις των γραφείων της Χρυσής Αυγής σε όλη τη χώρα ή μήπως σχεδιασμένη εκτέλεση, τύπου «17 Νοέμβρη», κάποιων ηγετικών στελεχών της; Βρισκόμαστε πράγματι στα πρόθυρα ενός χαμηλής εντάσεως εμφυλίου πολέμου, και η επίσημη δίωξη της Χρυσής Αυγής ήταν ένα βήμα που ––προσωρινά–– τον απέτρεψε. Από αυτή την άποψη ασφαλώς και υποδεχθήκαμε με ανακούφιση το γεγονός. Τα αίτια και ο τρόπος εφαρμογής της κυβερνητικής απόφασης δεν είναι βεβαίως καθόλου αδιάφορα, αλλά είναι κάτι που θα κριθεί εν συνεχεία. Η εγκληματική αποτελεσματικότητα της Χρυσής Αυγής δεν οφειλόταν ούτε στην κίβδηλη γενναιότητα των θρασύδειλων μπράβων της ούτε σε καμιά οργανωτική ανωτερότητα των ταγμάτων εφόδου της, και ακόμα λιγότερο βέβαια στην ηθική δύναμη της εκλογής τους, αλλά σε έναν και μόνο παράγοντα: τη βεβαιότητα του ακαταδίωκτου. Τη σιγουριά δηλαδή ότι δρουν στη σκιά ενός ολόκληρου κρατικού μηχανισμού που επιβραβεύει σιωπηρώς τις πράξεις τους, ότι έχουν την αμέριστη συμμαχία των δυνάμεων καταστολής με τις οποίες αισθάνονταν ––και ήταν–– συγκοινωνούντα δοχεία, κοντολογίς, ότι ταυτίζονται με μιαν ανεξάντλητη πηγή ισχύος που συνιστά βασική δύναμη σαδομαζοχιστικής έλξης για το είδος των ψυχοπαθητικών προσωπικοτήτων που επανδρώνουν τέτοια μορφώματα. Σε αντίθεση με ό,τι πολλοί διατείνονται, μια επίσημη δίωξη όχι μόνο δεν «τσιμεντώνει» το αίσθημα στράτευσης τέτοιων υποκειμένων, αλλά και τους ευνουχίζει αμετάκλητα στερώντας τους το μοναδικό σχεδόν έρεισμα ––φαντασιακής όσο και πραγματικής–– ισχύος.

Είναι αβυθομέτρητη γελοιότητα βέβαια η προσπάθεια που έκαναν, και κάνουν, ολιγόνοες σχολιαστές και μανδαρίνοι των ΜΜΕ ––οι ίδιοι που μέχρι χθες αναδείκνυαν σε αστέρες τις απεχθείς προσωπικότητες των νεοναζί, ή τους έδιναν το αποτελεσματικότερο άλλοθι μέσ’ από την κατάπτυστη ρητορική των «δύο άκρων»–– να παρουσιάσουν την κυβέρνηση ως υπέρμαχο της συνταγματικής νομιμότητας και της δημοκρατίας. Η δίωξη της Χρυσής Αυγής ήταν η ίδια ένα όργιο συνταγματικών και δικονομικών παραβιάσεων, που η θρασύτητά του κάνει ακόμα πιο προφανή τη συγγένεια ανάμεσα στη φρενιτιώδη βία των νεοναζί και τη θεσμική βία τού οργανωμένου κράτους – αυτού του συγκεκριμένου κράτους, που έχει την ατυχία να κυβερνιέται από μιαν ανεκδιήγητη κλίκα αδίστακτων τυχοδιωκτών. Ενώ θα μπορούσε να έχει ζητηθεί κανονικά η άρση της ασυλίας βουλευτών από την ίδια τη Βουλή, παρουσιάζοντας συγκεκριμένα τεκμήρια εμπλοκής των κατηγορουμένων σε πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου, προτιμήθηκε μια ωμή αστυνομική επιχείρηση που θυμίζει δικτατορικά καθεστώτα, δημιουργώντας ένα προηγούμενο το οποίο μπορεί οποιαδήποτε στιγμή στο εξής να χρησιμοποιηθεί και εναντίον άλλων εκλεγμένων εκπροσώπων· πράγμα που γίνεται ακόμη πιο πιθανό από τα καταχρηστικά νομικά εργαλεία που επιστρατεύτηκαν ––όπως κατ’ εξοχήν ο νόμος περί συστάσεως συμμορίας–– τα οποία έχουν φτιαχτεί, και χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά μέχρι τώρα, για την καταστολή των διεκδικητικών λαϊκών κινητοποιήσεων και των πιο απείθαρχων κομματιών της αριστεράς. Τα δε νομικά εργαλεία που ετοιμάζονται προχωρούν ακόμη μακρύτερα σε αυτή την κατεύθυνση· η εξαγγελία του Ευάγγελου Βενιζέλου (στο Βήμα της 6/10) συνιστά την πιο κυνική παραδοχή ότι ο πραγματικός στόχος είναι η ελευθερία του λόγου:
«Η Δημοκρατία δεν μπορεί να χρηματοδοτεί τους αντιπάλους της, αυτούς που την υπονομεύουν. Αν όμως προκύψει απαλλαγή, η χρηματοδότηση θα καταβληθεί αναδρομικά. Επίσης είναι απόφασή μας να κατατεθεί το ταχύτερο δυνατόν το λεγόμενο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που αφορά την προστασία της δημοκρατίας και της κοινωνικής ασφάλειας και ειρήνης αλλά αφορά κυρίως εγκλήματα λόγου. Εδώ πρέπει να κάνουμε μια διάκριση. Το φρόνημα δεν ελέγχεται και δεν τιμωρείται, αλλά μορφές πολιτικού λόγου, μορφές πολιτικών συμβόλων που είναι αξιακά απαράδεκτες βεβαίως και μπορεί να ενεργοποιούν τον ποινικό νόμο. Για παράδειγμα, ο εγκωμιασμός του Ολοκαυτώματος ή η ρατσιστική προτροπή, η προτροπή στη βία είναι ποινικά αδικήματα. Είναι άλλο η ελευθερία του φρονήματος και άλλο ο ποινικά ανεξέλεγκτος λόγος» (υπογραμμίσεις δικές μου).

Ακόμα και η διακοπή της κοινοβουλευτικής χρηματοδότησης, με την γενικόλογο τρόπο που διατυπώνεται ––διακοπή χρηματοδότησης οιουδήποτε είναι κατηγορούμενος για οτιδήποτε είδους ποινικό αδίκημα–– είναι μια ύπουλη νομική παγίδα που καθιστά όμηρο της κυβερνητικής βούλησης, η οποία ελέγχει σκανδαλωδώς όπως έχει αποδειχθεί τη δικαστική εξουσία, τον οιονδήποτε αυτή κρίνει ανά πάσα στιγμή ως πολιτικό της αντίπαλο: η ολοκληρωτική μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος, στην κατεύθυνση που έχει αναγγελθεί από τις αλλεπάλληλες αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες, είναι γεγονός!

Το αποκορύφωμα του παραλογισμού είναι το κατηγορητήριο της «εσχάτης προδοσίας» που ετοιμάζεται, όπως φαίνεται, να ασκηθεί εναντίον της κλίκας Μιχαλολιάκου. Δύο πράγματα εδώ μπορεί να συμβαίνουν, και είναι και τα δύο επιβαρυντικά σε βαθμό κακουργήματος για την κυβέρνηση. Ας υποθέσουμε ότι η κατηγορία είναι στηρίξιμη, ότι υπάρχουν όντως κρυφά οπλοστάσια, οργανωμένα παραστρατιωτικά αποσπάσματα και επιτελικά σχέδια πραξικοπήματος – πράγμα που πρέπει βεβαίως να δειχθεί: είναι δυνατόν, σε αυτή την περίπτωση, να μην είχαν την παραμικρή γνώση οι μυστικές υπηρεσίες οι οποίες, όπως μας λένε, παρακολουθούσουν στενά επί χρόνια τα στελέχη της Χρυσής Αυγής, και πείθεται κανείς ότι όλ’ αυτά τα τρομακτικά στοιχεία για την εγκληματική δράση της οργάνωσης, που πολλά ήταν ήδη κοινό μυστικό και δεν έχουν πάψει να καταγγέλλονται τουλάχιστον τα τελευταία τρία χρόνια, ανέκυψαν μέσα σε ένα τριήμερο από την ημέρα της δίωξης και οι μόνοι που τα αγνοούσαν ήταν οι διωκτικές και δικαστικές αρχές; Αν είναι έτσι, το πρώτο που αποδεικνύεται είναι ότι η κυβέρνηση γνώριζε, και συγκάλυπτε εγκληματικά, την επικίνδυνη αντιδημοκρατική δράση της οργάνωσης ελπίζοντας να την χρησιμοποιήσει καιροσκοπικά, όπως και πιθανότατα έκανε σε αναρίθμητες περιπτώσεις· και αποδεικνύεται επίσης ότι μία από τις εγγυητικές αρχές της δημοκρατίας, η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, έχει από καιρό αρθεί σε αυτή τη χώρα – πράγμα που επίσης το γνωρίζαμε, από τον μακάβριο χορό των λεγόμενων «αντιτρομοκρατικών» διώξεων, όπου επανειλημμένα βλέπαμε, όπως ξαναβλέπουμε σε τούτη την οπερετική δίωξη της Χρυσής Αυγής, μια αηδιαστικά υποτελή δικαστική εξουσία να κινείται ή να μαρμαρώνει κατά την εκάστοτε κυβερνητική εντολή. Αν πάλι η κατηγορία αποδειχθεί αστήρικτη, και κανένα τεκμήριο δεν μπορέσει να παρασχεθεί που να βεβαιώνει ένα τόσο βαρύτατο έγκλημα, τί άλλο αποδεικνύει η βιασύνη των κυβερνητικών κύκλων να το επικαλεστούν, παρά τη βούληση μιας διεφθαρμένης και τυχοδιωκτικής κυβερνητικής ελίτ να τσακίσει, με οιοδήποτε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, όσους για οιονδήποτε λόγο θεωρεί ως εμπόδιο στους πολιτικούς της σχεδιασμούς;

Γεννάται λοιπόν το κρίσιμο ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση αποφάσισε να διώξει τη Χρυσή Αυγή; Πολλοί απαντούν: επειδή δέχθηκε αφόρητες πιέσεις από το εξωτερικό – από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από φιλοϊσραηλινό λόμπι των ΗΠΑ. Αυτές οι πιέσεις είναι δεδομένες, εδώ και πολύ καιρό μάλιστα, και το ότι το όλο πράγμα σκηνοθετήθηκε τη στιγμή ακριβώς που ο Αντώνης Σαμαράς έφευγε για τις ΗΠΑ, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τραυλίσει από εκεί την αμήχανη και παιδαριώδη δήλωσή του, ξεπερνάει τα όρια της απλής αδεξιότητας στην οποία μας έχει συνηθίσει ένα πολιτικό προσωπικό που παίρνει ως δεδομένο πως απευθύνεται σε ένα κοινό με νοημοσύνη ανάλογη της δικής του. Δεδομένων αυτών των πιέσεων, γίνεται ακόμη πιο αξιοπερίεργη η απροθυμία της κυβέρνησης να εγκαταλείψει έναν πολύτιμο σύμμαχο όπως η Χρυσή Αυγή, όλο αυτό το μακρύ διάστημα που η τελευταία δολοφονούσε βάναυσα μετανάστες στους δρόμους, τρομοκρατούσε συνοικίες και εργατικά σωματεία, έστηνε δίκτυα συνεργασίας με την αστυνομία για ένα φάσμα σκοπών που κυμαίνονταν από τον εκβιασμό και την έξωση αλλοδαπών μέχρι την εκτροπή διαδηλώσεων και μαχητικών διαμαρτυριών… Αντ’ αυτού, όλα δείχνουν πως η κυβέρνηση προτίμησε ένα είδος συνδιαλλαγής «κάτω από το τραπέζι» με τη νεοναζιστική οργάνωση, που θα μείωνε κάπως την εξωτερική της απείθαρχη εικόνα ενώ θα την έκανε περισσότερο συνεργάσιμη στην πολιτική ατζέντα που υπαγόρευε η ίδια. Η τρομακτικότερη προοπτική ήταν αυτή που ελάχιστα πριν από τα τελευταία καταλυτικά γεγονότα είχαν αρχίσει να διαρρέουν από διαύλους δημοσιότητας τα όργανα της διατεταγμένης δημοσιογραφίας: μια ενδεχόμενη μετεκλογική συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας με μια «σοβαρή» Χρυσή Αυγή – σενάριο που κυριολεκτικά παγώνει το αίμα… Η ψυχοπάθεια όμως της τελευταίας, σε συνδυασμό με την υπερβάλλουσα βεβαιότητα ότι παίζει στον δικό της χώρο και δεν έχει να φοβηθεί κανέναν, την οδήγησε στη μοιραία υπέρβαση των ορίων που της είχαν χαραχθεί. Το πέρασμα από τις δολοφονίες μεταναστών σε δολοφονίες Ελλήνων έθετε σε δοκιμασία τα όρια ανοχής ακόμα και της πιο εξαχρειωμένης κοινής γνώμης· αλλά το κρίσιμο σφάλμα της Χρυσής Αυγής, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, δεν ήταν τόσο η δολοφονία του Παύλου Φύσσα όσο τα επεισόδια στις γιορτές τού Μελιγαλά, όπου τόλμησε να προπηλακίσει τους ίδιους τούς προστάτες της: μην ξεχνάμε ότι, ήδη την παραμονή τής στυγερής δολοφονίας, ο Μάκης Βορίδης, σάρξ εκ της σαρκός τής ελληνικής ακροδεξιάς, αποκάλεσε τη Χρυσή Αυγή «τρομοκρατική οργάνωση» και προανήγγειλε τη δίωξή της· η δολοφονία που ακολούθησε απλώς έλυσε και τύποις τα χέρια της κυβέρνησης απέναντι σε ένα ακροδεξιό και ρατσιστικό εκλογικό ακροατήριο που δεν έχει πάψει εποφθαλμιά (και το οποίο, άλλωστε, επί δεκαετίες εξέθρεψε και διαφύλαξε στους κόλπους της). Έτσι, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, όπως λέμε: εξασφάλιση εχεγγύων νομιμότητας και επαίνων από τους έξωθεν προστάτες της, από τη μία πλευρά, και απαλλαγή από το αγκάθι ενός εκλογικού ανταγωνιστή που, αν δεν ήταν διατεθειμένος να συνεργαστεί, μπορούσε να οδηγήσει το θεσμικό κόμμα της Δεξιάς σε αληθινή πανωλεθρία, από την άλλη.

Όχι μόνο, λοιπόν, δεν χρειάζεται να συγχαρούμε την κυβέρνηση για την καταστολή της Χρυσής Αυγής, αλλά και πρέπει να συνεχίσουμε τον αντιφασιστικό αγώνα εναντίον της ίδιας αυτής κυβέρνησης που, δένοντας μια ολόκληρη χώρα στις επιταγές του διεθνούς κεφαλαίου, καταστέλλοντας με κάθε διαθέσιμη μορφή βίας, εκβιασμού, ψευδολογίας και εξαπάτησης οιοδήποτε ίχνος αντίστασης πάει να γεννηθεί, την οδήγησε σαν αμνό επί σφαγή σε ένα μνημειώδες αντίστοιχο της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που γεννάει με μαθηματική ακρίβεια συνθήκες Βαϊμάρης. Εν πάση περιπτώσει, αν κάποιος καταλαβαίνει αυτό το πολύπλοκο και τεταμένο πλέγμα σχέσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση (και δεν εννοώ με αυτό βέβαια μόνο το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας) και την ακροδεξιά τρομοκρατία, δεν μπορεί να γεννηθεί καν ερώτημα για τη φύση της Χρυσής Αυγής. Και μια τέτοια επίδειξη προσποιητής άγνοιας, προπαντός, δεν μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν αναλυτή σαν τον Τάκη Φωτόπουλο. Αναφέρομαι στη διαδικτυακή του ανάρτηση της 22ας Σεπτεμβρίου με τίτλο «Ο περισπασμός της Χρυσής Αυγής» (www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/). Με όλο τον σεβασμό για τις σημαντικές οικονομικές του αναλύσεις, και την παθιασμένη αντικαπιταλιστική του στράτευση με την επεξεργασία προγραμμάτων αυτού που αποκαλεί περιεκτική δημοκρατία, έχουμε εδώ μια εξαιρετικά παραπλανημένη, και παραπλανητική, πολιτική εκτίμηση που η αστοχία της ξεπερνάει κάθε προηγούμενο εκ μέρους αυτού του διανοητή. Πολλές φορές ο ξύλινος λόγος του Τάκη Φωτόπουλου έχει γίνει πηγή δυσφορίας σε ανθρώπους που έχουν κάθε λόγο να νιώθουν αλληλέγγυοι με τα πολιτικά του οράματα. Πρέπει όμως να καταλάβουμε ότι αυτό που λέμε ξύλινος λόγος δεν είναι «απλώς» αισθητικό πρόβλημα· προδίδει κατά κανόνα αγκυλωμένη και στερεοτυπική σκέψη, σκέψη που λειτουργεί με την ακαμψία μηχανής βάσει μανιχαϊκών διπόλων, η οποία δεν μπορεί να διακρίνει νοηματικές αποχρώσεις και η οποία είναι εντελώς αδύνατον να αποστασιοποιηθεί από το μονολιθικό γράμμα των υιοθετημένων της διατυπώσεων. Δεν έχω άλλον τρόπο να εξηγήσω πώς ο συγκεκριμένος διανοητής καταλήγει σε μια εκτίμηση όπως ότι «η Χρυσή Αυγή δεν είναι συστημική οργάνωση» – πράγμα που δεόντως εκτίμησε η ίδια η «Χρυσή Αυγή» σε δική της ανάρτηση… Ας δούμε όμως το ίδιο το κείμενό του:
Το γεγονός […] ότι η Χ.Α. είχε κάποιους προστάτες στο «σύστημα» κάθε άλλο παρά την κάνει, από μόνο του, «συστημική» οργάνωση, όπως κάποιοι αφελώς, και πολλοί άλλοι εκ του πονηρού, υποστηρίζουν. Είναι άλλωστε γνωστό ότι εδώ και καιρό έχει ξεσηκωθεί κατά της Χ.Α. όχι μόνο το ντόπιο κατεστημένο, συμπεριλαμβανομένης της εκφυλισμένης «Αριστεράς» που υποστηρίζει τους μετανάστες, μαζί με τους Σύρους και Λίβυους «επαναστάτες» που έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη σφαγή του συριακού και του λιβυκού λαού! Το ίδιο συμβαίνει με τα όργανα της Υπερεθνικής και της Σιωνιστικής Ελίτ (πολιτικά, οικονομικά, ΜΜΕ, ΜΚΟ, κλπ.) που ομόφωνα απαιτούν την απαγόρευση της Οργάνωσης – ανεξάρτητα βέβαια από το τί λέει το 15%-20% του ελληνικού λαού και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Σύνταγμά μας (που προφανώς το γράφουν στα παλιότερα των παπουτσιών τους) δεν επιτρέπει παρόμοιο μέτρο.

Και δεν είναι συστημική οργάνωση όχι μόνο εξαιτίας της άγριας δίωξης που υφίσταται από τις ντόπιες και διεθνείς ελίτ, αλλά και με βάση τους προγραμματικούς στόχους της που είναι παρόμοιοι με τους στόχους κάθε ιστορικού εθνικοσοσιαλιστικού ή «φασιστικού» κόμματος: αντίθεση τόσο στο κεφάλαιο όσο και στην αυτόνομα οργανωμένη εργασία, οικονομική αυτάρκεια, εθνικοποίηση ενεργειακών πηγών, «Ευρώπη των εθνών» αντί για τη σημερινή «Ευρώπη του κεφαλαίου», κλπ. Ομως όλ’ αυτά είναι ανάθεμα για την Υ/Ε που διαχειρίζεται την παγκοσμιοποίηση και, σε συνεργασία με την ντόπια ελίτ, έχει επιβάλει την οικονομική κατοχή στο λαό μας, που οδηγεί στην πλήρη οικονομική καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων […] Όμως, όπως ανέφερα, ο φασιστικός χαρακτήρας μιας πολιτικής οντότητας δεν καθορίζεται μόνο από τη στάση της σε σχέση με τη βία αλλά, κυρίως, από τους προγραμματικούς στόχους της.

Άλλο, βέβαια, ότι η Χ.Α. (όπως και άλλες παρόμοιες οργανώσεις) ζει σήμερα στη δεκαετία του 1930 των κρατών-εθνών, εφ' όσον βέβαια κανένας από τους προγραμματικούς στόχους της δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία της αγοράς και, ακόμη χειρότερα, χωρίς άμεση έξοδο από την Ε.Ε., που η Χ.Α. δεν τολμά να ζητήσει! Αλλά, αν η Χ.Α. με βάση το πρόγραμμά της δεν είναι συστημική οργάνωση (πράγμα που δεν σημαίνει βέβαια ότι είναι αντισυστημική), τότε γιατί άραγε να έχει κάποιους προστάτες μέσα στο σύστημα; Εδώ ερχόμαστε στο πιο επικίνδυνο κατά τη γνώμη μου χαρακτηριστικό της Χ.Α.

Είναι γνωστό ότι η Υ/Ε σήμερα χρησιμοποιεί τις παντός τύπου διαιρέσεις (πολιτικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές κλπ.) σε κάθε χώρα για να αλώσει και ενσωματώσει τους λαούς στη Νέα Διεθνή Τάξη της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της κοινοβουλευτικής χούντας (π.χ. Μέση Ανατολή). Με δεδομένο ότι σύντομα θα καταλάβει και ο τελευταίος αφελής τί πραγματικά σημαίνουν τα πρωτογενή πλεονάσματα κλπ. (είτε σήμερα τα επιβάλλει η κοινοβουλευτική χούντα είτε αύριο μια κυβέρνηση της «Αριστεράς»), η κοινωνική έκρηξη είναι θέμα χρόνου να εκδηλωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο είναι κάλλιστα πιθανό ότι η Χ.Α. θα μπορούσε να αποτελέσει έναν τέλειο περισπασμό από τον πραγματικό φασιστικό κίνδυνο που αντιμετωπίζουμε: την ολοκλήρωση της οικονομικής καταστροφής των λαϊκών στρωμάτων στα χέρια της Υ/Ε και της ντόπιας ελίτ. Έναν περισπασμό που, στην ανάγκη, θα μπορούσαν να τον εξωθήσουν ακόμη και στα όρια του εμφυλίου πολέμου, όπου τα εξαθλιωμένα από την παγκοσμιοποίηση λαϊκά στρώματα (ανένταχτα ή της Αριστεράς) θα πολεμούσαν τα αντίστοιχα εξαθλιωμένα στρώματα κάτω από τη σημαία της Χ.Α. και παρόμοιων οργανώσεων...

Ο όρος «συστημικό», με τη σημασία που χρησιμοποιείται εδώ, είναι ένας νεολογισμός του Τάκη Φωτόπουλου (παρότι έχει περάσει σε ευρύτερη χρήση τα τελευταία χρόνια). Αν, εν πάση περιπτώσει, υπονοεί το κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό σύστημα κατά τη σημερινή του ολοκληρωτική μετάλλαξη όπου όλες οι φιλελεύθερες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική έχουν αρθεί, πρέπει ––αφήνοντας προς στιγμήν κατά μέρος κάθε συναισθηματική αντίδραση–– να δούμε ποιες ακριβώς από τις δράσεις της Χρυσής Αυγής δεν υπηρετούν τα συνασπισμένα βιομηχανικά, χρηματοπιστωτικά, εργολαβικά και κυβερνητικά συμφέροντα. Μήπως η τρομοκράτηση, οι κτηνώδεις ξυλοδαρμοί και οι απροκάλυπτες δολοφονίες μεταναστών· ο τραμπούκικος εκβιασμός εργοδοτών να απολύσουν αλλοδαπούς εργαζόμενους που απασχολούν· οι θρασύτατες εισβολές σε νοσοκομεία και βρεφονηπιακούς σταθμούς για να πετάξουν έξω έγχρωμα παιδιά και νοσηλευόμενους – και πολλές από αυτές τις «επιχειρήσεις» υπό την εποπτεία ανώτερων αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας (και όχι μόνο στην αστυνομική σφηκοφωλιά του Αγίου Παντελεήμονα); Είναι μόνο ένας παρωχημένος εθνικισμός εδώ, οσοδήποτε αποκρουστικός, ή η μεθοδευμένη στρατηγική του σύγχρονου παγκοσμιοποιούμενου κεφαλαίου να καρφώσει την εργατική δύναμη σε αμετακίνητα εδαφικά όρια, τσακίζοντας τις μεταναστευτικές ροές κατ’ αντίθεσιν προς το υπερεθνικά κινούμενο κεφάλαιο, που είναι βασικός όρος για την απομύζησή της; Και η ευκαιριακή εκμετάλλευσή αυτής της στρατηγικής από τους Έλληνες λούμπεν-εργοδότες, που το μόνιμο καθεστώς τρόμου και ημιπαρανομίας του μεταναστευτικού πληθυσμού είναι εκείνο που τους εξασφαλίζει εξευτελιστικά φτηνή ή και εντελώς απλήρωτη εργασία; Ας δούμε όμως μιαν άλλη πτυχή της δράσης της: είναι η επίθεση σε βουλευτές, μέλη και ακτιβιστές αριστερών κομμάτων ή οργανώσεων· η βίαιη διάλυση ναυτεργατικών ή εργοστασιακών σωματείων και η αντικατάστασή τους με «εθελοντικά» μέλη της οργάνωσης ελεγχόμενα από τα επιτελικά της κέντρα· η ανακοπή δημόσιων κινητοποιήσεων, διαδηλώσεων ή μαχητικών διαμαρτυριών, είτε υπό τη μορφή μετωπικής σύγκρουσης με τους διαδηλωτές σε αρραγή σχηματισμό με τις ένστολες δυνάμεις καταστολής είτε υπό τη μορφή εσκεμμένων προβοκατόρικων δράσεων μέσ’ από τους κόλπους τους ––για να μην αναφέρω καθόλου εδώ ζητήματα προστασίας σε νυχτερινά κέντρα, εμπλοκής σε λαθρεμπορία και πορνεία, ξεπλύματος μαύρου χρήματος, κλπ.–– με οιαδήποτε έννοια «μη συστημικές» δράσεις, τη στιγμή ακριβώς που το κύριο μέλημα του «συστήματος», αυτού ακριβώς του συστήματος που δεν έχει αντίρρηση να κάνει τη χώρα μια ζοφερή αποικία χρέους εφόσον αυτό υπόσχεται να διαιωνίσει τα κέρδη των παρασιτικών κεφαλαιοκρατικών της τάξεων, είναι να πλήξει εν τη γενέσει τους όλες τις μορφές αντίδρασης που πασχίζει να συγκροτήσει ένας ρημαγμένος λαός; ΄Η είναι εξωγενής παράγοντας στο «σύστημα» ένας αρχηγός που έχει υπάρξει, σε ό,τι αφορά το δημοσίως γνωστό μέρος της σταδιοδρομίας του, από καταδότης της ασφάλειας μέχρι μισθοδοτούμενος πράκτορας των κρατικών υπηρεσιών κατασκοπείας; Αν βέβαια κάποιος μου πει ότι τίποτε από αυτά δεν έχει συμβεί, δεν ήταν γνωστό ούτε στη δημόσια γνώμη ούτε στις εισαγγελικές και διωκτικές αρχές, τότε είμαι πρόθυμος να δεχτώ ως άκυρη όλη την επιχειρηματολογία μου.

Ο Τάκης Φωτόπουλος διαπράττει δύο σοβαρά συλλογιστικά σφάλματα. Πρώτον, ταυτίζει αφελώς τους ουσιώδεις πολιτικούς σκοπούς της Χρυσής Αυγής με τους συνθηματολογικούς της πομφόλυγες. «Αντίθεση τόσο στο κεφάλαιο όσο και στην αυτόνομα οργανωμένη εργασία, οικονομική αυτάρκεια, εθνικοποίηση ενεργειακών πηγών, “Ευρώπη των εθνών” αντί για τη σημερινή “Ευρώπη του κεφαλαίου”, κλπ.» μας φέρνουν σχεδόν μέχρι του σημείου να συμπαθήσουμε τη Χρυσή Αυγή, αν δεν είχαμε τόση εύγλωττη ιστορική πείρα. Όλες οι μορφές φασισμού, και η ειδεχθέστερη όλων, ο γερμανικός ναζισμός, προέβαλαν στο προσκήνιο ως μορφές ρομαντικού αντικαπιταλισμού με συνθηματολογία ικανή να μιλήσει στις καρδιές των στερημένων μαζών· από τη στιγμή όμως που πήραν την επίζηλη εξουσία, έγιναν η πιο άκαμπτη δύναμη προάσπισης των πτοημένων από την οικονομική κρίση και τις εργατικές εξεγέρσεις κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων, που τα διέσωσαν τη στιγμή του κλονισμού για να τα παραδώσουν εκ νέου στους ιστορικούς τους κατόχους. Ουσιώδης ιδεολογικός πυρήνας κάθε φασιστικού μορφώματος είναι η ταύτιση με την ισχύ, το μίσος για την αδυναμία και ό,τι την ενσαρκώνει, πράγμα που καθορίζει και τους αντικειμενικούς του πολιτικούς σκοπούς. Αυτό το αντιλαμβάνονται καλύτερα οι ίδιες οι κεφαλαιοκρατικές ελίτ, που ξέρουν πόσο μπορούν να στηρίζονται, σε καιρούς κρίσης και πολιτικής αβεβαιότητας, στα ημιπαράφρονα τάγματα εφόδου, γελώντας ειρωνικά με τους «προγραμματικούς στόχους» τους.

Δεύτερον: αφήνει την κρίση του να παγιδευτεί από την ταυτότητα των περιστασιακών αντιπάλων της Χρυσής Αυγής. «Τα όργανα της Υπερεθνικής και της Σιωνιστικής Ελίτ» μπορεί να κάλλιστα να έχουν δικούς τους λόγους να θέλουν την εκκαθάριση μιας νεοναζιστικής οργάνωσης, όπως και το «ντόπιο κατεστημένο» εάν αυτή κριθεί ως εμπόδιο για συγκεκριμένους τακτικούς χειρισμούς του· αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι όποιος είναι εχθρός της υπερεθνικής και σιωνιστικής ελίτ, και πολέμιος του ντόπιου κατεστημένου, είναι αυτόχρημα φίλος και σύμμαχος της Χρυσής Αυγής! Το αξίωμα «ο εχθρός τού εχθρού μου είναι φίλος μου» απηχεί μία βάναυσα εργαλειακή προσέγγιση στην πολιτική, που θα έπρεπε να είναι ανάθεμα για κάθε αξιακά προσανατολισμένο κίνημα χειραφέτησης. Με την ίδια λογική θα μπορούσε κάποιος, τα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου, στο όνομα του αντι-ιμπεριαλισμού να συμμαχήσει με τις δυνάμεις του Άξονα, από τη στιγμή που οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής ––η Βρετανία, η Γαλλία, οι ανερχόμενες ΗΠΑ–– συνασπίστηκαν εναντίον του (πράγμα που όντως έκαναν ορισμένα ιθαγενή κινήματα σε αποικιοκρατούμενες χώρες)! Στην πραγματικότητα, από την καλώς εννοούμενη επαναστατική σκοπιά, που καθοδηγείται από ένα αταλάντευτο όραμα ισότητας και αυτοδιαχείρισης για όλη την ανθρωπότητα, η φιλελεύθερη θριαμβολογία της παγκοσμιοποιούμενης αγοράς και τα εθνοσωβινιστικά ξεσπάσματα μίσους πρέπει να δείχνονται ως τα πραγματικά «δύο άκρα» της κυρίαρχης ιδεολογίας τής ισχύος, που επικοινωνούν στην κοινή τους αρχή τής «επιβίωσης του ισχυροτέρου», με οιοδήποτε τίμημα.

Πρέπει κυρίως να καταλάβουμε ότι το φασιστικό ανακλαστικό είναι μια αυτοτελής απειλή για τις ανθρώπινες κοινωνίες, που παρότι τροφοδοτείται από, δεν ανάγεται κατά οιονδήποτε απλό τρόπο στις συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής χειραγώγησης. Αντιπροσωπεύει ένα βαθύ και μοιραίο τραύμα στην ίδια τη ρίζα τής ζωής, που μετασχηματίζει με τον αμείλικτο τρόπο μυθικού μηχανισμού τη ματαίωση σε ατέρμονο μίσος, και το μίσος σε καταστροφική και αυτοκαταστροφική δράση. Είναι η πιο ανησυχητική ένδειξη μιας καλπάζουσας συλλογικής παθολογίας, εκείνης που κάνει τους ανθρώπους ανίκανους να υψώσουν οιουσδήποτε ορθολογικούς φραγμούς στην οικονομική εκμετάλλευση, στη σεξουαλική καταπίεση και αυτοκαταπίεση, στην πολιτική χειραγώγηση και σε κάθε μορφή ανισότητας και ανελευθερίας. Ο διαστροφικός ψυχολογικός του πυρήνας εκπροσωπείται παραδειγματικά στον μηχανισμό της λεγόμενης ταύτισης με τον επιτιθέμενο. Και αυτό είναι, στην πραγματικότητα, το κλειδί στο μυστήριο της ελληνικής παθητικότητας, ενόψει μιας προϊούσας κοινωνικής καταστροφής αδιανόητων διαστάσεων που, ορθολογικά κρίνοντας, θα δικαιολογούσε κοσμογονικές εξεγέρσεις συγκρίσιμες με τις πιο σημαδιακές τέτοιες του εικοστού αιώνα. Το εφιαλτικότερο στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής, κατά την εκτίμησή μου, δεν είναι η ίδια η ύπαρξη μιας δολοφονικής ακροδεξιάς οργάνωσης – διότι η ελληνική ακροδεξιά, δυστυχώς, είναι μια πραγματικότητα που δεν έχει πάψει να επιζεί και να τρέφεται από το βαθύ και ανεπεξέργαστο συλλογικό τραύμα του εμφυλίου, και όλοι έχουμε γνωρίσει τις ανατριχιαστικές όψεις και το μέγεθος της κτηνωδίας της· είναι η απήχηση που έχει ο λόγος μιας τέτοιας οργάνωσης σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, πολλαπλώς στερημένα ή απειλούμενα που κανονικά δεν θα είχαν κανέναν συμφέρον από την ταύτιση μαζί της: στρώματα βεβαίως του χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου, που ο διάχυτος και ανεπεξέργαστος ορθολογικά φόβος κινητοποιεί μέσα τους ένα αρχαϊκό ανακλαστικό μανιασμένης επίθεσης στον πρώτο αποδιοπομπαίο τράγο που θα τους υποδειχθεί. Και η ταύτιση με την ίδια τη δύναμη που τους απειλεί είναι ένα πανίσχυρο καταπραϋντικό στους σπασμούς της αγωνίας τους, το οποίο γνωρίζουν καλά να χειρίζονται οι θύτες τους. Η μοίρα της συγκεκριμένης Χρυσής Αυγής δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία· εκείνο που έχει σημασία είναι η σαδομαζοχιστική αγωγή που προσέφερε στις εξαθλιούμενες ελληνικές μάζες προς όφελος των κυρίων τους – η οποία θα συνεχίσει ασφαλώς να προσφέρεται από νέους διαύλους, συστημικούς και παρασυστημικούς.


Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ-ΠΟΛΙΤΙΚΟΎ



Του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ

Γιάννης Βαρουφάκης, Παγκόσμιος Μινώταυρος. Οι πραγματικές αιτίες της κρίσης (Α.Α. Λιβάνη: Αθήνα 2011)

Ο,ΤΙ ΑΠΟΨΗ ΚΙ ΑΝ έχει κανείς για τις θέσεις που κατά καιρούς εκφράζει δημοσίως ο Γιάννης Βαρουφάκης, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ούτε την επιστημονική του επάρκεια ούτε την εντυπωσιακή ευστοχία του ως αναλυτή. Ως οικονομολόγος επιδεικνύει έναν ασυνήθιστα υψηλό βαθμό αυτοσυνειδησίας, που σημαίνει, επίγνωση των περιοριστικών ορίων και των αδιευκρίνιστων προϋποθέσεων της επιστημονικής γλώσσας που χειρίζεται, ό,τι συνήθως λείπει από τους επαγγελματίες του κλάδου. Ανάμεσα στους κριτικούς οικονομικούς αναλυτές που η συγκυρία της τρέχουσας κρίσης έχει δικαιολογημένα φέρει στο προσκήνιο,1 ο Γ. Βαρουφάκης είναι ο πιο καθαρόαιμος κεϋνσιανός: πραγματιστής, δεν φαντάζεται ούτε συζητάει μια υπέρβαση της κοινωνίας της αγοράς, αντιλαμβάνεται όμως ότι χωρίς τη σύσταση ισχυρών ρυθμιστικών μηχανισμών μια οικονομία της αγοράς είναι αθεράπευτα έρμαιο καταστροφικών κρίσεων. Αντίστοιχα, δεν φαίνεται να πιστεύει σε συλλογικές αλλαγές που μπορούν να επέλθουν από τη συλλογική δράση των «από κάτω», εναποθέτει απλώς τις ελπίδες του σε έναν ορθολογικότερο σχεδιασμό της κρατικής (και διακρατικής) πολιτικής – εξ ου και η επιλογή του να συνομιλεί με ηγεσίες και διαμορφωτές της παγκόσμιας πολιτικής.

             Το βιβλίο που ονόμασε ο Παγκόσμιος Μινώταυρος είναι μία από τις πιο περιεκτικές απόπειρες ανάλυσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008, των αιτίων και των συνεπειών της. Στις κυριότερες αρετές του συγκαταλέγεται μια οξεία επίγνωση του πολιτικού χαρακτήρα των οικονομικών φαινομένων (θα το ξαναπώ: ασυνήθιστη για επαγγελματίες των οικονομικών), και μια επιχειρηματολογική συνεκτικότητα που βασίζεται σε στέρεη και εποπτική ιστορική κατανόηση. Άμεσο πρόξενο της κρίσης θεωρεί βέβαια τη λειτουργία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, με καρδιά την Wall Street και το City του Λονδίνου, που με την επινόηση καινοφανών χρηματοπιστωτικών εργαλείων (δομημένα παράγωγα, αμοιβαία κεφάλαια, αντασφαλίσεις, διάφορες στρατηγικές μόχλευσης) δημιούργησε έναν πακτωλό εικονικού χρήματος βασισμένον σε άκρως επισφαλή δάνεια και υποθήκες. Ακριβέστερα, ο Βαρουφάκης λέει «ιδιωτικού χρήματος», το οποίο, παρά την ψυχραιμία της διατύπωσης, υποβάλλει μια συγγένεια του χρηματοπιστωτικού καρτέλ με αυτό που κοινώς λέμε μαφία. Η ιστορία αυτή, παρατηρεί, «εξελίχτηκε σε τραγωδία όταν η Wall Street δεν περιορίστηκε στο να επωφεληθεί από το τσουνάμι των ξένων κεφαλαίων και των εγχώριων εταιρικών κερδών που έτρεφαν το κτήνος, αλλά προσπάθησε να κερδίσει και από τους φτωχούς χορηγώντας τους στεγαστικά δάνεια τα οποία στην πραγματικότητα δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσουν» (σελ. 263). 

            Δημιουργήθηκε, με άλλα λόγια, μια οικονομία-βαμπίρ αποσυνδεδεμένη πλήρως από την παραγωγική διαδικασία, βασισμένη στον συστηματικά υποκινούμενο δανεισμό, της οποίας οι συνέπειες αποκαλύπτονται ως εξής: «Η πλήρης εικόνα της εκκολαπτόμενης καταστροφής δεν θα είναι ολοκληρωμένη χωρίς  μιαν αναφορά στον λόγο μεταξύ του παγκόσμιου εισοδήματος, του ΑΕΠ του πλανήτη, και της “αξίας” των παραγώγων αυτών: το 2003, για κάθε δολάριο του παγκόσμιου ΑΕΠ κυκλοφορούσαν παράγωγα αξίας 1,80 δολαρίων. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2007, η αναλογία αυτή είχε αυξηθεί κατά 640%: σε κάθε δολάριο του παγκόσμιου ΑΕΠ αντιστοιχούσαν παράγωγα αξίας 132 δολαρίων. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα είχε διογκωθεί τόσο που δεν χωρούσε στον πλανήτη γη!» (σελ. 264). Αυτή ακριβώς ήταν η «φούσκα» που έσπασε το 2008, συμπαρασύροντας σε άγριους κλυδωνισμούς όλο τον πλανήτη: «Πριν το 2008 η Wall Street είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα παράλληλο νομισματικό σύστημα, μια μορφή ιδιωτικού χρήματος, που βασιζόταν στις κεφαλαιακές εισροές προς τον Παγκόσμιο Μινώταυρο. Η παγκόσμια οικονομία εθίστηκε σε αυτό το τοξικό ιδιωτικό χρήμα, το οποίο από τη φύση του αυγάτιζε αενάως. Κάποια στιγμή το ιδιωτικό αυτό χρήμα εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Και τότε ήρθε η κατάρρευση, το Κραχ. Ο μόνος λόγος που το Κράχ του 2008 δεν είχε τα εμφανή αποτελέσματα του Κραχ του 1929 (εκατοντάδων χιλιάδων λιμοκτονούντων αστέγων στις παραγκουπόλεις) ήταν ότι οι αρχές, και δη οι Κεντρικές Τράπεζες, είχαν μάθει κάτι από τα διδάγματα του Κραχ του 1929. Έτσι, έσπευσαν να αντικαταστήσουν το κατεστραμμένο ιδιωτικό χρήμα με νέο, φρεσκοτυπωμένο δημόσιο χρήμα. Έτσι, οι ζημίες των αφρόνων τραπεζιτών μετατράπηκαν σε βουνά νέου δημόσιου χρέους» (σελ. 299).

Όλ’ αυτά είναι πλέον αρκετά γνωστά και οι περισσότεροι, εκτός από λίγους σκληροπυρηνικούς νεοφιλελεύθερους, θα συναινούσαν σιωπηρά. Το προσόν του βιβλίου τού Βαρουφάκη είναι ότι ανατέμνει με εξαιρετικά διαυγή τρόπο την περίπλοκη δομή του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος και κάνει κατανοητή στον καθένα τη σκοτεινή λειτουργία αυτών των παραγώγων. Δείχνει επίσης τον αδιανόητο παραλογισμό που κρύβεται μέσα στα επιστημολογικά μοντέλα των σύγχρονων οικονομολόγων, οι οποίοι καταγγέλλονται απερίφραστα ως συνένοχοι στο μαζικό οικονομικό έγκλημα: «Κάθε τοξικό ομόλογο της Wall Street βασιζόταν και σε ένα τοξικό μαθηματικό υπόδειγμα», λέει χαρακτηριστικά (σελ. 262)· διότι «παρά την απίστευτη πολυπλοκότητά τους, τα μαθηματικά οικονομικά μοντέλα που διδάσκουν οι καλύτεροι οικονομολόγοι στους φοιτητές που κάποια μέρα θα κληθούν να δώσουν στην κοινωνία τα φώτα τους για την κρίση, δεν μπορούν, εξ ορισμού, να συμπεριλάβουν στις εξισώσεις τους την ιδέα μιας κρίσης! […] Πράγματι, πλέον τώρα γνωρίζουμε ότι μπορεί να αποδειχθεί ως θεώρημα πως τα οικονομικά μοντέλα δεν μπορούν να καταπιάνονται ταυτόχρονα με τον χρόνο και την πολυπλοκότητα» (σελ. 284-5 passim). Ποτέ πριν στην ιστορία δεν είχε αποδειχθεί τόσο περίτρανα ο παραπλανητικός (ή να πω, καλύτερα, παραληρηματικός;) χαρακτήρας των μαθηματικών…

            Το πραγματικό ερώτημα που έχει να αντιμετωπίσει μια τέτοια ανάλυση, είναι: γιατί ο παγκόσμιος καπιταλισμός μπήκε σε αυτή τη δαιμονισμένη σπείρα, γιατί αυτή η παράλογη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα έγινε αναγκαία στρατηγική του από τη δεκαετία του 1980 και μετά; Σε αυτό, η απάντηση του Γ. Βαρουφάκη είναι αμιγώς πολιτική. Ήταν πολιτικοί οι λόγοι που προκάλεσαν αυτή την τρομακτική παραμόρφωση της παγκόσμιας οικονομίας, και απορρέουν από την κεντρική στρατηγική που επέλεξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προκειμένου να διατηρήσουν την παγκόσμια ηγεμονία τους μετά την κρίση του 1970 όταν η οικονομία τους, από πλεονασματική που ήταν ως τότε, έγινε ελλειμματική. Διατυπωμένο με τα δικά του λόγια: «Το μεγάλο γεγονός που σημάδεψε την παγκόσμια οικονομία, περί τα μέσα της δεκαετίας του 1970, ήταν η βίαιη αντιστροφή των ροών προϊόντων και κεφαλαίων μεταξύ των ΗΠΑ και του υπόλοιπου κόσμου. Εκεί που οι ΗΠΑ εξήγαν στον υπόλοιπο κόσμο περισσότερα εμπορεύματα και περισσότερα κεφάλαια (απ’ όσα εισήγαν), τα πράγματα άλλαξαν όταν, περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Αμερική απώλεσε την πλεονασματική της θέση. Και τότε, η οικουμενική ηγεμών αντέδρασε στην απώλεια των πλεονασμάτων της με μιαν απίστευτη στρατηγική κίνηση: ενίσχυσε την ηγεμονική της ισχύ αυξάνοντας τα ελλείμματά της! Το κλειδί σε αυτή την παράξενη ιστορία είναι να κατανοήσουμε πώς κατάφερε η Αμερική να “πείσει” τον υπόλοιπο κόσμο να χρηματοδοτεί τα αυξανόμενα ελλείμματά της, στέλνοντας ένα αυξανόμενο τσουνάμι κεφαλαίων προς την Wall Street. Αν κατανοήσουμε αυτή την ιστορική εξέλιξη, είναι εύκολο να καταλάβουμε τη μετάλλαξη της Wall Street και, μέσω αυτής, ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Μια μετάλλαξη που, αφενός, ενίσχυσε τη νέα μορφή αμερικανικής ηγεμονίας ενώ, αφετέρου, την εμβολίασε με τον ιό που θα τη θανάτωνε το 2008» (σελ. 18-9). 

            Αυτό το μοντέλο εθελοντικής χρηματοδότησης του διπλού αμερικανικού ελλείμματος (ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού και εμπορικού ελλείμματος της αμερικανικής οικονομίας) από τον υπόλοιπο κόσμο (και κυρίως από τις ισχυρές εξαγωγικές οικονομίες της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και της Κίνας) είναι που περιγράφεται από τον συγγραφέα ως ο «Παγκόσμιος Μινώταυρος»: πρόκειται δηλαδή για «δώρα υποτέλειας», στην ουσία θυσίες, από την περιφέρεια προς το ηγεμονικό κέντρο, με αντάλλαγμα μία ––ασταθή–– παγκόσμια ισορροπία που κρατάει την ίδια την περιφέρεια οικονομικά ζωντανή (δηλαδή, κερδοφόρα). Το μέσον ήταν η δολαριοποίηση των παγκόσμιων κεφαλαιακών αποθεμάτων, και το κίνητρο η υπόσχεση μιας απεριόριστης χρηματοοικονομικής κερδοφορίας με τα νέα χρηματοπιστωτικά εργαλεία που επινοούσε η Wall Street. 

            Στην πραγματικότητα, η αφήγηση του Γ. Βαρουφάκη ξεκινάει, όπως όφειλε, από τη Μεγάλη Ύφεση του 1929. Αυτό το τραυματικό συμβάν που ράγισε την αισιοδοξία των εθνικών κεφαλαιοκρατικών τάξεων παντού στον κόσμο, που έφερε στο προσκήνιο τον John Maynard Keynes και που, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες των αμερικανών New Dealers, δεν επέτρεψε άλλη διέξοδο από το σφαγείο ενός παγκοσμίου πολέμου, έδειξε την αναγκαιότητα μιας ρύθμισης της παγκόσμιας οικονομίας υπό τη μορφή ενός μηχανισμού ανακύκλωσης των παγκόσμιων πλεονασμάτων. Αυτή ήταν η πεποίθηση του Keynes, και αυτή είναι μια πεποίθηση αρχής του Γ. Βαρουφάκη. Μετά τον πόλεμο, ολόκληρος σχεδόν ο κόσμος κειτόταν σε ερείπια και οι ΗΠΑ, ο μεγάλος ωφελημένος, ήταν πλέον η μόνη χώρα-πιστωτής (εξαιρουμένης της Ελβετίας). Υπό το έμμονο μέλημα να μην ξανασυμβεί ένα νέο 1929, τον Ιούλιο του 1944 και με πρωτοβουλία του Προέδρου Ρούσβελτ, 730 εκπρόσωποι από πολλές χώρες συγκεντρώθηκαν στο Bretton Woods στα χιονισμένα όρη του Νιου Χαμσάιρ για να καταλήξουν σε εκείνο που έγινε γνωστό ως η «Συμφωνία του Bretton Woods»: το Μεγάλο Σχέδιο που θα καθόριζε τον χαρακτήρα και τους θεσμούς τής παγκόσμιας μεταπολεμικής νομισματικής τάξης. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκαν οργανισμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Διεθνής Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (σήμερα Παγκόσμια Τράπεζα), καθώς και το σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών με πυρήνα το δολάριο: κάθε νόμισμα, δηλαδή, θα κλείδωνε σε μια συγκεκριμένη ισοτιμία σε σχέση με το δολάριο, ενώ οι ΗΠΑ δεσμεύθηκαν να συνδέσουν το δολάριο με τον χρυσό στη σταθερή ισοτιμία των 35 δολαρίων ανά ουγκιά και να εγγυηθούν την πλήρη μετατρεψιμότητα σε χρυσό των δολαρίων τού οποιουδήποτε, είτε ήταν αυτός Αμερικανός είτε όχι. Επιπλέον, οι κατεστραμμένες οικονομίες της Γερμανίας και της Ιαπωνίας όχι μόνο ανοικοδομήθηκαν με έξοδα των νικητών, αλλά και σχεδιάστηκαν ως δύο ισχυρές νομισματικές ζώνες (του μάρκου και του γιεν) που θα πλαισίωναν εφεξής τη ζώνη του δολαρίου και θα λειτουργούσαν ως αμορτισέρ για τις υφεσιακές πιέσεις που θα μπορούσε να δεχθεί η αμερικανική οικονομία. Αυτό βεβαίως προϋπέθετε βαριά βομηχανία, αλλά και αντίστοιχες ζώνες εμπορίου (έναν ελεγχόμενο «ζωτικό χώρο») που θα παρείχαν την αναγκαία ζήτηση για τα προϊόντα αυτής τη βιομηχανίας: οι ζώνες αυτές θα ήταν, σύμφωνα με τον αμερικανικό σχεδιασμό, η Ευρωπαϊκή αγορά για το μάρκο και η αγορά της Νοτιοανατολικής Ασίας για το ιαπωνικό γιεν. 

            Στη διάρκεια της συνδιάσκεψης, γράφει ο Γ. Βαρουφάκης, «ο Keynes ήταν ιδιαίτερα προβληματισμένος. Γνώριζε ότι όπως και το προπολεμικό σύστημα του Κανόνα Χρυσού, έτσι και το νέο διεθνές σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών που στηνόταν στο Bretton Woods δεν θα μπορούσε να αντέξει σε έναν σοβαρό κλυδωνισμό αν δεν υπήρχαν ικανοί Μηχανισμοί Ανακύκλωσης Πλεονασμάτων απ’ άκρου εις άκρον της νέας, οικουμενικής νομισματικής ένωσης […] Για να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη, το νέο διεθνές σύστημα έπρεπε να περιλαμβάνει έναν έξυπνο, καλά δομημένο Παγκόσμιο Μηχανισμό Ανακύκλωσης Πλεονασμάτων. Ο σκοπός του; Να εμποδίζει τη δημιουργία συστηματικών πλεονασμάτων σε μερικές χώρες και μονίμων ελλειμμάτων σε άλλες» (σελ. 138). Έργο ενός τέτοιου μηχανισμού θα ήταν, με άλλα λόγια, να παίρνει κεφάλαια από τις πλεονασματικές περιοχές και να τα μεταφέρει στις ελλειμματικές περιοχές, είτε υπό μορφήν άμεσης μεταφοράς οικονομικών πόρων (όπως ήταν το Σχέδιο Μάρσαλ) ή ––κάτι πολύ περισσότερο επιθυμητό, τόσο για τις πλεονασματικές όσο και για τις ελλειμματικές περιοχές–– ως επένδυση σε παραγωγικές δραστηριότητες μέρους τού πλεονάσματος των πλεονασματικών περιοχών στις ελλειμματικές περιοχές. Οι Αμερικανοί βεβαίως κατανοούσαν αυτή την ανάγκη, και στην πράξη είχαν δημιουργήσει έναν τέτοιον μηχανισμό. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτούς και τον Keynes ––εκφρασμένη δια στόματος του Harry Dexter White, του εκπροσώπου τους στη συνδιάσκεψη–– αφορούσε το ποιος θα ελέγχει αυτό τον μηχανισμό: ο Keynes επιθυμούσε μια Διεθνή Νομισματική Ένωση στην οποία θα εκπροσωπούνταν όλα τα συμμετέχοντα κράτη και η οποία μέσ’ από αντικειμενικά ρυθμισμένες διαδικασίες και κανόνες θα πρόσφερε σε κάθε μέλος ευκολίες υπερανάληψης, ενώ από την άλλη πλευρά θα προέβλεπε ποινικές ρήτρες προς τα πλεονασματικά κράτη οι οποίες θα λειτουργούσαν ως αυτόματος μηχανισμός ανακύκλωσης πλεονασμάτων· οι Αμερικανοί αντιτάχθηκαν σθεναρά διότι, ως παγκόσμια υπερδύναμη, διεκδικούσαν αφενός το δικαίωμα να έχουν απεριόριστα πλεονάσματα, αφετέρου να τα ανακυκλώνουν οποτεδήποτε και οπουδήποτε οι ίδιοι ήθελαν, κατά το δοκούν. 
            Και το έκαναν μέχρι το 1971. Η περίοδος αυτή, που κάποιοι αποκαλούν «χρυσή εποχή» του δυτικού καπιταλισμού, σφραγίζεται από τη γεωπολιτική των ΗΠΑ η οποία βασίστηκε σε αυτόν τον οικονομικό σχεδιασμό. Ο Γ. Βαρουφάκης αποκαλεί το συγκεκριμένο μοντέλο το «Παγκόσμιο Σχέδιο». Παρότι αυτό καταρτίστηκε προκειμένου να εδραιωθεί και να επαυξηθεί η αμερικανική ηγεμονία, γράφει, «οι Ηνωμένες Πολιτείες κατανόησαν ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο εφόσον οι ίδιες συστηματικά επενδύουν μέρος των πλεονασμάτων τους στην Ιαπωνία και στη Γερμανία. Για να διατηρηθεί η αμερικανική ευημερία και η οικονομική μεγέθυνση, η Ουάσινγκτον πάσχιζε να μοιράζεται την παγκόσμια “πίτα” με τους προστατευόμενούς της: ενώ κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Σχεδίου οι ΗΠΑ έχασαν σχεδόν το 20% από το μερίδιό τους στο παγκόσμιο ΑΕΠ,  η Γερμανία είδε το μερίδιό της να αυξάνεται κατά 18% και η Ιαπωνία το δικό της κατά 156,7%! Έτσι όμως η Αμερική κατάφερε να συνεχίσει να αναπτύσσεται, να ευημερεί και να ηγεμονεύει» (σελ. 175-6). Όπως θα έγινε ήδη προφανές, η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής οικονομικής ζώνης ήταν μέρος του ίδιου αμερικανικού σχεδίου (εις πείσμα των αυτονομιμοποιητικών μύθων που καλλιεργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση περί «ευρωπαϊκού ονείρου» και «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης»…). 

            Παρ’ όλη την επιτυχία του, όμως, το Παγκόσμιο Σχέδιο είχε εξαρχής μιαν αχίλλειο πτέρνα: την έλλειψη ενός αυτόματου Μηχανισμού Ανακύκλωσης Πλεονασμάτων, πράγμα που επρόκειτο να επαληθεύσει τους φόβους του Keynes. Γιατί, ρωτάει, ο Γ. Βαρουφάκης, η αμερικανική πλευρά πρόβαλε βέτο στην πρόταση του Keynes για τη δημιουργία ενός τέτοιου αυτόματου μηχανισμού; «Επειδή οι ΗΠΑ θεωρούσαν δεδομένο ότι η χώρα τους θα παραμείνει πλεονασματική στο διηνεκές, κάτι που το 1944 δεν φαινόταν απίθανο […] Ο παγκόσμιος ηγεμόνας, τυφλωμένος από την ισχύ που βρέθηκε να έχει καθώς η οικουμένη έβγαινε από τον εφιάλτη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αδυνατούσε να αντιληφθεί τη σημασία της αυτοπειθάρχησης στο πλαίσιο ενός μηχανισμού που θα επέβαλλε και στην ίδια την Αμερική κανόνες που θα βοηθούσαν το Παγκόσμιο Σχέδιο να επιβιώσει μακροπρόθεσμα […] Δυστυχώς, ένα πράγμα δεν πρόβλεψαν οι Αμερικανοί ιθύνοντες: ότι κάποια στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρίσκονταν στην άγνωστη και δυσάρεστη θέση να μην έχουν πια εμπορικό πλεόνασμα αλλά, αντίθετα, ένα όλο και διογκούμενο εμπορικό έλλειμμα, το οποίο μάλιστα συνοδευόταν και από ένα αντίστοιχα αυξανόμενο έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ» (σελ. 179-81 passim). Όταν λοιπόν η αμερικανική οικονομική υπεροχή κλονίστηκε, οι σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής δεν δίστασαν να καταστρέψουν το δημιούργημά τους και να αναστρέψουν τις παγκόσμιες κεφαλαιακές ροές, δημιουργώντας το τέρας που περιγράψαμε παραπάνω και το οποίο ο συγγραφέας ονόμασε ο «Παγκόσμιος Μινώταυρος». Αυτό ξεκινάει με την αυθαίρετη αποδέσμευση του Προέδρου Νίξον από την ισοτιμία χρυσού-δολαρίου, το 1971, και ολοκληρώνεται στα τέλη της ίδιας δεκαετίας μ’ εκείνο που ο Paul Volcker, o «Κίσινγκερ» της αμερικανικής οικονομίας, ονόμασε «ελεγχόμενη διάλυση της παγκόσμιας οικονομίας»: της πολιτική υψηλών επιτοκίων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, της Fed, που έπληξε βαριά ήδη τους αμερικανούς εργαζόμενους, αλλά οδήγησε προπαντός στην καταστροφή, μέσ’ από μια δυσθεώρητη κρίση χρέους, τον Τρίτο Κόσμο. 


ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ εν ολίγοις η αφήγηση του Γ. Βαρουφάκη. Εξηγεί τις απώτερες προϋποθέσεις, τη σταδιακή κυοφορία και το αιφνίδιο ξέσπασμα της παρούσας κρίσης μέσ’ από τη διαδοχή δύο ιστορικών μοντέλων οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ, αυτών τα οποία σχηματικά ονομάζει το «Παγκόσμιο Σχέδιο» και ο «Παγκόσμιος Μινώταυρος». Δεν χρειάζεται να τονίσει κανείς την ιστορική ακρίβεια, την εξηγητική συνοχή και την πειστικότητα της αφήγησής του. Στην πραγματικότητα, έρχεται να διασταυρωθεί με σημαντικές άλλες αφηγήσεις ––της Naomi Klein, για παράδειγμα–– φωτίζοντας ακόμη καλύτερα υπό άλλες, συμπληρωματικές οπτικές την ίδια αυτή πρόσφατη ιστορία που είναι η ιστορία μας.  Συμπληρώνει λεπτές, σκιασμένες πτυχές που κάνουν ακόμη πιο κατάφωρο τον εγκληματικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στον ύστερο εικοστό αιώνα, και μας επιτρέπει να συνδέσουμε σε μια ενιαία δέσμη τη γεωπολιτική με την οικονομική στρατηγική που οδήγησαν ––οδηγούν ακόμα–– τον κόσμο μας στην ανείπωτη βαρβαρότητα στην οποία βυθιζόμαστε. Προφανώς, το μοντέλο που εδώ περιγράφεται ως «Παγκόσμιος Μινώταυρος» συστοιχεί προς αυτό που η Naomi Klein (και πολλοί άλλοι) αποκαλούν νεοφιλελευθερισμό, και ενσαρκώνεται στη λεγόμενη Συναίνεση της Ουάσινγκτον και στον νέο ρόλο οικονομικής αστυνομίας που αναλαμβάνουν εφεξής οι «αδελφές» του Bretton Woods (ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα). Ο Γ. Βαρουφάκης χρησιμοποιεί ελάχιστα τον όρο νεοφιλελευθερισμός επειδή, υποθέτω, τον ενδιαφέρει πρωτίστως να δείξει τη θεμελιώδη πολιτική για τις ανάγκες της οποίας γεννήθηκαν τα «νεοφιλελεύθερα» οικονομικά μοντέλα. Κυριολεκτικά μιλώντας, νεοφιλελευθερισμός είναι ένα οικονομικό δόγμα, δηλαδή μια ιδεολογική μορφή· ο διασταλτικός τρόπος με τον οποίον χρησιμοποιεί η Naomi Klein (και πολλοί άλλοι) τον όρο μοιάζει να συγχέει αφελώς το αποτέλεσμα με την αιτία, δηλαδή, να εκλαμβάνει τις συγκεκριμένες ιστορικές πρακτικές ως προϊόντα της ιδεολογίας. Την ιστορία του τέλους τού εικοστού αιώνα δεν την έγραψε βέβαια ο Milton Friedman, αλλά η νεοαποικιακή στρατηγική των ΗΠΑ και των δορυφόρων τους! 

            Αν πάμε στην προηγούμενη πράξη του δράματος, ωστόσο, ο Βαρουφάκης δεν κρύβει τη θλίψη του για το ότι τη μεταπολεμική ιστορία δεν την έγραψε, τελικά, ο J.M. Keynes. Μοιάζει δηλαδή να πιστεύει ότι όντως υπάρχει ένας βιώσιμος δρόμος για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, ότι λίγοι εμπνευσμένοι οραματιστές τον έχουν αντιληφθεί, και ότι ήταν η τυχαία τυφλότητα κάποιων ισχυρών εκείνη που εμπόδισε την ανθρωπότητα να τον ακολουθήσει. Και ο δρόμος αυτός, βέβαια, ακούει στο όνομα Παγκόσμιος Μηχανισμός Ανακύκλωσης Πλεονασμάτων. Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του ––όπως και στις πυκνές επικαιρικές του παρεμβάσεις άλλωστε–– κατηγορεί με τον ίδιο τρόπο την Ευρωπαϊκή Ένωση για το ολέθριο σφάλμα στην αρχιτεκτονική της, που είναι η έλλειψη ενός τέτοιου μηχανισμού δια του οποίου οι πλεονασματικές χώρες (όπως η Γερμανία, η οποία γι’ αυτόν αντιπροσωπεύει την ευρωπαϊκή μικρογραφία του Μινώταυρου) θα ανακύκλωναν τα πλεονάσματά τους στις ελλειμματικές. Όχι ότι η διαπίστωση είναι λάθος σε περιγραφικό επίπεδο· το πραγματικό όμως ερώτημα σε αυτό το σημείο είναι: γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γερμανία ή οποιοσδήποτε άλλος στη θέση τους, αδυνατούν να δουν καθαρά αυτό το προφανές, που ευνοεί στο κάτω κάτω τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους, ακόμα και τη στιγμή που οι δοκιμασμένες στρατηγικές οδηγούν ολοφάνερα στην άβυσσο;  

            Κατηγορούμε συχνά ––και δικαίως–– τους οικονομολόγους ότι αδυνατούν να συνδέσουν τα οικονομικά φαινόμενα με πολιτικά κίνητρα και δράσεις, των οποίων τα πρώτα εμφανίζονται ως η αποξενωμένη, πραγμοποιημένη μορφή. Παραβλέπουν δηλαδή σε ποιον βαθμό τα «πράγματα» (οικονομικά, εν προκειμένω) είναι ήδη πράξεις, αποκρυσταλλώσεις βουλητικών και εμπρόθετων ενεργειών, οι οποίες συχνά αυτονομούνται από τους ίδιους τούς φορείς τους και τους επανυποτάσσουν στην ανεξέλεγκτη τροχιά τους. Αυτή η αυτονόμηση των οικονομικών μηχανισμών, όμως, είναι εξίσου πραγματική με τα συγκεκαλυμμένα κίνητρα που δρουν πίσω τους, και για να φτάσει κάποιος σ’ εκείνα πρέπει να διατρέξει προηγουμένως με αυστηρή συνέπεια όλο το πεδίο της πραγμοποιημένης τους εκδίπλωσης, των λεγόμενων οικονομικών «μηχανισμών». Και το πράγμα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο από το γεγονός ότι υφίσταται μία πρόσθετη σπείρα πραγμοποίησης, η οποία αλληλοδρά σε όλες τις στιγμές με τον οικονομικό μηχανισμό: η τεχνική. Ο μηχανισμός της αέναης συσσώρευσης και επέκτασης του κεφαλαίου (που ονομάζουμε καπιταλισμό) δεν μπορεί βεβαίως να κατανοηθεί ανεξάρτητα από ένα ιστορικό προσδιορισμένο κίνητρο κυριαρχίας που ενσαρκώνεται σε μια ορισμένη κοινωνική τάξη, ούτε όμως ανεξάρτητα από τη μεσολάβηση της τεχνοεπιστημονικής επανάστασης του δέκατου έβδομου αιώνα και της βιομηχανικής του δέκατου ένατου. Όλη η οξυδέρκεια του κοινωνικού αναλυτή εξαρτάται από την ικανότητα να αποκαταστήσεις τις ορθές διαμεσολαβήσεις ανάμεσα σε αυτά τα επίπεδα, προκειμένου να αναδείξει την σε τελευταία ανάλυση πολιτική σημασία των κοινωνικοοικονομικών φαινομένων. Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, ο Γ. Βαρουφάκης φαίνεται να υποπίπτει στο συμμετρικό επιστημολογική σφάλμα εκείνου που χαρακτηρίζει τους κλασικούς οικονομολόγους: μεταπηδά κάπως βιαστικά από το επίπεδο της οικονομικής ανάλυσης στην πολιτική ανάλυση παραγνωρίζοντας τη δομική σημασία κάποιων μεσολαβητικών μηχανισμών που θα δούμε αμέσως.  

Το ερώτημα με το οποίο μας αφήνει η ανάλυσή του, όπως είπα, είναι γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες (ή οποιοσδήποτε άλλος στη θέση τους) αδυνατούν να δουν το πού οδηγούν μακροπρόθεσμα οι επιλεγμένες τους στρατηγικές. Πριν απαντηθεί αυτό, όμως, χρειάζεται να απαντηθεί το πραγματολογικό ερώτημα γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες στη τέλη της δεκαετίας του 1960 έγιναν από πλεονασματικές ελλειμματικές. Η εξήγηση που επιχειρεί να δώσει ο συγγραφέας (σελ. 181-188) είναι μέσ’ από μια σύνθετη γεωστρατηγική ανάλυση που έχει ως κορυφαίο γεγονός τον Πόλεμο του Βιετνάμ. Η οικονομική αιμορραγία που προκάλεσε αυτός ο απεγνωσμένος πόλεμος, σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις ευμάρειας που γεννούσε η «Μεγάλη Κοινωνία» την οποία είχε ευαγγελιστεί ο Πρόεδρος Λύντον Τζόνσον, εμφανίζεται ως ο κύριος λόγος της καμπής σε αυτή την διήγηση. Δηλαδή, αναρωτιέται κανείς, αν ο Πόλεμος του Βιετνάμ δεν είχε συμβεί, ή δεν είχε αποβεί τόσο καταστροφικός για τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα ήταν διαφορετική η μοίρα ολόκληρου του κόσμου σήμερα; Οι «απαιτήσεις ευημερίας», από την άλλη πλευρά, είναι ένας πολύ αόριστος τρόπος αναφοράς σε μια εξόχως συγκρουσιακή συνθήκη που χαρακτήριζε όλες τις μεταπολεμικές «κοινωνίες της αφθονίας», των οποίων προπομπός και υπόδειγμα ήταν οι ΗΠΑ: την όξυνση της ταξικής πάλης, η οποία σε ένα μεγάλο μέρος της ανεπτυγμένης Δύσης έπαιρνε τον χαρακτήρα μιας άγριας πολιορκίας των εργοδοσιών (μεγάλων εταιρειών, ως επί το πλείστον) είτε για συνεχή αύξηση των μισθών είτε, στις πιο ριζοσπαστικές της μορφές, για κατάργηση της μισθωτής εργασίας και εργασιακή αυτοδιαχείριση. Τότε ακριβώς οι κεφαλαιοκρατικές ελίτ, παντού στον κόσμο αλλά με προφυλακή αναπόφευκτα τις ΗΠΑ, βρήκαν ένα αναπάντεχο όπλο που τους επέτρεψε να αντεπιτεθούν αποτελεσματικά: τις νέες τεχνολογίες του αυτοματισμού, των οποίων η εφαρμογή γενικεύτηκε από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 σε όλο το εύρος του βιομηχανοποιημένου κόσμου, τσακίζοντας τις οργανωμένες δυνάμεις της εργασίας (το οποίο είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις και σε όλα τα παράπλευρα διεκδικητικά κινήματα) και πυροδοτώντας εκείνο που ονομάστηκε «δομική ανεργία». 

            Ο Γ. Βαρουφάκης δεν αγνοεί βέβαια τη σημασία αυτού του τεχνολογικού μετασχηματισμού της εργασίας, μοιάζει όμως να του αποδίδει έναν δευτερεύοντα ρόλο. Γράφει: «Τα συνδικάτα, εξαγριωμένα από τις υπέρογκες αυξήσεις των τιμών, άρχισαν να ζητούν μεγαλύτερους μισθούς. Από τη μεριά τους, οι εργοδότες άρχισαν να φαντάζονται μια αγορά εργασίας χωρίς συνδικάτα. Με άλλα λόγια, είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για μια Μεγάλη Σύγκρουση. Σε αυτό το νέο συγκρουσιακό περιβάλλον οι μεγάλες εταιρείες διέκριναν μια μοναδική ευκαιρία να μειώσουν τους πραγματικούς μισθούς των εργαζομένων τους και ταυτόχρονα να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας τους μέσα από τη χρήση τεχνολογιών που μόλις είχαν αρχίσει να εμφανίζονται» (σελ. 211-2). Η πρόσκαιρη έκρηξη της κερδοφορίας των επιχειρήσεων με έδρα τις ΗΠΑ και η συμμετοχή στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, καταλήγει, μαγνήτισαν τα κεφάλαια των μη Αμερικανών που άρχισαν να μεταναστεύουν σε πρωτοφανείς όγκους και με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς τη Νέα Υόρκη, από τη Φραγκφούρτη, το Ριάντ, το Τόκιο, το Παρίσι, το Μιλάνο… Πράγματι. Το αληθινό ερώτημα όμως είναι: θα μπορούσε αυτή η κερδοφορία να συνεχιστεί χωρίς τη χρηματιστηριακή της αξιοποίηση; Διότι η φαινομενική έκρηξη κερδοφορίας προσέκρουσε αμέσως στην κατακόρυφη πτώση της ζήτησης που είχε την ίδια αιτία με την πρόσκαιρη κερδοφορία – μια κλασική, κλασικότατη δηλαδή κρίση υπερπαραγωγής, που μας φέρνει κατά κάποιον τρόπο πίσω στις συνθήκες που προετοίμασαν το 1929… Υπό αυτές τις συνθήκες, η στρατηγική του Παγκόσμιου Μινώταυρου, η κατάργηση των αναδιανεμητικών μηχανισμών του κράτους, η πρόκριση των μονεταριστικών θεωριών σε οικονομική ορθοδοξία και η παροξυστική διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα και των παραγώγων του έγιναν μονόδρομος για την κεφαλαιοκρατική οικονομία προκειμένου να αποσοβήσει τη διηνεκώς επικείμενη πλέον πτωτική τάση τού ποσοστού κέρδους του κεφαλαίου. Η απάντηση στο ερώτημα «γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες  (ή η Γερμανία στην παρούσα ευρωπαϊκή συγκυρία, ή οποιοσδήποτε άλλος στη θέση τους) αδυνατούν να δουν καθαρά την άβυσσο στην οποία οδηγούν οι τρέχουσες στρατηγικές τους» είναι: δεν έχουν άλλη επιλογή, αν εκείνο που πρέπει να διασωθεί είναι η ––βραχυπρόθεσμη–– κερδοφορία του κεφαλαίου. Απέναντι στην απειλή τού καταποντισμού τους, οι κεφαλαιοκρατικές τάξεις έχουν αποφασίσει να θυσιάσουν όλη την υπόλοιπη ανθρωπότητα, ακόμη και αν αυτό μακροπρόθεσμα σημαίνει και τη δική τους αυτοκτονία. 

            Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, η τεράστια τεχνολογική αναμόρφωση της εργασίας που συνέβη περίπου στη δεκαετία ’70 ήταν η δομική αιτία της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ζούμε σήμερα, και η αλλαγή οικονομικής στρατηγικής εκ μέρους των ΗΠΑ (μαζί με όλα όσα υπάγουμε στην έννοια του «νεοφιλελευθερισμού») είναι μία μόνο, παρότι δεσπόζουσα σε ιστορική σημασία, από τις συνέπειές της. Σημαίνει αυτό άραγε ότι αντικαθιστούμε έναν οικονομικό ντετερμινισμό με έναν τεχνολογικό ντετερμινισμό; Όχι, βεβαίως. Οι τεχνολογικές καινοτομίες είναι ήδη καθορισμένες από τη δομή των παραγωγικών σχέσεων εντός των οποίων καλούνται να λειτουργήσουν και με τους όρους των οποίων αποκτούν το νόημά τους· πράγμα που σημαίνει ότι ο έσχατος αιτιώδης παράγων είναι η συγκεκριμένη δομή των παραγωγικών σχέσεων, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, η σχέση κεφαλαίου-εργασίας. Το ειδικό ιστορικό νόημα της εισαγωγής του αυτοματισμού στην εργασία δεν ήταν, για παράδειγμα, η δημιουργία ελεύθερου χρόνου για την ανθρωπότητα συνολικά αλλά ο αποκλεισμός από την εργασία ενός διευρυνόμενου τμήματός της επειδή, με τους όρους των υφιστάμενων παραγωγικών σχέσεων, η εργασία προορίζεται να παράγει κέρδος για τον κάτοχό της, ο οποίος είναι άλλος από τον φυσικό της φορέα. Αυτός ο «κάτοχος» της ανθρώπινης εργασίας είναι το πολιτικό υποκείμενο στο οποίο πρέπει να φτάσει η ανάλυσή μας προκειμένου να μεταβεί νόμιμα στην πολιτική σφαίρα. Και αυτός δεν είναι οι «Ηνωμένες Πολιτείες» ως τέτοιες, αλλά η ανταγωνιστικά διαπλεγμένη παγκόσμια κεφαλαιοκρατική τάξη (που περιλαμβάνει όχι μόνο τους ονομαστικούς ιδιοκτήτες κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι οποίοι μπορεί να είναι μικροεπενδυτές χωρίς ουσιαστικό έλεγχο στα κεφάλαιά τους, αλλά κυρίως τους διαχειριστές των μεγάλων  κεφαλαίων ανεξαρτήτως του κατά πόσον είναι οι ίδιοι «ιδιοκτήτες» με τη νομική έννοια του όρου – παρότι, βεβαίως, σε μεγάλο ποσοστό είναι).   

            Ο Γ. Βαρουφάκης δεν αμφισβητεί τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της αμερικανικής οικονομίας ακόμα και την εποχή του «Παγκόσμιου Σχεδίου» (παρότι αποφεύγει να χρησιμοποιεί τόσο φορτισμένη μαρξιστική ορολογία), ούτε την εφαρμογή του τελευταίου στο πλαίσιο και για τους σκοπούς τού παγκόσμιου γεωστρατηγικού και πυρηνικού ανταγωνισμού με το Σοβιετικό μπλοκ. Δεν αγνοεί (αν και ούτε σε αυτό δίνει την πρέπουσα έμφαση) ότι η πρόσκαιρη διεθνής ισορροπία που παρήγε μεταφράστηκε σε κάποιας μορφής υλική ευημερία μόνο για τους πληθυσμούς τού ανεπτυγμένου βιομηχανικού κόσμου, και με τίμημα αφενός την υπερεκμετάλλευση φυσικών πόρων μέχρι σημείου εξαντλήσεως του γήινου βιοσυστήματος, αφετέρου τη νεοαποικιακή εκμετάλλευση (δηλαδή: επανεδραίωση της αποικιακής κυριαρχίας με οικονομικά πλέον αντί με πολιτικοστρατιωτικά μέσα) του μόλις αποαποικιοποιημένου Τρίτου Κόσμου, πράγμα που μετά τη «στροφή» τής αμερικανικής οικονομικής πολιτικής θα οδηγούσε στον ανελέητο στραγγαλισμό του. Εκείνο που μάλλον αποφεύγει να δει είναι η εγγενής, δομική όπως λέμε, σχέση των επιτελικά διευθυνόμενων μηχανισμών αναδιανομής (είτε σε εθνικό επίπεδο, ως αυτό που λέγαμε «κράτος προνοίας», είτε σε διεθνές, ως αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «παγκόσμιο μηχανισμό ανακύκλωσης πλεονασμάτων») με μια πολεμική κατ’ ουσίαν οικονομία.2 Κατανοεί βέβαια κανείς ότι, για έναν κεϋνσιανό που ενεργεί με τον πραγματιστικό κοινό νου, εκείνο που αντιπροσωπεύει τη μέγιστη απειλή και το μέγιστο κακό, το οποίο πρέπει πρωτίστως και πάση θυσία να εξοντωθεί, είναι ο δράκος των οικονομικών κρίσεων τύπου 1929… Από τη δική μας όμως σκοπιά, το ερώτημα πρέπει να είναι: για λογαριασμό τίνος; Μπορεί η κερδοφορία του κεφαλαίου να συνυπάρχει με την ευημερία όλης της ανθρωπότητας; Με τη διαφύλαξη μιας απαραβίαστης, πλούσια αυτοαναπαραγόμενης και ομαλά αυτορρυθμιζόμενης φύσης; Με τις ποιοτικές ανάγκες έκφρασης και αυτοπραγμάτωσης των ανθρώπων μέσα στην εργασία τους, ελέγχου αυτής της εργασίας και των προϊόντων της από τους άμεσους παραγωγούς και τις κοινότητές τους, τη λήψη των αποφάσεων για ό,τι αφορά τη ζωή τους από τους ίδιους, περιλαμβανομένου του σχεδιασμού των ίδιων τους των αναγκών και των στρατηγικών και των μέσων για την κάλυψή τους;  Αν όχι, η ίδια η «κερδοφορία του κεφαλαίου» οφείλει να γίνει έκθεμα στο μουσείο της ανθρώπινης προϊστορίας – και τίποτα λιγότερο δεν μας διδάσκει η ιστορία του παρόντος. Ένας «καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» είναι η πιο αχαλίνωτη ονειροφαντασία που γέννησε ποτέ νους ρεαλιστών, απείρως πιο ανεδαφική από το απεγνωσμένο και ανυποχώρητο θέλω εκείνων οι οποίοι μοχθούν για μια οριστική εξαφάνιση του καπιταλισμού απ’ το πρόσωπο της γης…

            Το 1923 ο Keynes είχε πει μια ωραία φράση που καλούσε για «ευθανασία του εισοδηματία». Θα πρέπει, νομίζω, να την επικαιροποιήσουμε, ριζικοποιώντας την έννοιά της: να οδηγηθεί στην εξάλειψή του εκείνο το ανθρώπινο υποείδος που ζει από και για την επιδίωξη του κέρδους. Και, βεβαίως, να εξαλειφθεί η έννοια του «κέρδους» από την οικονομική επιστήμη διότι, αν θέλουμε να ακριβολογούμε, δεν είναι μια έννοια οικονομική· ανήκει κυρίως στην ιδιόλεκτο των τυχερών παιχνιδιών και του καζίνο. Αν ο όρος οικονομία εξακολουθεί να ορίζει το πεδίο των υλικών ανταλλαγών ανάμεσα στην ανθρωπότητα και τη φύση, το πεδίο των παραγωγικών δραστηριοτήτων, των μέσων και των τρόπων οργάνωσής τους καθώς και τη λογική των κοινωνικών ανταλλαγών, τους τρόπους κυκλοφορίας και διανομής δηλαδή των υλικών προϊόντων, μόνο δύο έννοιες χρειαζόμαστε για να ξεκινήσουμε: την έννοια των ανθρώπινων αναγκών, και την έννοια του σχεδιασμού για την κάλυψή τους. Η πρώτη αρκεί για να θεμελιώσει την οικονομική σφαίρα, η δεύτερη την τεχνική σφαίρα· η έννοια της πολιτικής συνυφαίνεται με τις ίδιες τις διαδικασίες συλλογικού προσδιορισμού και των δύο, διότι ο κόσμος της πολιτικής και ο κόσμος των εννοιών είναι, επιστημολογικά μιλώντας, ένας και ο αυτός κόσμος.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. ενδεικτικά, Τάκη Φωτόπουλου,  η Ελλάδα ως προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ: η ανάγκη για άμεση έξοδο από την ΕΕ και για μια αυτοδύναμη οικονομία (Γόρδιος: Αθήνα 2010)· Δημήτρη Καζάκη, Η ελληνική Πομπηία. Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας χρεοκοπίας (Το Ποντίκι: Αθήνα 2011)· Γιάννη Μηλιού-Δημήτρη Σωτηρόπουλου, Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση (Νήσος: Αθήνα 2011)· Κώστα Λαπαβίτσα-Στάθη Κουβελάκη, Κρίση και Αριστερή διέξοδος. Θέσεις για ένα κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο (Α.Α. Λιβάνη: Αθήνα 2012)· Λεωνίδα Βατικιώτη, Κώστα Βεργόπουλου, Κώστα Λαπαβίτσα, Πέτρου Παπακωνσταντίνου, κ.ά., Ο χάρτης της κρίσης: το τέλος της αυταπάτης (Τόπος: Αθήνα 2010)· Αλέκου Αλαβάνου, Λεωνίδα Βατικιώτη, Δημήτρη Μπελαντή, Κώστα Λαπαβίτσα, κ.ά., Ο μόνος δρόμος είναι ο δεύτερος δρόμος: ευρώ ή δραχμή; (Κοροντζής: Αθήνα 2013).

2. Ένας νεοφιλελεύθερος οικονομολόγος, που έχει επενδυμένα συμφέροντα κατά του «κοινωνικού» κράτους, κατανοεί πολύ καλύτερα αυτό το σημείο. Ο Niall Ferguson, στο βιβλίο του Η εξέλιξη του χρήματος. Μια οικονομική ιστορία του κόσμου (Αλεξάνδρεια: Αθήνα 2011), γράφει, για παράδειγμα: «Έχουμε την τάση να θεωρούμε το κράτος κοινωνικής πρόνοιας ως βρετανική εφεύρεση. Επίσης, να το θεωρούμε εφεύρεση σοσιαλιστική ή, τουλάχιστον, φιλελεύθερη. Στην πραγματικότητα, το πρώτο σύστημα υποχρεωτικής κρατικής ασφάλισης υγείας και σύνταξης ηλικιωμένων εισήχθη, όχι στη Βρετανία, αλλά στη Γερμανία, και ήταν ένα παράδειγμα που οι Βρετανοί το ακολούθησαν μετά από είκοσι και παραπάνω χρόνια. Δεν ήταν δημιούργημα της Αριστεράς· μάλλον το αντίθετο. Ο σκοπός της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης του Όττο φον Μπίσμαρκ ήταν, σύμφωνα με τις δηλώσεις του το 1880, “να δημιουργήσει στη μεγάλη μάζα των ακτημόνων τη συντηρητική αντίληψη που πηγάζει από το αίσθημα του δικαιώματος στη σύνταξη” […] Αν και η ιδέα του κράτους πρόνοιας ήταν δημιούργημα της πολιτικής, ωστόσο ωρίμασε στον πόλεμο. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος διεύρυνε τη σφαίρα της κυβερνητικής δραστηριότητας σχεδόν σε κάθε πεδίο […] Με την αποκατάσταση της ειρήνης, οι πολιτικοί στη Βρετανία έσπευσαν να αμβλύνουν τα αποτελέσματα που προκάλεσε η αποστράτευση στην αγορά εργασίας εισάγοντας ένα Σχέδιο Ασφάλισης Ανέργων, το 1920. Αυτή η διαδικασία επαναλήφθηκε κατά τη διάρκεια και το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου» (σελ. 196-8 passim). Παραδόξως, δεν λέει πολλά για την ολοκλήρωση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας από το Εθνικοσοσιαλιστικό κράτος στη Γερμανία, ένα μοντέλο που έσπευσαν να μιμηθούν όλες οι δυτικές χώρες μετά τον πόλεμο, και οι ΗΠΑ ήδη από τη δεκαετία του 1930. Φωτίζει άπλετα όμως τη λειτουργία του στην περίπτωση του πολεμικού εταίρου τής Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, της Ιαπωνίας: «Η πρώτη παγκόσμια υπερδύναμη στην κοινωνική πρόνοια, η χώρα που προώθησε περισσότερο και επιτυχέστερα το πρότυπο […] ήταν η Ιαπωνία. Τίποτα δεν δείχνει τόσο ξεκάθαρα, όσο η ιαπωνική εμπειρία, τους στενούς δεσμούς μεταξύ του κράτους πρόνοιας και του πολεμικού κράτους […] Αυτό ασφαλώς ήταν εναρμονισμένο με έναν από τους αντικειμενικούς στόχους της αμερικανικής κατοχής: “Να αντικατασταθεί η φεουδαλική οικονομία από την οικονομία πρόνοιας» [W. Macmahon Ball στο Pacific Affairs, 1948]. Ωστόσο θα ήταν λάθος να εικάσουμε (όπως έκαναν αρκετοί μεταπολεμικοί σχολιαστές) ότι το κράτος πρόνοιας της Ιαπωνίας ήταν “εξ ολοκλήρου επιβεβλημένο από μια ξένη δύναμη”. Στην πραγματικότητα, οι Ιάπωνες δημιούργησαν το δικό τους κράτος πρόνοιας – και ξεκίνησαν να το κάνουν πολύ πριν το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Ο πραγματικός οδηγός δεν ήταν ο κοινωνικός αλτρουισμός αλλά η ακόρεστη δίψα του κράτους, στα μέσα του εικοστού αιώνα, για εύρωστους νεαρούς στρατιώτες και εργάτες […] Ήταν κράτος που έφερε μέσα του την υπόσχεση ενός “πολεμικού κράτους πρόνοιας”, που πρόσφερε κοινωνική ασφάλιση σε ανταπόδοση για τη στρατιωτική θυσία» (σελ. 199-201 passim).



Δείτε ακόμα