Ήταν η "Γαλάζια Στρατιά" παρακλάδι της Χρυσής Αυγής; Ένα ρεπορτάζ για τους τιμωρούς των γηπέδων, τη δράση της οργάνωσης και οι καταγγελίες για ξυλοδαρμούς στα πανεπιστήμια. Τι περιεχόμενο δίνουν στον Εθνικισμό; Ποια η ιδεολογία τους.
Μιλάει ο εκπρόσωπος της Γαλάζιας Στρατιάς και στέλεχος της Χρυσής Αυγής Ηλίας Παναγιώταρος.
Ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους για την απεργία στο εργοστάσιο της
Χαλυβουργίας Ελλάδος στον Ασπρόπυργο. Για περισσότερους από 2 μήνες,
σχεδόν 300 εργαζόμενοι αγωνίζονται για τα αυτονόητα: το 8ωρο, το
πενθήμερο και έναν αξιοπρεπή μισθό.
Σενάριο - Συνεντεύξεις: Κώστας Καλλέργης, Γιάννης Βάκρινος
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Αλέξανδρος Θεοφυλάκτου
Μοντάζ: Θεοδώρα Κατριμπούζα, Ηλίας Τσιαμπούρης
Μουσική: Ανδρέας Κουλούρης (από το soundtrack της ταινίας "Το Ρόδι" του Χρήστου Καρτέρης)
"Days of Strike"
A short documentary on the strike at Halyvourgia Ellados' steel factory in Aspropyrgos, Greece. For more than 2 months, around 300 workers are fighting for what elsewhere is common sense: an 8 hour day and a 5 days working week, accompanied by a dignified salary.
Script - Interviews: Kostas Kallergis, Giannis Vakrinos
Director of Photography: Alexandros Theofylaktou
Editors: Theodora Katrimpouza, Ilias Tsiampouris
Music: Andreas Koulouris (from the soundtrack of "To Rodi" by Christos Karteris)
The translation for the Italian subtitles was offered by Leonardo Bianchi (http://www.laprivatarepubblica.com/)
Καθώς εισέρχεστε στην κατειλημμένη ζώνη μεταξύ των σημείων ελέγχου Λήδρας/Locmaci, αστικά κείμενα, συνθήματα και σλόγκαν εκρήγνυνται στον χώρο. Μαύροι μαρκαδόροι πολιορκούν τις φρεσκοβαμμένες λευκές επιφάνειες. Πανό, ανακοινώσεις και αυτοκόλλητα, αναρτούνται πάνω σε πασσάλους, τοίχους και κιγκλιδώματα. Στην μεταξύ σχέση των κτιρίων που πρωτίστως δημιουργούν το οριζόντιο πέρασμα, αναρριχούνται και μεταδίδονται – μολυσματικά σχεδόν, σαν ιός πάνω σε ανοιχτό τραύμα – κάθετες, διαγώνιες και νέες οριζόντιες σχέσεις υλικής και πνευματικής κουλτούρας. Ξεχωρίζει πρώτο από όλα ένα πανό διπλής όψεως που σε καλωσορίζει στο χώρο σε μια άλλη, μικτόαιμη γλώσσα: «Ηosgeldiniz στην Κύπρο»/«Καλωσορίσατε Kibris ‘a».
Το παλαιό, ξεθωριασμένο πλέον, γαλάζιο πανό που ντύνει τις προσόψεις των υπό ανακαίνιση κτιρίων (μια πλαστικοποιημένη, α-διάφανη κουρτίνα που φιλοξενεί σκόρπιες γκρίζες φιγούρες της νέας Κύπρου που ποτέ δεν είδαμε· οι «γκρίζοι πολίτες» ενός ατελούς και ατέρμονου πολιτικού προγράμματος που θάβεται σιγά-σιγά κάτω από την απαξίωση του χρόνου) έχει κατακλειστεί πλέον με ιδιόχειρες γραμματοσειρές και «σπιτικά» μηνύματα. Καλέσματα για δικοινοτική ειρήνη σε μια ενιαία χώρα, την αποχώρηση όλων των στρατευμάτων και παραπομπές στην ολοκλήρωση του ειρηνευτικού έργου της ΟΥΝΦΙΚΥΠ από το κίνημα. Εδώ κι εκεί, σκορπισμένα και ασφάλιστα μηνύματα ξεχυμένα από το ραγισμένο αστικό μπουκάλι της Λευκωσίας αντι-εξουσιαστικές προτάσεις και προστάγματα ταξικού αγώνα. Ανάποδοι σταυροί και αλφάδια αιωρούνταν για λίγες μέρες σαν τα πρώτα τατουάζ που γράφει στο σώμα του μαθητής με βελόνι και σπασμένο στυλό. Τα πιο πολλά απ’ αυτά δεν υπάρχουν πλέον. Τα έχει κρύψει επιμελώς, άλλοτε με αφίσες και άλλοτε μουντζουρώνοντας τα ο αυτό-αποκαλούμενος οδοκαθαριστής του κινήματος.
Οι αντιλήψεις του κινήματος σε ότι αφορά την αυτό-οργάνωση, την πρωτοβουλία και την οριζοντιότητα είναι προς το παρόν πρώιμες, αν όχι ανώριμες. Συνέλευση έχει να γίνει εδώ και μέρες, και δεν έχει παρθεί καμία ουσιαστική απόφαση πέρα από τις δραστηριότητες και το πρόγραμμα της κατάληψης μέρα με μέρα. Ορισμένοι έχουν ξεκινήσει να το χαρακτηρίζουν «χίπο-κατάσταση» και το κίνημα διατρέχει τον κίνδυνο να παραμένει ως τέτοιο. Οι ατομικές πρωτοβουλίες που χωρίς τη συναίνεση της πλειοψηφίας λογοκρίνουν τη πολλαπλότητα των φωνών κι επιδιώκουν να κατασκευάσουν μια παρουσία του κινήματος στο χώρο ως «φιλικό» προς το «περιβάλλον», «οικογενειακό» και φωτογραφίσιμο, ίσως το καταδικάσει, τελικά, να παραμείνει μέχρι εκεί. Η επαναστατική διαδικασία ξεκινά με την συνεύρεση αλλά μέχρι πού μπορεί να εξελιχθεί χρησιμοποιώντας σαν μόνα μέσα τη μουσική και τον χορό;
Ο κόσμος που περνά πλέον επιβραδύνει το βήμα του. Δεν είναι ο ίδιος σκυθρωπός, αφηρημένος κόσμος που συναντούσες κάποτε. Το βλέμμα πιάνεται από την υπαίθρια διακόσμηση, τις παρέες που μαζεύονται γύρω από τη φωτιά τρώγοντας και τραγουδώντας. Κυκλοφορούν πολλές φωτογραφικές μηχανές και δεν είναι μόνο οι δικές μας. Απεσταλμένοι δημοσιογράφοι, τόσο από την Κύπρο αλλά και το εξωτερικό, προετοιμάζουν πεντάλεπτα αφιερώματα για αυτό το πολύ διαφορετικό κίνημα κατάληψης. Περαστικοί φίλοι σταματάνε για να διαβάσουν και να φωτογραφηθούν μπροστά στο διακριτό νέο τείχος της «πράσινης γραμμής». Ένα τείχος που δεν είναι συνεχόμενο αλλά μάλλον αποσπασματικό, που δεν φτιάχτηκε για να χωρίζει αλλά για να ξεχωρίζει, που ακολουθεί τη διαθέσιμη επιφάνεια του χώρου παρά τις οριοθετήσεις της δικαιοδοσίας.
Η κατάληψη της νεκρής ζώνης έχει κλείσει οχτώ βράδια παραμονής και συνεχίζει ακάθεκτη. Κάποιοι εκ των καταληψιών έχουν αποχωρήσει, άλλοι σκοπεύουν να επανέλθουν αργότερα μέσα στην εβδομάδα. Για τον περισσότερο κόσμο όμως, είτε εννοούμε αυτούς που λαμβάνουν μέρος στο κίνημα ή τους περαστικούς που χρησιμοποιούν τα οδοφράγματα, η κατάληψη του χώρου αρχίζει να παίρνει τη μορφή αυτοσχέδιας πλατείας. Οι περιορισμοί είναι βεβαίως ακόμη αισθητοί. Από μια ειρωνεία της τύχης, οι μόνες γλώσσες που καταφέρνουν να ενώσουν όλο αυτό τον κόσμο είναι η μουσική –η πανανθρώπινη γλώσσα – και τα αγγλικά –η γλώσσα της παγκοσμιοποίησης , αυτή που ιστορικά τους χώρισε.
Θα κλείσω την ανάρτηση με δύο ξεχωριστές απόψεις για το κίνημα σε σχέση με τον χώρο που κατέλαβε. Και οι δύο απόψεις προέκυψαν από διαδικτυακές απόψεις και στην παρούσα φάση επιθυμώ να τις προβάλω χωρίς περαιτέρω σχολιασμό εκ μέρους μου.
«Από πότε είναι κατάληψη η εγκατάσταση σε UN zones; Δεν γίνεται που τη μια να κάνεις κατάληψη στην Πράσινη Γραμμή και από την άλλη να στήνεις Σπίτια Συνεργασίας στο UN και να πέφτεις με τα μούτρα μέσα στα politics της συμφιλίωσης. Κάνεις δηλαδή κατάληψη στο χώρο που εσύ κατ’ επανάληψη θέσπισες ως υπερβατικά ‘ειρηνοποιό’. Τα politics που εδαφικοποιούνται στην νεκρή ζώνη συντείνουν στην ομαλοποίηση του ηγεμονικού ορισμού της ειρήνης και της διαφωνίας, και ταυτόχρονα προσποιούνται ότι είναι ανατρεπτικό. Στα Κυπριακά, θα τα λεγα, politics της πεζουνότρυπας.» (Ζ. Γ.)
«Εξαρτάται πως τον νοηματοδοτείς τον χώρο. Και νομίζω ότι αυτή του η χρήση διαφέρει πολύ από αυτό που θέλουν τα ΗΕ. Υπήρξε αντίδραση από τα ηνωμένα έθνη από την Κυριακή. Εκτιμώ δεν βρέθηκε η φόρμουλα για την έξωση ή το είδαν ότι μπορεί να είναι κάτι μες την νέκρα των διαδικασιών στις συνομιλίες. Αλλά σίγουρα αν ήταν πιο μαζικό θα είχαν πρόβλημα. Αυτοί [τα ΗΕ] θέλουν συμβολικά πράγματα και όχι ένα μαζικό κίνημα επανένωσης από τα κάτω, και σίγουρα όχι κάτι αντικαπιταλιστικό αριστερό αναρχικό κλπ. Η νεκρή ζώνη εκφράζει την ισορροπία δυνάμεων στην Κύπρο. Ο έλεγχος της από ανεξέλεγκτες καταστάσεις που απειλούν να ανατρέψουν αυτές τις ισορροπίες επανα-νοηματοδοτώντας την στα μάτια του κόσμου είναι σοβαρή απειλή για τους κυριάρχους. Είναι διαφορετικά να βρίσκονται εκεί κάποια NGO και να κάνουν επαναπροσέγγιση και άλλο να γράφονται πράγματα όπως “not greek not turkish not cypriot no nations”.» (Μ. Β.)
Πιστεύω πως μελλοντικά θα ξαναέχουμε την ευκαιρία να επισκεφτούμε τις δύο θέσεις και να τις αναλύσουμε με περισσότερη ψυχραιμία κάτω από το πρίσμα των δεδομένων. Έχει ξεκινήσει πάντως μια συστηματική προσπάθεια καταγραφής των συνθημάτων (εδώ) και των τοιχογραφιών, που θα ανανεώνεται συνεχώς.
Το 1943 ο Αρης Αλεξάνδρου, 21 ετών τότε, άρχισε να εργάζεται ως
µεταφραστής στον πρωτοποριακό, για την εποχή, εκδοτικό οίκο του Κώστα
Γκοβόστη. Τρία χρόνια αργότερα του παρέδωσε τη µετάφραση του
µυθιστορήµατος Σιδερένιο Τακούνι (Iron Heel) του Τζακ
Λόντον, που θα γνώριζε απανωτές εκδόσεις, από άλλους ωστόσο εκδότες και
µεταφραστές. Η µετάφραση του συγγραφέα του Κιβωτίου έµεινε στο «αρχείο»
για 75 χρόνια. Για την ακρίβεια, ο Κώστας Γκοβόστης ανακάλυψε πρόσφατα –
εντελώς συµπτωµατικά – το χειρόγραφό της πίσω από κάτι παλιούς χάρτες.
Το µυθιστόρηµα αυτό του Λόντον κυκλοφορεί ήδη σε άλλες, µεταγενέστερες
µεταφράσεις από πέντε εκδοτικούς οίκους – ενδεικτικό όχι µόνο της αξίας
του αλλά και της πρωτοποριακής θεµατικής, όπως και της διαχρονικότητάς
του. Ωστόσο η µεταφορά του στη γλώσσα µας από έναν κορυφαίο µεταφραστή
έχει ειδική σηµασία. Οχι µόνο επειδή συµπληρώνει τη σχετική
βιβλιογραφία αλλά και γιατί µας δίνει αφενός τη γλωσσική αίσθηση της
εποχής, όπως και την αντίστοιχη ευαισθησία του µεταφραστή, αφετέρου
τον προβληµατισµό που είχε αναπτυχθεί στον κόσµο της Αριστεράς εκείνης
της εποχής. Αρκεί µόνο να σηµειώσουµε ότι ο Ανατόλι Λουνατσάρσκι,
κοµισάριος της Παιδείας και της Κουλτούρας στα πρώτα χρόνια µετά την
Οκτωβριανή Επανάσταση, έγραψε βασισµένος στο Σιδερένιο Τακούνι το
σενάριο για µια ταινία, ελάχιστα γνωστή στη ∆ύση, η οποία ωστόσο
θεωρείται από τις πρώτες ταινίες επιστηµονικής φαντασίας του σοβιετικού
κινηµατογράφου. Το Σιδερένιο Τακούνι είναι ένα πρώιµο
δυστοπικό µυθιστόρηµα. Γράφτηκε το 1906, έναν χρόνο µετά τη συντριβή
της λαϊκής εξέγερσης στη Ρωσία, και κυκλοφόρησε την επόµενη χρονιά. Η
έκδοσή του προηγήθηκε κατά πολύ των τριών διάσηµων δυστοπικών
µυθιστορηµάτων του 20ού αιώνα: των Εµείς του Γεβγκένι Ζαµιάτιν (1920), Γενναίοςνέος κόσµος του Αλντους Χάξλεϊ (1932) και 1984 του
Τζορτζ Οργουελ (1949). Επιπλέον, ανήκει στα αντιπροσωπευτικότερα
πολιτικά βιβλία όλων των εποχών – κι αυτό παρά το ότι ο Λόντον είναι
περισσότερο γνωστός για άλλα έργα του, όπως Ο θαλασσόλυκος, Το κάλεσµα της άγριας φύσης και Ο Ασπροδόντης.
∆εν είναι άνευ σηµασίας να θυµίσει κανείς ότι έναν χρόνο µετά
την έκδοσή του ιδρύεται στις ΗΠΑ το FBI από τον γενικό εισαγγελέα
Τσαρλς Τζόζεφ Μποναπάρτε µε αρχική ονοµασία Γραφείο Ερευνών (Bureau of
Investigations). ∆ώδεκα χρόνια αργότερα πλήθος εργατών διώχνονται από
τα σπίτια τους και 10.000 συνδικαλιστές και ακτιβιστές ρίχνονται στις
φυλακές. Επικεφαλής των διώξεων είναι ο διαβόητος Τζ. Εντγκαρ Χούβερ,
βοηθός τότε του γενικού εισαγγελέα, που έπειτα από τέσσερα χρόνια θα
τεθεί επικεφαλής του FBI. Εν τω µεταξύ, το 1922 ο Μουσολίνι
καταλαµβάνει την εξουσία στην Ιταλία. Τα παραπάνω µοιάζουν µε
επακόλουθα του µυθιστορήµατος, αφού η υπόθεσή του είναι µια εφιαλτική
φαντασία: η επιβολή ενός φασιστικού καθεστώτος στις ΗΠΑ όπου όλη την
εξουσία θα την έχει το Σιδερένιο Τακούνι, µε άλλα λόγια ο µηχανισµός
καταστολής και βίας που χρησιµοποιεί η οικονοµική ολιγαρχία
(«Ολιγαρχία» άλλωστε ήταν ο αρχικός τίτλος που είχε επιλέξει για το
βιβλίο του ο Λόντον). Κι αν το µυθιστόρηµά του αγαπήθηκε από τον κόσµο
της Αριστεράς για ολόκληρες δεκαετίες, αυτό οφείλεται στο ότι πολύ
πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση ο συγγραφέας όρισε τον φασισµό ως
την ολοκληρωτική µορφή που παίρνει το καπιταλιστικό κράτος όταν
απειλείται σοβαρά από µια ενδεχόµενη επανάσταση της εργατικής τάξης.
Την ιστορία κάποιου Ερνέστου Εβερχαρντ, ηγετικής µορφής αυτής της
επανάστασης, αφηγείται ο Τζακ Λόντον µέσω της συζύγου του Αβις. Και
µέσα από τις σελίδες του αναδύονται το εργατικό κίνηµα των ΗΠΑ, οι
αγώνες των εργατών και των συνδικάτων, ο ρόλος του Τύπου της εποχής,
οι µηχανισµοί καταστολής του συστήµατος και κυρίως η άθλια ζωή των
προλετάριων στα αστικά κέντρα, ώσπου στο τέλος µε τη βοήθεια του
Σιδερένιου Τακουνιού καταλύεται η δηµοκρατία και επιβάλλεται µια
δικτατορία των επιχειρήσεων.
Το βιβλίο όµως δεν είναι σχηµατικό. Οι εργάτες του Λόντον είναι
ολοκληρωµένοι χαρακτήρες και δεν αγιοποιούνται. Οι εκπρόσωποι της
άρχουσας τάξης δεν είναι επίσης όλοι αδίστακτοι και καθάρµατα. Ο
κόσµος που ζει και περιγράφει είναι πραγµατικός, τα πρόσωπα ζωντανά,
αυθεντικά και απολύτως πειστικά, ενώ σε κανένα σηµείο της αφήγησης δεν
σου δίδεται η εντύπωση ότι ο συγγραφέας µετατρέπει σε µυθιστόρηµα ένα,
ας πούµε, κοινωνιολογικό εργαστήριο. Οι περιγραφές των απεργιών που
σαρώνουν απ’ άκρη σ’ άκρη τις ΗΠΑ είναι µεγαλειώδεις. Και όποιος θέλει
να διαβάσει ένα βιβλίο όπου να περιγράφεται αυτό που λέµε «ταξικός
αγώνας», δηλαδή αγώνας που δίνεται στον δρόµο, στο εργοστάσιο, στα
ορυχεία και στα χωράφια, δεν έχει παρά να διαβάσει αυτό το θαυµάσιο
µυθιστόρηµα. ∆εν θα το λέγαµε προφητικό. Η Αµερική µετά το New Deal
του Ρούζβελτ ήταν πια µια διαφορετική χώρα. Και µετά τον Β΄ Παγκόσµιο
Πόλεµο ακόµη πιο διαφορετική. Αλλά ο σηµερινός αναγνώστης δεν µπορεί
να αποφύγει τον πειρασµό να συγκρίνει το Σιδερένιο Τακούνι µε το
αντίστοιχο της δικής µας εποχής. Μόνο που οι µόνοι ολιγάρχες σήµερα,
που δεν ελέγχουν απλώς κοινωνίες αλλά ολόκληρα κράτη απ’ άκρη σ’ άκρη
στον πλανήτη, είναι οι έµποροι του χρήµατος. Αυτοί συνιστούν πλέον το
«Σιδερένιο Τακούνι». ∆ιαφωτιστικός είναι ο πρόλογος του εκδότη, όπως
και το άκρως εµπεριστατωµένο επίµετρο της Τιτίκας ∆ηµητρούλια.
Ο κύκλος παραδόσεων του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ πάνω στην Κριτική Θεωρία της Σχολής τής Φραγκφούρτης,
που θα διεξαχθεί κανονικά από την Τρίτη 20 Δεκεμβρίου στις 8 μμ. κι
επί δέκα συνεχόμενες Τρίτες (με εξαίρεση τις δύο εβδομάδες των
χριστουγεννιάτικων διακοπών), ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΤΩΡΑ ΝΑ
ΜΕΤΑΔΙΔΕΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΑΚΑ μέσ’ από την σελίδα ediasp.blogspot.com
αποκλειστικά για ενδιαφερόμενους οι οποίοι μένουν εκτός Αθήνας.
Θα
μπορείτε να παρακολουθείτε ζωντανά την παράδοση, αλλά θα υπάρχει
επίσης η δυνατότητα να υποβάλλετε ηλεκτρονικώς ερωτήσεις στο μέσον είτε
στο τέλος κάθε διδακτικού διώρου (χωρίς καμία προβολή προσωπικών σας
στοιχείων, αν επιθυμείτε). Μετά τη λήξη τής παράδοσης, στην ιστοσελίδα
του ediasp.blogspot.com θα παραμένει διαθέσιμο όλο το βίντεο της
διδακτικής συνεδρίας επί μία εβδομάδα ώστε, πάντα με τον προσωπικό σας
κωδικό, να μπορείτε να το παρακολουθήσετε ακόμη και στη περίπτωση που
το χάσατε τη στιγμή τής ζωντανής του μετάδοσης.
Η
πρόσβαση θα γίνεται μέσω ενός κωδικού που θα σας δοθεί από τον
διδάσκοντα, μαζί με τις υπόλοιπες οδηγίες, ύστερ’ από αίτηση την οποία
θα του στείλετε ηλεκτρονικώς. Η αίτηση αυτή εκδήλωσης ενδιαφέροντος
πρέπει να υποβληθεί τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από την έναρξη των
παραδόσεων, με αποστολή e-mail στη διεύθυνση fterzakis@hotmail.gr.