Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Μετά τη συντριβή

του Φώτη Τερζάκη


Είναι τουλάχιστον ειρωνεία ένα απολυταρχικό καθεστώς που έχει μετέλθει όλα τα μέσα για να τσακίσει τη λαϊκή βούληση να σε καλεί σε εκλογές. Θυμίζει το περίφημο δημοψήφισμα του «Ναι στο Σύνταγμα» της απριλιανής δικτατορίας. Αυτή είναι όμως η πραγματικότητα μπροστά στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, στην Ελλάδα,
Σεπτέμβριο του 2015. Έξι μήνες παρακολουθήσαμε με κομμένη την ανάσα το ευρωπαϊκό σήριαλ τρόμου που μια διπλωματική γλώσσα αποκαλούσε «διαπραγμάτευση»: τη δυσφήμιση και τον διασυρμό, την τρομοκράτηση και τον κεκλεισμένων των θυρών βασανισμό ενός πρωθυπουργού και μιας εθνικής αντιπροσωπείας, και μέσω αυτών, αναμφίβολα, ενός ολόκληρου λαού που τόλμησε να διαλέξει ενάντια στις οδηγίες των αφεντικών του, από γραβατοφορεμένους τραμπούκους τύπου Ντάισενμπλουμ, Σώυμπλε, Γιούνγκερ, Σουλτς και τις ορντινάτσες τους· δεν κρατήθηκαν καν πρακτικά εκείνων των τρομερών «συνομιλιών», για να κρίνει ο ιστορικός του μέλλοντος τα πεπραγμένα. Ακόμη και όσοι υποδεικνύαμε την ολοκληρωτική φύση του παγκοσμιοποιούμενου καπιταλισμού, καταγγέλλαμε την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη ως δικτατορία του κεφαλαίου, παγώσαμε από το μέγεθος, και κυρίως από τον κυνικό και απροσχημάτιστο χαρακτήρα της βίας που άσκησαν τα ευρωπαϊκά όργανα σε μια μικρή χώρα και τους εκπροσώπους της: βία που ανακαλεί στη μνήμη την αποικιακή κτηνωδία των ευρωπαϊκών δυνάμεων, την αληθινή κολυμπήθρα του ευρωπαϊκού, δηλαδή του δυτικού, «πολιτισμού». 

            Πολλές αναλογίες έρχονται στο μυαλό για την τελική πράξη του δράματος, που οδήγησε διαδοχικά από μια χειρονομία έσχατης συμβολικής αντίστασης, την προκήρυξη δημοψηφίσματος, στον χρηματοοικονομικό πνιγμό που προκάλεσαν οι συνασπισμένοι δανειστές στη χώρα, στην παρ’ όλ’ αυτά και πέραν κάθε ρεαλιστικής προσδοκίας νίκη τού δημοψηφίσματος, και στην πράξη ακύρωσής του μία στιγμή μετά με την ταπεινωτική συνθηκολόγηση της κυβέρνησης: είπαν «ξεπούλημα», «προδοσία», «νέα Βάρκιζα»· θα μπορούσε ακόμη ευστοχότερα κάποιος να μιλήσει για πραξικόπημα τύπου Χιλής, όταν ο Κίσινγκερ έκανε την περίφημη δήλωση «Δεν μπορούμε ν’ αφήσουμε μια χώρα να κατρακυλήσει στον κομμουνισμό επειδή ο λαός της είναι ανώριμος», ή τη σοβιετική εισβολή του ’68 στην Τσεχοσλοβακία (που η επέτειός της ήταν τώρα, στις 21 Αυγούστου), η οποία ενδεχομένως κρύβει και μια προφητική αναλογία: το κάταγμα που προκλήθηκε στο ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι πιθανό –και ευχόμαστε ολόψυχα– να έχει ανάλογες μακροπρόθεσμες συνέπειες με αυτές που οδήγησαν στην κατάρρευση, μέσα σε μια εικοσαετία, του φαινομενικά ακαταμάχητου Σοβιετικού μπλοκ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση –όπως και σε άλλες περιπτώσεις στο πρόσφατο παρελθόν, αλλού– τα χρηματοοικονομικά όπλα έπαιξαν τον ρόλο των αρμάτων μάχης, φαινόμενο αποκαλυπτικό για τη δομή και τη λειτουργία τού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού των ημερών μας.  

            Η άλλη όψη του δράματος, η ακόμη πιο απελπιστική, είναι ότι η συγκεκριμένη ελληνική κυβέρνηση έκαψε μόνη της, εξ αρχής, όλα τα όπλα που είχε στη διάθεσή της για ν’ αντισταθεί, προετοιμάζοντας τη συντριβή της (και μπορούμε να πούμε ποια ήταν αυτά: η ανάληψη του ελέγχου των τραπεζών και η επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, τουλάχιστον από τις 27 Φεβρουαρίου όταν φάνηκε ήδη πώς παίζουν οι αντίπαλοί της· η άσκηση βέτο σε μια ολόκληρη σειρά κρίσιμων αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξαιρετικά δυσοίωνων ούτως ή άλλως, που θα μπορούσε να προκαλέσει ανυπέρβλητες δυσκολίες στη λειτουργία της· προπαντός, η άρνηση της παραμικρής πληρωμής μέχρι την τελική έκβαση της διαπραγμάτευσης, που θα εξασφάλιζε πολύτιμα συναλλαγματικά αποθέματα στη χώρα σε περίπτωση χρηματοοικονομικού αποκλεισμού). Και το ερώτημα που επανέρχεται μοιραία, βασανιστικά, είναι: γιατί; Ήταν μόνο άγνοια του κινδύνου, αφελής εμπιστοσύνη στη «δημοκρατικότητα» της Ευρώπης και των συνομιλητών της, παραπλάνηση από αμφίβολους κι επιζήμιους διεθνείς «συμβούλους», η απλή, ξεκάθαρη απειρία και ανικανότητα; 

            Ήταν οπωσδήποτε όλ’ αυτά, σε κυμαινόμενους βαθμούς· αλλά δεν είναι δυνατόν επαγγελματίες πολιτικοί να μη βάζουν στο μυαλό τους εκείνο που συζητιέται και στο τελευταίο καφενείο της χώρας. Η κυβέρνηση δεν θα είχε ξεγελαστεί τόσο εύκολα εάν δεν ήθελε να ξεγελαστεί, αν δεν είχε ήδη ένα επενδυμένο συμφέρον στην εθελοτυφλία της. Δυστυχώς, όπως εκ των υστέρων φαίνεται όσο συναρμόζονται τα ελλείποντα κομμάτια του παζλ και φωτίζονται οι κρυφές πτυχές, οπωσδήποτε μετά την εκλογική της νίκη, και πιθανότατα από πριν, διαπραγματεύτηκε τη στήριξή της με κύκλους των αδίστακτων οικονομικών ελίτ της χώρας (τραπεζίτες, βιομήχανους, εφοπλιστές, γραφειοκράτες ακαδημαϊκούς, μεγιστάνες του τύπου), το πραγματικό «ευρωπαϊκό λόμπι» τού οποίου τα συμφέροντα είναι οργανικώς εξαρτημένα από τους μηχανισμούς αναπαραγωγής του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, και αυτοί προφανώς ζήτησαν μόνο ένα πράγμα: την πάση θυσία παραμονή στην Ευρωζώνη. Προετοίμασε έτσι μεθοδικά την αδυναμία της να αντέξει στους εκβιασμούς των αντιπάλων της, και παρέδωσε μαζί της ως σφάγια τις λαϊκές μάζες που την στήριξαν και ήλπισαν να την χρησιμοποιήσουν σαν εργαλείο πολιτικής αντίστασης στον ευρωπαϊκό εφιάλτη. Διότι ναι μεν ουδέποτε κήρυξε ρητά την έξοδο από την Ευρώπη, αλλά όντως δεσμεύτηκε για απόσειση του ζυγού των μνημονίων που ήταν η φυσική συνέπεια της ένταξης στον ευρωπαϊκό οικονομικό και πολιτικό Λεβιάθαν, στις πύλες του οποίου είναι γραμμένο Lasciate ogne speranza, voi ch' intrate. Το μόνο που δεν είπε, βέβαια, ήταν, εάν αποδειχθεί αδύνατο να τηρηθούν ταυτόχρονα και δύο όροι, ποια θα ήταν η έσχατη «κόκκινη γραμμή»: η απόσειση των μνημονίων ή η παραμονή στην Ευρωζώνη. 

            Όχι, δεν ήταν λάθος η εκλογική στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε το ότι του παρασχέθηκε η λαϊκή συγκατάθεση να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, ούτε η ανοχή και η στάση αναμονής απέναντι στην αμφισημία πολλών τακτικών του κινήσεων. Στην πολιτική, και ιδίως σε περιόδους εκτάκτου ανάγκης όπως αυτή που διανύουμε, είναι η στρατηγική εκείνη που κρίνει τις τακτικές κινήσεις, και το αποτέλεσμα εκείνο που κρίνει την στρατηγική. Το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε να εκπληρώσει τα κριτήρια μιας αριστερής διακυβέρνησης, που είναι κριτήρια αξιακά και αδιαπραγμάτευτα ταξικού χαρακτήρα, μας φέρνει αντιμέτωπους με βαθύτερες δομικές αδυναμίες –παθολογίες, ακριβέστερα– της ελληνικής κοινωνίας, πέρ’ από την επιφανειακή πολιτική ανάγνωση. Γιατί η ρήση «Κάθε λαός έχει την κυβέρνηση που του αξίζει», παρά τον κυνισμό της, έχει ένα ποσοστό αλήθειας που δεν μπορούμε να παρακάμψουμε αβασάνιστα. 

Δημοσιέυτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς, 5/11/2015

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δείτε ακόμα