Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Φώτης Τερζάκης - Εγκληματικό κράτος, εγκληματική κοινωνία


Την ώρα που στην πλατεία Συντάγματος ένα εντυπωσιακό πλήθος ρίχνει τη σκιά του στο απέναντι κτήριο της Βουλής ζητώντας τρόπους να αρθρώσει την αγωνία και την οργή του, στις γειτονιές της πόλης κλιμακώνεται ένα αποτρόπαιο έγκλημα εναντίον μεταναστών και ξένων. Φασιστικές συμμορίες επιτίθενται με βιαιότητα που μπροστά της ωχριά κάθε προηγούμενο, καταδιώκουν και τρομοκρατούν ανθρώπους στον δρόμο, πυρπολούν αυτοσχέδια τζαμιά, αδειάζουν νυχτερινούς συρμούς του  ηλεκτρικού από τους ξένους και τους ξυλοκοπούν στις αποβάθρες, σκοτώνουν: ο μαχαιρωμένος μπαγκλαντεσιανός στον κάδο των σκουπιδιών (δεν θα μάθουμε ποτέ τ’ όνομά του – ποιος σκοτίζεται καν για την αθωότητά του;) είναι μόνο η κορυφή της φρικωδίας που ξαναπαίζει στους δρόμους τής Αθήνας του 2011 σκηνές τής Βαϊμάρης του 1931.

            Θα ήταν αφέλεια να περιμένουμε από τις δυνάμεις καταστολής να εμποδίσουν την ανερχόμενη νεοναζιστική βία – είναι γνωστές, και παροιμιώδεις, οι σχέσεις τους με τα ακροδεξιά φυτώρια του εγκλήματος, που ήταν πάντοτε στην Ελλάδα συγκοινωνούντα δοχεία… Το πράγμα βεβαίως ξεκινάει από ψηλότερα, την «αδυναμία» και την «παθητικότητα» της κυβέρνησης, όπως λένε – που αποδεικνύεται πολύ πιο ενεργητική απ’ όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται… Εκείνο όμως που γίνεται κρίσιμος καταλύτης γι’ αυτή την παροξυσμική κλιμάκωση της ακροδεξιάς δολοφονικότητας είναι το ότι τα ανακλαστικά του πλήθους, του λεγόμενου «μέσου πολίτη», έχουν γίνει καλός αγωγός γι’ αυτήν· το ότι το μίσος και τυφλότητα έχουν γίνει δεύτερη φύση του περιπτερά, του ταξιτζή, του μαγαζάτορα, του απολυμένου, αυτών των αιωνίως αθώων και ξεγελασμένων που πάντα η ιστορία παίζεται πίσω από την πλάτη τους, επειδή ακριβώς δεν θέλουν ποτέ να την ξέρουν.
            Η αφορμή για τούτο το νέο, αποφασιστικό βήμα προς την άβυσσο στάθηκε η δολοφονία ––στυγερή, αναμφίβολα–– ενός νέου άνδρα νωρίς το πρωί σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας, τη στιγμή που ετοιμαζόταν να πάει την ετοιμόγεννη γυναίκα του στην κλινική, από τρεις αγνώστους αλλοδαπούς για να του κλέψουν μια βιντεοκάμερα. Οι πραγματολογικές λεπτομέρειες φορτίζουν με ασυνήθιστο συναισθηματικό φορτίο το γεγονός, που συσκοτίζει ακόμα περισσότερο την κρίση. Σε αντίθεση με τον ανώνυμο μπαγκλαντεσιανό, αυτός έχει όνομα, το ακούσαμε από την πρώτη στιγμή: και μέσα στον νωθρό κι εμβρυώδη εγκέφαλο του πλήθους σχηματίζεται η θανατηφόρα εξίσωση που ζητάει αίμα, όσο το δυνατόν περισσότερο αίμα, εγχρώμων.

            Οι άνθρωποι φοβούνται, μόνο που δεν ξέρουν τί ακριβώς… Όποιος απλώς φοβάται σπανίως είναι σε θέση να υποδείξει ποιο είναι το αντικείμενο του φόβου του, ούτε καν αν υπάρχει τέτοιο αντικείμενο· όποτε ο φόβος υπαγορεύει πολιτική, ένας φύρερ καραδοκεί στο τέλος του δρόμου. Οι δείκτες της εγκληματικότητας (όπως και των αυτοκτονιών άλλωστε) ανεβαίνουν δραματικά τα χρόνια που ζούμε, είναι αλήθεια, στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ποιος είναι όμως υπεύθυνος γι’ αυτό; Οι μετανάστες μήπως; Ειδεχθή εγκλήματα γίνονται πάντα από καιρού εις καιρόν, το να προβληθούν όμως οι ευθύνες του ατομικού εγκλήματος σε μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων συνιστά άγρια παράνοια, της οποία τα τελευταίας μαζικά δείγματα είδαμε ακριβώς στην αντισημιτική λύσσα της Ευρώπης που οδήγησε στα στρατόπεδα θανάτου. Ακόμη κι αν η εγκληματικότητα έχει αυξηθεί ανησυχητικά, όλες οι διαθέσιμες στατιστικές που κατά καιρούς έρχονται στο φως δεν μαρτυρούν υψηλότερη συμμετοχή αλλοδαπών από το ποσοστό τους στον συνολικό πληθυσμό. Άρα; Άρα ο τρομοκρατημένος πληθυσμός διαλέγει να προβάλει σ’ αυτούς τούς πιο ανορθολογικούς φόβους του, μόνο και μόνο επειδή είναι διαφορετικοί, λιγότερο ικανοί ν’ αντιδράσουν, πιο εύκολα θύματα. Το ανορθολογικό μίσος για τη διαφορετικότητα (φυλετική, πολιτισμική, θρησκευτική, σεξουαλική) είναι το καθαρό περίσσευμα σε αυτή τη θανατηφόρα εξίσωση, το τυφλό ανακλαστικό τού «εάν υποφέρω κάποιος πρέπει να πληρώσει, και θα πληρώσει αυτός που είναι του χεριού μου!».
 
            Αλλά είναι βέβαια και φτωχός. Αν οι πλέον φτωχοί και οι πλέον εξαθλιωμένοι ανάμεσα στους μετανάστες είναι το συχνότερο φαντασιωσικό αντικείμενο των φόβων, και συχνότερος αποδέκτης των παρανοϊκών αντιποίνων, είναι όχι τόσο βάσει της εύλογης εκτίμησης πως η φτώχια κι η εξαθλίωση αυξάνει τις πιθανότητες παραβατικής συμπεριφοράς ––αυτό θα ήταν μία βαθμίδα ορθολογικότερο–– όσο επειδή ενσαρκώνουν στα μάτια των ανθρώπων εκείνο που πράγματι τρέμουν πιο πολύ: το ενδεχόμενο να γίνουν οι ίδιοι σαν εκείνους, μια δυνητική εικόνα του εαυτού τους που πασχίζουν να εξορκίσουν. Ένας πρωτόγονος τρόπος να εξορκίσεις την απειλή της κοινωνικής εξαθλίωσης, είναι να εξοντώνεις τους εξαθλιωμένους που στην θυμίζουν.
            Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω εδώ ότι δεν είναι όλοι οι μετανάστες εξαθλιωμένοι, ότι υπάρχει τεράστιος αριθμός απ’ αυτούς που είναι κανονικότατα ενταγμένοι στην ελληνική κοινωνία ––η οποία ποτέ ωστόσο δεν τους παραχώρησε αυτό που οιαδήποτε τυπικά δημοκρατική κοινωνία θα όφειλε–– και ότι απειλούνται εξίσου, αν όχι περισσότερο, από το φάσμα της μαζικής εξαθλίωσης και από την αυξανόμενη εγκληματικότητα κάθε είδους… Διότι από το πόσο θα καταλάβουμε ποια είναι η πραγματική απειλή, εξαρτάται η απάντηση στο ερώτημα «ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό». Ποιος λοιπόν καταδικάζει ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού που τυχαίνει να ζει στην ελληνική επικράτεια στη βιοτική ανασφάλεια και στη φτώχεια, στην κατακόρυφα αυξανόμενη ανεργία, στην περιθωριοποίηση και τον διερυνόμενο αποκλεισμό; Ποιος λεηλατεί την κοινωνία από τ’ αναγκαία για μιαν αξιοπρεπή διαβίωση προκειμένου να υποβοηθήσει την ανελέητη συσσώρευση του πλούτου, οδηγώντας την με μαθηματική ακρίβεια σε εμφύλιο πόλεμο; Η απάντηση είναι ήδη προφανής: το ελληνικό κράτος. Το ελληνικό κράτος είναι ο αυτουργός όλων των ειδεχθών εγκλημάτων που τραυματίζουν το σώμα της κοινωνίας, καθώς και του παραλυτικού φόβου που επισπεύδει τα διάλυση του κοινωνικού ιστού – και όχι μόνον αρνητικά, επειδή δεν έκανε ό,τι θα χρειαζόταν για να τα αποτρέψει, αλλά προπαντός θετικά, επειδή κάνει όλα όσα χρειάζονται για να βυθίσουν την κοινωνία στο είδος της απελπισίας και του ανορθολογισμού που είναι κανονικά προϊόντα των οικονομικών κρίσεων και της βαθιάς βιοτικής ανασφάλειας που αυτές γεννούν.

Μπαρούχ Σπινόζα
            Πριν από τρισήμισυ περίπου αιώνες ο Σπινόζα, με τη θαυμαστή του διαύγεια που επιφυλάσσει ακόμα διδάγματα για μας, έγραφε:                

Πράγματι, είναι βέβαιον ότι οι στάσεις, οι πόλεμοι η περιφρόνηση ή η παραβίαση των νόμων πρέπει να καταλογίζονται όχι τόσο στην κακία των υπηκόων όσο στο κακό καθεστώς του κράτους. Διότι οι άνθρωποι δεν γεννιούνται πολίτες, αλλά γίνονται. Εξάλλου, τα φυσικά πάθη των ανθρώπων είναι παντού τα ίδια· συνεπώς, αν σε ένα πολιτικό σώμα η ανθρώπινη κακία κυριαρχεί ευκολότερα απ’ ό,τι σε ένα άλλο και εκεί διαπράττονται περισσότερα εγκλήματα, αυτό σίγουρα οφείλεται στο γεγονός ότι ένα τέτοιο πολιτικό σώμα δεν προνόησε αρκετά για την ομόνοια, δεν νομοθέτησε με αρκετή σύνεση και, κατά συνέπεια, δεν απέκτησε το απόλυτο δίκαιο που έχει ένα πολιτικό σώμα. Γιατί μια πολιτική κοινωνία η οποία δεν έχει εξαλείψει τις αιτίες των στάσεων, στην οποία ένας πόλεμος είναι πάντα επίφοβος και στην οποία, τέλος, οι νόμοι συχνά παραβιάζονται, δεν διαφέρει πολύ από τη φυσική κατάσταση όπου καθένας ζει σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του αλλά με μεγαλύτερο κίνδυνο της ζωής του (Πολιτική πραγματεία V, 2).   

Η εγκληματικότητα είναι, πράγματι, πρόβλημα πολιτικό. Δεν είναι ούτε με την τεχνική έννοια του όρου ποινικό ούτε γενικώς και αορίστως ηθικό, διότι η ανθρώπινη φύση είναι παντού ίδια, κανείς δεν γεννιέται εγκληματίας ούτε άγιος, και ––εκτός ελαχίστων ατομικών εξαιρέσεων, που έχουν βεβαίως την περιορισμένη σημασία τους–– όμοιες συνθήκες τείνουν να ωθούν τους ανθρώπους σε αντίστοιχες συμπεριφορές. Ένα υγιές πολιτικό σώμα είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να προστατέψει τα μέλη που το απαρτίζουν εν πρώτοις από συνθήκες στέρησης και υποβιβαστικής ένδειας, εν συνεχεία από εξωτερικές απειλές και τέλος από στοιχεία διχόνοιας που απειλούν να το κερματίσουν εις τα εξ ων συνετέθη. Έτσι τουλάχιστον υπαγορεύει η πολιτική σοφία των απαρχών της νεωτερικότητας, που είναι ακόμα κωδικοποιημένη στα πολιτειακά μας μορφώματα, και αυτός είναι ο όρος τής νομιμότητάς τους. Ειδάλλως, τον λόγο έχει το δίκαιο της εξέγερσης…   
            Οι διαχειριστές τού ελληνικού κράτους, ένας συμπαγές μπλοκ συμφερόντων που κυριαρχεί στη χώρα από τον καιρό της Μεταπολίτευσης τουλάχιστον και ανεξαρτήτως κομματικών εναλλαγών στην εξουσία, δεν έκρυψαν ποτέ τις επιλογές τους: ευπειθή όργανα της Δύσης, του Ατλαντικού άξονα και της διεθνούς κεφαλαιοκρατικής ελίτ, παραδίδουν εσχάτως σιδηροδέσμια τον πληθυσμό και το έδαφος τής χώρας στο πιο επιθετικό κομμάτι της τελευταίας, τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα πολιτικά όργανά τους, για την έσχατη λεηλασία. Γνωρίζουν καλύτερα από τα θύματά τους ότι είναι οι κύριοι εχθροί τού λαού τους, και η πολιτική τους επιβίωση εξαρτάται από τη με κάθε μέσο συσκότιση αυτής της απλής αλήθειας. Χρειάζονται τρόπους συγκάλυψης του προφανούς, διόδους εκτροπής τής οργής των εξαπατημένων σε ανώδυνους για τους ίδιους διαύλους· και το προσφορότερο μέσον είναι η παλαιά, δοκιμασμένη στρατηγική όλων των κυριάρχων, το αποικιακό αξίωμα του διαίρει και βασίλευε. Χρειάζεται οι κοινωνικές ομάδες να στραφούν η μία εναντίον της άλλης, πρέπει να δουν σαν πραγματικό τους εχθρό τούς συντρόφους τους στην εξαθλίωση, να αναλώσουν το δίκαιο μίσος τους για τους κυριάρχους σε πράξεις τυφλής αυτοκαταστροφής, ώστε οι ίδιοι αυτοί κυρίαρχοι να επανεμφανιστούν ως διαιτητές, νομιμοποιημένοι μόνο και μόνο από την καταστροφή που προκάλεσαν και στο όνομα της οποίας καλούνται να ενσκήψουν και πάλι κραταιοί με το φωτοστέφανο του σωτήρα.
            Ιδού, λοιπόν, γιατί η βία κατά των μεταναστών και των ξένων δεν μπορεί, ούτε πρέπει, να ανακοπεί… Ιδού γιατί, ακόμη περισσότερο, οι άνθρωποι που για οιουσδήποτε λόγους συνέρρευσαν κάποτε σε αυτή τη χώρα, που μιλούν τη γλώσσα της κι έχουν γίνει οργανικό κομμάτι της παραγωγικής της ζωής, δεν πρέπει ποτέ να γίνουν κανονικοί πολίτες με πλήρη δικαιώματα, πρέπει να κρατιούνται δέσμιοι  σ’ εκείνο το είδος περίβλεπτης διαφορετικότητας που μπορεί ανά πάσα στιγμή να χρησιμεύει ως κυματοθραύστης του λαϊκού μίσους· κι εκείνοι που έρχονται σωρηδόν από τις οδούς τής απελπισίας να αιχμαλωτίζονται στον μη-τόπο των ευρωπαϊκών συνοριοφυλακών, ένα άμορφο, ζυμωμένο με δάκρυα και λάσπη ανθρώπινο απόθεμα το οποίο, τώρα που οι ειρκτές της αποκτηνωτικής μισθωτής σκλαβιάς έχουν πιθανότατα κορεστεί, χρησιμεύει κυρίως ως υλικό για περιστασιακές, τελετουργικές θυσίες. 

Νύχτα των Κρυστάλλων
 
            Η μνήμη της Βαϊμάρης ας γίνει ακόμα μία φορά οδηγός μας. Όλ’ αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Όποτε ο καπιταλισμός περνάει δομική κρίση ο ολοκληρωτισμός αναγγέλλεται επί θύραις – ο ολοκληρωτισμός, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον καπιταλισμό στην ωμότερη, στην πιο μανιασμένη και απροκάλυπτη μορφή του· και όποτε οι ενδοτικές και διεφθαρμένες κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις αφήνουν, από αδυναμία ή από καιροσκοπική υστεροβουλία, κενά εξουσίας, οι πρώτοι που σπεύδουν να τα αναπληρώσουν είναι οι μελανοχίτωνες και τα Τάγματα Εφόδου. Αυτή είναι η ταυτότητα της ιστορικής στιγμής που διανύουμε, στην Ευρώπη, στην Ελλάδα, στην Αθήνα – ας μην έχει κανείς επ’ αυτού αμφιβολία… Αυτό είναι που υπαγορεύει και τα καθήκοντα δράσης ενός συνειδητοποιημένου λαϊκού σώματος, όμως, αν υπάρχει τέτοιο. Υπό τέτοιας μορφής έκτακτες συνθήκες, η μόνη ελπίδα για την αυτοσυντήρηση της κοινωνίας είναι η ανάπτυξη λαϊκών δομών αντεξουσίας στο ίδιο αυτό κενό όπου βηματίζουν ανεμπόδιστα οι οργανωμένοι παρακρατικοί εγκληματίες. Αυτές οι μάζες που έκαναν με τόσο επιβλητικό τρόπο αισθητή την παρουσία τους στο Σύνταγμα, αναρωτιέμαι, θα μπορούσαν να διοχετεύσουν ένα κλάσμα της δύναμής του για την περιφρούρηση των συνοικιών της Αθήνας από τις παρακρατικές συμμορίες, για την προστασία των μεταναστών και των πιο ευάλωτων ομάδων από τα φασιστικά καρκινώματα και τους νόμιμους προστάτες τους, για την προστασία της κοινωνίας από το θανατηφόρο δηλητήριο που την οδηγεί αργά ή γρήγορα να καταβροχθίσει τα ίδια της τα σπλάχνα;

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Ντάριο Φο - Ο ΤΥΧΑΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ και μερικών άλλων ανατρεπτικών


Η επαναστατική έκρηξη του 1968 δεν περιορίστηκε στο Γαλλικό Μάη. Αγκάλιασε όλον τον κόσμο: Ιαπωνία, Γερμανία, Γιουγκοσλαβία, Πολωνία, Λατινική Αμερική, ΗΠΑ και,φυσικά, τη γειτονική Ιταλία. Ο ιταλικός Μάης, εξαιτίας της φύσης της ιταλικής κοινωνίας, κράτησε περισσότερο και ήταν πιο εκρηκτικός: οι εργάτες κάνουν μαζικά "άγριες" απεργίες, οι νέοι, οι φοιτητές, οι μαθητές, οι γυναίκες, οι φυλακισμένοι, οι ψυχασθενείς και όλοι οι "παρίες" της κοινωνίας ξεσηκώνονται.

Πραγματοποιούνται μερικές θεσμικές αλλαγές- ο κόσμος, όμως, δεν αρκείται σ' αυτές. Αρνείται ριζικά και μαζικά τις καθημερινές συνθήκες ζωής στην κοινωνία της μισθωτής εργασίας. Για ν' αμυνθεί απέναντι στους φασίστες και την αστυνομία αρχίζει να εξοπλίζεται. Ξεσπούν ταραχές στις φάμπρικες, στις φυλακές, στους δρόμους. Η κατάσταση ξεφεύγει απ' τον έλεγχο του κράτους, αλλά και του ΚΚΙ και της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Μέσα στο 1969, οι αρχές παραπέμπουν στα δικαστήρια 10.000 εργάτες- οι δίκες, φυσικά, δεν γίνονται ποτέ.

Στις 19 του Νοέμβρη, γίνεται στο Μιλάνο μεγάλη απεργία και συγκέντρωση για το ζήτημα των ενοικίων. Έχουν προηγηθεί συγκεντρώσεις, απεργίες και κάθε λογής εκδηλώσεις, που σκοπό έχουν να κάνουν τους ανθρώπους ν' αποκτήσουν ξανά τον έλεγχο πάνω σ'όλες τις πτυχές της ζωής τους. Η κατάσταση φαίνεται καθαρά πως ξεφεύγει από τον έλεγχο του κράτος και των θεσμοθετημένων εξουσιών. Η Ιταλία οδεύει προς την επανάσταση.

Το κράτος περνά στην επίθεση. Για να "παγώσει" τον κόσμο, πρέπει να προκαλέσει ένα απρόοπτο και τραυματικό γεγονός. Στις 12 Δεκέμβρη του 1969, το κράτος "ρίχνει την πρώτη κανονιά του εμφυλίου πολέμου" (Τζ. Σανγκουινέτι). Μια βόμβα εκρήγνυται στην Αγροτική Τράπεζα του Μιλάνου, στην Πιάτσα Φοντάνα: 9 νεκροί και 100 τραυματίες. Μια άλλη βόμβα, στην Εμπορική Τράπεζα, στην πλατεία της Σκάλας του Μιλάνου, δεν εκρήγνυται. Δυο βόμβες στη Ρώμη, μια στην Τράπεζα Εργασίας και μια στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, έχουν περί τους είκοσι τραυματίες.

Οι εκρήξεις αυτές των βομβών είναι πράξεις α μ υ ν τ ι κ ή ς τρομοκρατίας (Τζ. Σανγκουινέτι). Σ' αυτήν προσφεύγουν μόνο τα κράτη και αντικείμενο της είναι ο πληθυσμός στο σύνολο του. Υπεύθυνοι, κατά συνέπεια, για τις βόμβες είναι το ιταλικό κράτος και οι μυστικές του υπηρεσίες. Η άποψη αυτή είναι τεκμηριωμένη (βλ. βιβλιογραφία). Οι εκρήξεις βομβών που προηγήθηκαν, όπως λογου χάρη, στις 25 του Απρίλη του 1969 (στο Πανηγύρι και στην τράπεζα του Σταθμού του Μιλάνου) και τον Αύγουστο (στα τρένα), είναι "πρόβα τζενεράλε" πριν απ' το φοβερό τούτο χτύπημα.

Η αστυνομία συλλαμβάνει στο Μιλάνο τον "αναρχικό σιδηροδρομικό" Τζουζέπε Πινέλι, ή Πίνο όπως τον έλεγαν οι φίλοι του, έγγαμο με δυο θυγατέρες και πάει να του φορτώσει την ευθύνη για τις βόμβες. Οι αρχές "βασίζουν" την κατηγορία στο ότι είχε κάνει ένα αδικαιολόγητο ταξίδι στη Ρώμη τον Αύγουστο, τότε που είχαν τοποθετηθεί οι βόμβες στα τρένα. Ο Πινέλι έχει άλλοθι: έπαιζε χαρτιά με κάτι γέρους συνταξιούχους σ' ένα καφενείο όλη τη μέρα στις 12 του Δεκέμβρη. Η μαρτυρία των συνταξιούχων χαρακτηρίζεται "αναξιόπιστη" και δε λαμβάνεται υπόψη.

Παράλληλα, συλλαμβάνεται στη Ρώμη ο "αναρχικός χορευτής" Πιέτρο Βαλπρέντα, που κατηγορείται κι αυτός για τη βόμβα της Πιάτσα Φοντάνα. Ένας ταξιτζής, τον αναγνώρισε δήθεν στο Μιλάνο και υποστηρίζει ότι τον πήρε ταραγμένο από την Πιάτσα Φοντάνα.

Στις 15 του Δεκέμβρη, στις 12 παρά 3 τη νύχτα, η Διοίκηση της Αστυνομίας του Μιλάνου καλεί ασθενοφόρο. Στις 12 και 2, αυτόπτες μάρτυρες βλέπουν να ρίχνεται στην αυλή του κτιρίου από το τέταρτο πάτωμα ο Πινέλι. Τα στοιχεία δείχνουν ότι, στη διάρκεια της ανάκρισης, ο επιθεωρητής Καλαμπρέζε έδωσε στον Πινέλι μια κοφτή στο λαιμό και τον σκότωσε. Μες στην αναμπουμπούλα, κάποιος αστυνομικός κάλεσε ασθενοφόρο. Έπειτα, όμως, οι αστυνομικοί σκέφτηκαν να σκηνοθετήσουν "αυτοκτονία" του Πινέλι. Τον πέταξαν νεκρό στο κενό και υποστήριξαν ότι "πήδηξε μονάχος του απ' το ανοιχτό παράθυρο".

Ακολουθούν μια σειρά από γεγονότα:
  • Ο Βαλπρέντα φυλακίζεται και δικάζεται μόλις τον Φλεβάρη του 1972. (Στο μεταξύ, οι μυστικές υπηρεσίες έχουν δολοφονήσει τον ταξιτζή, που δήθεν τον είχε αναγνωρίσει). Το επίσημο όργανο των αναρχικών "Ουμανιτά Νόβα", στο τεύχος του Δεκέμβρη του 1969, διαχωρίζει τη θέση τους από τον "τρομοκράτη" Βαλπρέντα. Στις 19 του Δεκέμβρη του 1969, οι εργάτες μετάλλου αναστέλλουν την προγραμματισμένη τους απεργία. Το ΚΚΙ μιλάει για "φασιστικό κίνδυνο" και ξαναμαντρώνει τον κόσμο. (Έχει προηγηθεί, μέσα στα 1969, μια απόπειρα πραξικοπήματος του "μαύρου πρίγκηπα" Βαλέριο Μποργκέζε, που τον βοήθησαν οι μυστικές υπηρεσίες κι η ελληνική χούντα). 
  • Το Μάη του 1972, δολοφονείται ο επιθεωρητής Λουίτζι Καλαμπρέζε. Δέχεται τρεις σφαίρες το πρωί, την ώρα που βγαίνεί απ' το σπίτι του.
  • Δολοφονείται ο. δικαστικός Αλεσαντρίν, που είχε αναλάβει να επανεξετάσει την υπόθεση της βόμβας στην Πιάτσα Φοντάνα (μια "στημένη" δίκη είχε στείλει την υπόθεση στο αρχείο), κι είχε αρχίσει ν' ανακρίνει τον τότε αρχηγό της ΣΙΔ (ΚΥΠ) ναύαρχο Ένκε, για τις ψευδείς μαρτυρίες που είχε δώσει στη "στημένη" δίκη.
  • "Αυτοκτονούν" μια σειρά αξιωματικοί της ΣΙΔ.
  • Δολοφονείται ο φασίστας Νάρντι, στον οποίο αποδόθηκε η δολοφονία του Καλαμπρέζε.
  • Δολοφονούνται κάμποσοι δικαστικοί, ανάμεσα τους κι ο Οκόρσιο, που ήταν υπεύθυνος για την τρίχρονη προφυλάκιση του Βαλπρέντε.

Ο στόχος όλων αυτών των ενεργειών πετυχαίνεται: το επαναστατικό κίνημα στην Ιταλία, προσωρινά, νικιέται.

Στο έργο που ακολουθεί, ο Φο πραγματεύεται την "υπόθεση Πινέλι". Τα γεγονότα που αναφέρει είναι πραγματικά και, μ' ορισμένα λεκτικά του παιχνίδια, παραπέμπει στους πραγματικούς στόχους. (Λ.χ. ο επιθεωρητής Πιζάνι, από την Πίζα δηλαδή, αστειεύεται για την Καλάμπρια). Το έργο παρακολούθησαν στην Ιταλία πάνω από ένα εκατομμύριο θεατές και βοήθησε να ξεσκεπαστεί η κρατική σκευωρία.

Τελειώνουμε με αποσπάσματα από ένα κείμενο, που μοίρασαν οι Καταστασιακοί στο Μιλάνο στις 19 του Δεκέμβρη του 1969. Πρόκειται για μια προκήρυξη με τίτλο το Ράιχσταγ καίγεται"):

"Μπροστά στο ανέβασμα του επαναστατικού κινήματος, παρόλες τις προσπάθειες των συνδικάτων και των γραφειοκρατών της παλιάς και της νέας αριστεράς να το επαναφομοιώσουν, η εξουσία οδηγείται μοιραία να παίξει αυτή τη φορά το ψεύτικο χαρτί της τρομοκρατίας... Η ιταλική αστική τάξη του 1969 δεν έχει πια ανάγκη από τα σφάλματα των παλιών αναρχικών για να βρει μια πρόφαση και να υλοποιήσει την ολοκληρωτική της φύση, παγιδεύοντας τους νέους αναρχικούς με μιαν αστυνομική σκευωρία... Η μπόμπα του Μιλάνου έσκασε εναντίον του προλεταριάτου . Προορισμός της ήταν να χτυπήσει τα λιγότερο ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα του πληθυσμού, ώστε να τα κάνει να συμμαχήσουν με την εξουσία, και να καλέσει σε συσπείρωση την αστική τάξη... : καθόλου τυχαία, σφαγή στους αγρότες (Αγροτική Τράπεζα) και μονάχα εκφοβισμός στους αστούς (μπόμπα που δεν έσκασε στην Εμπορική Τράπεζα). Τα άμεσα όσο και τα έμμεσα αποτελέσματα που είχαν οι απόπειρες ήταν σκόπιμα... Μα η ιταλική αστική τάξη είναι η πιο άθλια αστική τάξη της Ευρώπης. Ανίκανη σήμερα να τρομοκρατήσει ενεργητικά το προλεταριάτο, καταφεύγει στο μόνο όπλο που της απομένει: μεταδίδει στην πλειονότητα του πληθυσμού την παθητική της τρομοκρατία, τον φοβερίζει με τον μπαμπούλα του προλεταριάτου. Ανίσχυρη κι αδέξια, στην προσπάθεια της να εμποδίσει μ'αυτό τον τρόπο την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος και συνάμα να δημιουργήσει για τον εαυτό της μια δύναμη που δεν έχει, κινδυνεύει ν'αποτύχει και στα δυο. Έτσι πρέπει να' πεσαν στο λάθος οι πιο προχωρημένες φατρίες της εξουσίας (εσωτερικές ή παράλληλες...). Η υπερβολική αδυναμία ξαναφέρνει την ιταλική αστική τάξη στο έδαφος της αστυνομικής υπερβολής- καταλαβαίνει ότι η μόνη της δυνατότητα να βγει από ένα ψυχομαχητό δίχως τέλος είναι να διακινδυνεύσει να τερματίσει ευθύς το ψυχομαχητό της. Έτσι, η εξουσία πρέπει να κάψει απ'την αρχή κιόλας το τελευταίο χαρτί, που θα μπορούσε να παίξει πριν από τον εμφύλιο πόλεμο, ή πριν από ένα πραξικόπημα για το οποίο είναι ανίκανη, δηλαδή το διπλό χαρτί του ψεύτικου "αναρχικού κινδύνου" (για τη δεξιά) και του ψεύτικου "φασιστικού κινδύνου" (για την αριστερά), με σκοπό να μασκαρέψει και να κάνει δυνατή την αντεπίθεση της εναντίον του αληθινού κινδύνου: του προλεταριάτου. Επιπλέον, η πράξη που μ' αυτήν η αστική τάξη προσπαθεί σήμερα να ξορκίσει τον εμφύλιο πόλεμο είναι στην πραγματικότητα η πρώτη πράξη του εμφυλίου πολέμου... Επομένως, για το προλεταριάτο το θέμα δεν είναι πια να τον αποφύγει ούτε να τον αρχινίσει, αλλά να τον κερδίσει.... Έχει αρχίσει πια να καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τον κερδίσει με τη μερική βία, αλλά με την ολική αυτοδιαχείριση της επαναστατικής βίας και με το γενικό εξοπλισμό των εργαζομένων, που οργανώνονται στα Εργατικά Συμβούλια. Το προλεταριάτο, λοιπόν, ξέρει πια πως πρέπει ν' απορρίψει μια για πάντα, κάνοντας την επανάσταση, τόσο την ιδεολογία της βίας όσο και τη βία της ιδεολογίας.... Σύντροφοι, μην αφήσετε να σας σταματήσουν εδώ... Ζήτω η απόλυτη εξουσία των Εργατικών Συμβουλίων!"

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΟΜΑΝΑΣ, Σεπτέμβρης 1987

Κατεβάστε το βιβλίο σε PDF

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Η Εταιρεία (The Corporation)




Το ντοκιμαντέρ The Corporation εξερευνά τη φύση και την εκπληκτική άνοδο του κυρίαρχου θεσμού της εποχής μας: των επιχειρήσεων.

Από τότε που το αμερικανικό δίκαιο, καθιέρωσε την Ανώνυμη Εταιρεία ως ένα «νομικό πρόσωπο», αυτόματα επέβαλλε μια κυρίαρχη οικονομική, πολιτική και κοινωνική δύναμη σε όλο τον κόσμο. Οι εταιρείες υπάρχουν παντού και οι μεγαλύτερες από αυτές είναι πολύ ισχυρές.

Το φιλμ στηρίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τζόελ Μπάκαν -«ένα βιβλίο που εκλιπαρούσε να γραφτεί» σύμφωνα με τον Νόαμ Τσόμσκι- στο οποίο εξετάζεται η νομική πλευρά και η πρακτική λειτουργία των σημερινών επιχειρήσεων. Σε ένα καίριο κεφάλαιο για τη δικονομική ιστορία των ΗΠΑ, στα τέλη του 19ου αιώνα, θεσμοθετήθηκε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «περιορισμένη ευθύνη» για μετόχους αλλά και ιδιοκτήτες επιχειρήσεων. Οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ αποφάσισαν να ξετυλίξουν το νήμα της ευθύνης μέχρι την αρχή του. Η ισοδύναμη από νομικής άποψης μεταχείριση του νομικού προσώπου με το πραγματικό, οδηγεί σε μια εύλογη απορία: Τι είδους άνθρωπος είναι η επιχείρηση; Παράλληλα με την καταγραφή της δράσης των εταιρειών, αντιπαραβάλλεται έτσι η τυπική ψυχοπαθολογική συμπεριφορά των πραγματικών προσώπων για να εντοπιστούν τυχόν ομοιότητες. Υπάρχουν άραγε;

Μια σειρά αιχμηρών παρατηρήσεων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι επιχειρήσεις συμπεριφέρονται στο θεσμικό τους ρόλο σαν επικίνδυνοι και καταστρεπτικοί ψυχοπαθείς που δεν έχουν την παραμικρή συνείδηση για τις πράξεις τους, είναι ανίκανοι να συναισθανθούν τον διπλανό τους και ποτε δε νιώθουν τύψεις για τα εγκλήματα που διαπράττουν.

Πολυβραβευμένο σε δεκάδες φεστιβάλ ανά τον κόσμο και δημοφιλέστερο στην ιστορία του Καναδά, στο ντοκιμαντέρ περιλαμβάνονται συνεντεύξεις μεταξύ άλλων από τους Νόαμ Τσόμσκι, Χάουαρντ Ζινν, Μάικλ Μουρ και Ναόμι Κλάιν μαζί με διευθυντές επιχειρήσεων, στελέχη χρηματοοικονομικών και διαφημιστικών οργανισμών, καθηγητές οικονομικών, κ.α.

Εργατικό κίνημα 1974-1980



Διαδώστε αυτό το "κομμένο" απ' τα καθεστωτικά ΜΜΕ ντοκιμαντέρ. Ανεβάστε το στα μπλογκ σας, κοινοποιείστε το στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης (facebook, twitter, myspace κλπ).
Ας ξαναγράψουμε την Ιστορία από τα κάτω προς τα πάνω. Ας γίνει η αναστροφή της η καταδίκη τους.

Όποιος αγνοεί την Ιστορία είναι καταδικασμένος να την επαναλάβει.

Δημιουργός: www.aformi.gr


Δείτε ακόμα