Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

Πιοτρ Κροπότκιν: ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ





Τι να πω, επίσης στον δάσκαλο, όχι στον άνθρωπο εκείνον που θεωρεί το επάγγελμά του βαρετό, αλλά σε αυτόν ο οποίος, όταν περιβάλλεται από μια χαρούμενη παρέα νέων, αισθάνεται αγαλλίαση από τα εύθυμα πρόσωπα και το χαριτωμένο τους χαμόγελο. Σ’ εκείνον που προσπαθεί να φυτέψει στο μικρό τους κεφάλι τις ιδέες εκείνες του ανθρωπισμού που και ο ίδιος αγάπησε όταν ήταν νέος.

Συχνά σε βλέπω λυπημένο και ξέρω τι είναι εκείνο που σε κάνει να κατσουφιάζεις. Σήμερα ο πιο αγαπημένος σου μαθητής που, αλήθεια, δεν είναι και πολύ καλός στα Λατινικά, αλλά που, παρ’ όλα αυτά, διαθέτει μια θαυμάσια καρδιά, διηγείτο με ενθουσιασμό την ιστορία του Γουλιέλμου Τέλλου. Τα μάτια του βούρκωσαν, φαινόταν σαν να ήθελα να μαχαιρώσει όλους τους τυράννους που υπήρξαν ποτέ. Απέδωσε με τέτοιο πάθος τους φλογερούς στίχους του Σίλερ:

“Μπροστά στο σκλάβο όταν σπάζει τα δεσμά του
και όχι μπροστά στον ελεύθερο να τρέμει”.

Αλλά όταν γύρισε σπίτι του, οι γονείς του και ο θείος του τον κατσάδιασαν άγρια για την έλλειψη σεβασμού που επέδειξε απέναντι στον υπουργό ή τον τοπικό χωροφύλακα. Τον έψελναν επί ώρες, μιλώντας του για «σύνεση, σεβασμό απέναντι στην εξουσία, υποταγή στους καλυτέρους του», ώσπου άφησε παράμερα τον Σίλερ για να μελετήσει την τέχνη με την οποία θα προοδεύσει ο κόσμος.

Κι έπειτα, χθες ακόμα έμαθες ότι οι καλύτεροι μαθητές σου έχουν πάρει τον κακό δρόμο. Ο ένας δεν κάνει τίποτε άλλο από το ονειρεύεται τα γαλόνια του αξιωματικού, ο άλλος μαζί με το αφεντικό του κλέβει τον τιποτένιο μισθό των εργατών και εσύ, που έτρεφες τόσες ελπίδες γι’ αυτούς τους νέους, συλλογιέσαι τώρα τη θλιβερή αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στη ζωή σου και στο ιδανικό σου.

Ακόμα συλλογίζεσαι αυτή την αντίφαση, αλλά προμαντεύω ότι το πολύ σε δύο χρόνια, αφού θα έχεις υποστεί την μια απογοήτευση μετά την άλλη, θα βάλεις τους αγαπημένους σου συγγραφείς στο ράφι και θα καταλήξεις να πεις ότι ο Τέλλος ήταν αληθινά ένας πολύ τίμιος άνθρωπος, αλλά πέρα από αυτό τίποτε άλλο: ότι η ποίηση αποτελεί μια πρώτης τάξεως απασχόληση για τις ώρες της ανάπαυσης, ιδιαίτερα όταν ένας άνθρωπος διδάσκει την μέθοδο των τριών όλη την ημέρα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, οι ποιητές αεροβατούν πάντα και οι στίχοι τους δεν έχουν καμία σχέση με τη σημερινή ζωή ούτε με την επόμενη επίσκεψη του σχολικού επιθεωρητή.

Ή, από την άλλη μεριά, τα όνειρα της νιότης σου θα γίνουν οι ακλόνητες πεποιθήσεις της ώριμης ηλικίας σου. Θα θέλεις να υπάρχει μια πλατιά, ανθρώπινη εκπαίδευση για όλους, μέσα στο σχολείο και έξω από αυτό και βλέποντας ότι αυτό είναι αδύνατο μέσα στις συνθήκες που επικρατούν, θα χτυπήσεις τα ίδια ακριβώς τα θεμέλια της αστικής κοινωνίας.

Τότε, διωγμένος καθώς θα είσαι από το Υπουργείο Παιδείας, θα εγκαταλείψεις το σχολείο σου και, προσχωρώντας στο στρατόπεδό μας, θα γίνεις ένας από μας. Θα πεις σε ανθρώπους, που είναι μεγαλύτεροι από σένα αλλά που έχουν πετύχει λιγότερα στη ζωή τους, πόσο δελεαστική είναι η γνώση, πώς όφειλε να είναι η ανθρωπότητα, αλλά και τι θα μπορούσαμε να είμαστε. Θα έρθεις και θα εργαστείς με τους επαναστάτες για τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό του επικρατούντος συστήματος. Θα αγωνιστείς δίπλα μας, για να πετύχουμε την αληθινή ισότητα, αδελφότητα και την ατελείωτη ελευθερία για όλο τον κόσμο».

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Poetry Bar III


1. Jackson Browne - Oh, My Love (2:35)
2. Paul Weller - Black Is The Colour (3:27)
3. Leonard Cohen - A Singer Must Die (3:15)
4. Madrugada - I'm Life's Wonderful Way Of Letting You Down (4:11)
5. Bruce Springsteen - Point Blank (5:56)
6. Donovan - Lalena (2:54)
7. Graham Nash & Jackson Browne - The Crow On The Cradle (4:48)
8. Jose Feliciano - Rain (Feliciano-Ivan Mogul) (2:32)
9. Melanie Horsnell - Sometimes (3:37)
10. Nick Cave - To Be by Your Side (3:52)
11. Mazzy Star - Hair And Skin (3:40)
12. Firewater - 6:45 (So This Is How It Feels) (5:01)
13. Grant Lee Buffalo - Mockingbirds (4:26)
14. Neil Young & Crazy Horse - Cowgirl In The Sand (3:45)
15. Van Morrison - Streets Of Arklow (4:21)
16. Tom Waits - San Diego Serenade (3:20)
17. Leonard Cohen - Famous Blue Raincoat (5:07)
18. Crosby, Stills, Nash & Young - Right Between the Eyes (2:19)
19. Emerson, Lake & Palmer - Watching Over You (3:52)
20. King Crimson - Peace (An End) (1:52)


Lyrics are included

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Willie Dixon - Hidden Charms

BLUES YOU CAN’T LOSE 

Many questions have been asked
Through many generations
Why poor people have the blues
Because so long they have tried
To achieve freedom, justice and equality
And yet still today
Success seems to be
A distance away
And these are some of the ways
They have tried

Some they march, while some stand still
Some they die while others live
Some they laugh, while some they cry
Some hang on, while some pass by
With all these things in a poor man’s mind
He got to have a blues he can’t leave behind

Some are high, some are low
Some are sure and some don’t know
Some are weak, and some are strong
Some are here and some are gone
With all these things in a poor man’s mind
He got to have a blues, he can’t leave behind

Lyrics By:  Willie Dixon

 

 

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Martyn Joseph, Tom Robinson, Steve Knightley - Faith, Folk & Anarchy




Lead vocals, backing instruments and songwriting duties are shared equally between all members of the group. The stage show and album are both acoustic (without drums, keyboards or sequencer) and feature a variety of instruments played by Steve, Tom & Martyn: acoustic guitars and bass, cello mandolin, accordion and cuatro - a small South American instrument that resembles a ukelele.

The album was recorded in Exeter during December 2001 by ace engineer Mick Dolan who also did the mixing - overall producer of the project is Steve Knightley.

Each member of the group chose a favourite song by each of the other two to sing - tracks that they considered best illustrated the strengths of the others' writing. They also each chose one song that had inspired them in the past - plus one song representing their own current repertoire:
  1. Thin Green line (sung by Tom)
  2. I’ve got faith in you (sung by Steve)
  3. Wake me up (sung by Martyn)
  4. Killing fields (sung by Tom)
  5. You tattoed me (sung by Steve)
  6. Strange way (sung by Martyn)
  7. Cold heart of England (sung by Tom)
  8. I will follow (sung by Steve)
  9. The flood (sung by Martyn)
  10. Please Sir (sung by Tom)
  11. Are we alright (sung by Steve)
  12. War Baby (sung by Martyn & Steve)



Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

Jacques Prévert - Το μαγικό λυχνάρι του Πικάσο



Όλα τα μάτια μιας γυναίκας στον ίδιο πίνακα
Τα χαρακτηριστικά της αγαπημένης που η μοίρα χτύπησε
κάτω απ' τα ακίνητα λουλούδια μιας φτηνής ταπετσαρίας
Το άσπρο χορτάρι του φονικού σε δάσος από καρέκλες
Ένας ζητιάνος από χαρτόνι ξεκοιλιασμένος πάνω σ'ένα μαρμάρινο τραπέζι
Οι στάχτες ενός πούρου πάνω στην αποβάθρα κάποιου σταθμού

Το πορτραίτο ενός πορτραίτου
Το μυστήριο ενός παιδιού
Η αναντίρρητη λαμπρότητα ενός πάγκου μαγειρείου
Η άμεση ομορφιά ενός κουρελιού που παρασύρεται απ' τον άνεμο
Ο τρελλός τρόμος της παγίδας στο βλέμμα του πουλιού
Το παράλογο χλιμίντρισμα ενός αλόγου ασυνάρτητου
Η ανυπόφορη μουσική των μουλαριών με τα κουδούνια
Ο ταύρος που σκοτώνεται στεφανωμένος με καπέλλα
Η πάντα διαφορετική γάμπα μιας κοκκινομάλλας που κοιμάται
και το πελώριο αυτί των πιο μικρών καημών της

Το αεικίνητο που εξαπατήθηκε απ' το χέρι
Η χαρά της κάθε μέρας και η αβεβαιότητα του θανάτου
και το σίδερο του έρωτα στην πληγή ενός χαμόγελου
Το πιο μακρινό αστέρι του πιο ταπεινού σκύλου
και αλατισμένη σ'ένα τζάμι η γλυκειά γεύση του ψωμιού
Η γραμμή της τύχης που χάθηκε και ξαναβρέθηκε τσακισμένη
και ανορθωμένη στολισμένη με τα κουρέλια της αναγκαιότητας
Η εκκωφαντική εμφάνιση μιας σταφίδας απ' τη Μάλαγα
σε μια πουτίγκα ρυζιού

Ένας άντρας σε μια τρώγλη πληκτική με κόκκινες ανταύγειες
η νοσταλγία
και η εκτυφλωτική λάμψη ενός πατώματος από κεριά
Ένα παράθυρο πάνω στη θάλασσα ανοιχτό σα στρείδι
το ξυλοπάπουτσο ενός αλόγου και το γυμνό πόδι μιας ομπρέλλας
Η απαράμιλλη χάρη μιας τρυγόνας ολομόναχης
μέσα σε σπίτι παγωμένο
Το νεκρό βάρος ενός εκκρεμούς και οι χαμένες του στιγμές
Ο υπνοβάτης ήλιος που απότομα μέσα στη νύχτα ξυπνάει την κοιμισμένηκαι ξάφνου έκπληκτη Ομορφιά ρίχνει στους ώμους της ένα πανωφόρι καμινάδας και την παρασύρει μες στο σκοτάδι καπνού καλυμμένου με το λευκό της Ισπανίας, ντυμένου με χαρτιά κολλαριστά

Και τόσα ακόμα
Μια κιθάρα από ξύλο πράσινο που νανουρίζει την παιδική ηλικία της τέχνης
Ένα εισιτήριο τραίνου με όλες του τις αποσκευές
Το χέρι που μετατοπίζει ένα πρόσωπο που σκίζει το πρόσωπο ενός τοπίου
Ο σκίουρος που ξεπετάχτηκε απότομα
απρόσμενα από μια θήκη μπουκαλιών
ή ένα μουσικό κουτί σαν πανοπλία πράσινων μακρόβιων και φαλλικών φυτών
και τον χαϊδεύει μια γυμνή νέα κοπέλλα
υπέροχη χαμογελαστή και άσεμνη
που κι αυτή ξεπετάχτηκε απότομα από μια σάπια θήκη
ενός νοσταλγικού ακαδημαϊκού φοίνικα απελπιστικά γέρου
κι ωραίου σαν κάτι αρχαίο

Και οι καμπάνες με ψαθάκι πρωινό να ραγίζουν από τις κραυγές
μιας απογευματινής εφημερίδας
Οι τρομερές δαγκάνες ενός κάβουρα που ξεπροβάλλουν κάτω απ' το καλάθι
Το τελευταίο λουλούδι ενός δέντρου με τις δυο σταγόνες νερού ενός κατάδικου
Και η νύφη πανέμορφη μόνη και απαρνημένη
σ'ένα κρεββάτι βαθύ κόκκινο της ζήλειας
απ' το χλωμό τον τρόμο των πρώτων της συζύγων

Κι έπειτα σε κήπο χειμωνιάτικο στη ράχη ενός θρόνου
μια γάτα τρομαγμένη με τα μουστάκια της ουράς της
στα ρουθούνια κάποιου βασιλιά

Και στο πέτρινο πρόσωπο μιας γριάς καθισμένης δίπλα σ' ένα καλάθι από λυγαριά ο σβησμένος ασβέστης ενός βλέμματος

Και συσπασμένα πάνω στο φρέσκο μίνιο του κιγκλιδώματος ενός κάτασπρου φάρου μελανιασμένα από την παγωνιά τα δυο χέρια ενός περιπλανώμενου Αρλεκίνου που κοιτάει τη θάλασσα και τα μεγάλα της τα άλογα που αποκοιμιούνται μέσα στη δύση κι έπειτα πάλι ξυπνούν με ρουθούνια αφρισμένα μάτια που φωσφορίζουν ξετρελλαμένα από τη λάμψη του φάρου και τα ανυπόφορα περιστρεφόμενα φώτα του
Κι ένας καλοψημένος κορυδαλλός στο στόμα ενός ζητιάνου

Μια άρρωστη κοπέλλα τρελλή, σ'ένα δημόσιο κήπο, που, χαμογελώντας μ'ένα μηχανικό χαμόγελο σα σκίσιμο και λικνίζοντας στην αγκαλιά της ένα παιδί ληθαργικό χαράζει στο χώμα με το γυμνό βρώμικο πόδι της τη σιλουέτα του πατέρα, το χαμένο του πρόσωπο, ενώ παρουσιάζει στους περαστικούς το νεογέννητο της, φτιαγμένο από κουρέλια,
Κοιτάξτε λοιπόν τον ωραίο μου γιο,
Κοιτάξτε λοιπόν την ωραία μου κόρη,
το θαύμα των θαυμάτων μου, το νόθο μου παιδί, από τη μια είναι αγόρι ενώ απ' την άλλη είναι κορίτσι,
κάθε πρωί το αγόρι κλαίει και κάθε βράδυ παρηγορώ το κορίτσι
και τα κουρδίζω όπως τα ρολόγια

Κι ακόμα ο φύλακας της λεωφόρου γοητευμένος από το λυκόφως
Η ζωή μιας αράχνης που κρέμεται  από έναν ιστό
Η αϋπνία μιας κούκλας με σπασμένο μηχανισμό και τα μεγάλα της μάτια ορθάνοιχτα για πάντα
Ο θάνατος ενός λευκού αλόγου τα νιάτα ενός σπουργίτη
Η πόρτα ενός σχολείου στην οδό Πον ντε Λοντί
Και οι μεγάλοι Αυγουστίνοι παλουκωμένοι στα κάγκελα ενός σπιτιού σ'ένα μικρό δρομάκι που έχουν το όνομα του
Όλοι οι ψαράδες της Αντίμπ γύρω από ένα μόνο ψάρι

Η βία ενός αυγού και η θλίψη ενός στρατιώτη
Η έμμονη παρουσία ενός κλειδιού κρυμμένου κάτω από το χαλάκι κάποιας πόρτας
και η γραμμή του στόχου και η γραμμή του θανάτου
στο παχουλό και αυταρχικό χέρι ενός ομοιώματος ανθρώπου παχύσαρκου που παραληρώντας κρύβει με φροντίδα πίσω από τις σημαίες και τους εσταυρωμένους που θεαματικά στολίζουν το μεγάλο νεκρώσιμο μπαλκόνι του μουσείου του τρόμου και των πολεμικών τιμών
κρύβει το ζωντανό γελοίο άγαλμα των μικρών κοντών ποδιών του του ασύμμετρου θώρακα
αλλά παρά το ωραίο του χαμόγελο το μεγαλειώδες και μεγαλόψυχο δεν καταφέρνει να κρύψει τα ανίατα κι αξιολύπητα ίχνη του φόβου της ανίας του μίσους και της μαλακίας τα χαραγμένα στη μάσκα του από κρέας υπόξανθο χλωμό σαν τα άσεμνα συνθήματα της μεγαλομανίας που οι αξιοθρήνητοι βασανιστές της νέας τάξης χαράζουν στα ουρητήρια της νύχτας

Και πίσω του στη θήκη ενός μισάνοιχτου διπλωματικού σάκκου
το απλούστατο πτώμα ενός φτωχού χωρικού που χτυπήθηκε στο χωράφι του με ράβδους χρυσού από αναμάρτητους χρηματιστές
Και παραδίπλα σ'ένα τραπέζι μια ανοιχτή χειροβομβίδα και μέσα της
μια πόλη ολάκερη
Κι όλος ο πόνος αυτής της γκρεμισμένης και ματωμένης πόλης
σε χρώμα άσπρο

Κι ολόκληρη η πολιτοφυλακή να περιστρέφεται γύρω από το φορείο
όπου ακόμα ονειρεύεται ένας νεκρός τσιγγάνος
κι όλος ο θυμός ενός λαού ερωτευμένου
εργατικού ανέμελου και γοητευτικού
να ξεσπάει απότομα
σαν την κόκκινη κραυγή ενός κόκκορα που σφάχτηκε δημόσια
Και το ηλιακό φάσμα των χαμηλόμισθων που υψώνεται αιμόφυρτο πάνω απ' τη ματωμένη είσοδο ενός εργατικού σπιτιού κρατώντας στ'ακροδάχτυλα, φτωχό φως της αθλιότητας, μια λάμπα ματωμένη απ' τη Γκουέρνικα κι αποκαλύπτει καταμεσής της μέρας με το σκληρό αληθινό του φως τις ανυπόφορες ψεύτικες αποχρώσεις ενός ξεθωριασμένου κόσμου
χρησιμοποιημένου μέχρι το τέρμα και αδειανού ως το μεδούλι
Ενός κόσμου επί ποδός
Ενός κόσμου καταδικασμένου
και ήδη ξεχασμένου
Πνιγμένου απανθρακωμένου απ' τις χίλιες φωτιές
του νερού ενός μικρού ποταμού λαϊκού
όπου το αίμα του λαού τρέχει ακούραστα ανεξάρτητα
στις αρτηρίες και τις φλέβες της γης και στις αρτηρίες και τις φλέβες των γνήσιων παιδιών της
και ζωγραφισμένο απλά σ'ένα άγραφο χαρτί
το πρόσωπο οποιουδήποτε παιδιού

Το πρόσωπο του Αντρέ Μπρετόν το πρόσωπο του Πολ Ελυάρ
το πρόσωπο του αμαξά που πρόβαλε στο δρόμο
Η λάμψη που ξεχύνεται καθώς κλείνει το μάτι του ο ανθοπώλης
Το διάσπαρτο χαμόγελο ενός γλύπτη που φτιάχνει κάστανα γλυπτά
και σκαλισμένο στο γύψο ένα γύψινο πρόβατο σγουρό
που βελάζει την αλήθεια στα χέρια ενός γύψινου βοσκού όρθιου δίπλα σ'ένα σίδερο ρούχων
Δίπλα σ'ένα άδειο κουτί πούρων
Δίπλα σ'ένα μολύβι ξεχασμένο
Δίπλα στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου
Δίπλα σ'ένα κορδόνι παπουτσιών
Δίπλα σε μια πολυθρόνα με κομμένα τα πόδια απ' την κούραση των χρόνων
Δίπλα σ' ένα πόμολο
Δίπλα σε μια νεκρή φύση όπου τα παιδικά όνειρα μιας νοικοκυράς
ψυχορραγούν στην κρύα πέτρα του νεροχύτη σαν ψάρια που ασφυκτιούν και σκάνε
στα αναμμένα κάρβουνα

Και το σπίτι να κουνιέται συθέμελα απ' τις καημένες κραυγές του νεκρού ψαριού της νοικοκυράς που ξαφνικά με απελπισία ναυαγεί και ανασηκώνεται από τα βάθη του πατώματος για να αγκυροβολήσει αξιολύπητα στον κήπο του Βερ Γκαλάν στις όχθες του Σηκουάνα
Κι εκεί παραλυμένη σ'ένα παγκάκι
Λογαριάζει
Και δε βλέπει τον εαυτό της αθώο διεφθαρμένο απ' τις αναμνήσεις
και θερισμένο σα στάχυ
Ένας χώρος της απομένει ένα υπνοδωμάτιο
Και καθώς παίζει κορώνα γράμματα
ελπίζοντας μάταια να κερδίσει λίγο χρόνο
Ξεσπάει μεγάλη καταιγίδα μέσα στον τρίφυλλο καθρέφτη
Μ' όλες τις φλόγες της ζωής της χαράς της
Όλες τις λάμψεις της ζεστασιάς της
Όλες τις λάμψεις της καλής διάθεσης
Και δίνοντας τη χαριστική βολή στο σπίτι που είχε χάσει το δρόμο του
Βάζει φωτιά στις κουρτίνες του υπνοδωμάτιου
και κυλώντας σα σφαίρα φλογισμένη
τα σεντόνια στα πόδια του κρεββατιού
Ανακαλύπτει γελώντας μπροστά σ' όλον τον κόσμο
το παζλ του έρωτα με όλα του τα κομματάκια
Όλα τα κομμάτια του τα διαλεγμένα τα διαλεγμένα απ' τον Πικάσο

Ένας ερωτευμένος η αγαπημένη του και τα πόδια της στο λαιμό της και τα μάτια στους γλουτούς τα χέρια λίγο πολύ παντού
Τα πόδια σηκωμένα στον ουρανό και τα στήθη πάνω κάτω
Τα δυο κορμιά τιναγμένα ανταλλαγμένα χαϊδεμένα
Ο έρωτας αποκεφαλισμένος απελευθερωμένος και μαγεμένος
Το εγκαταλειμένο κεφάλι κυλάει στο χαλί
Οι ιδέες αφημένες, ξεχασμένες στην άκρη
δεν είναι πια εμπόδια απ' τη χαρά την ηδονή
Οι ιδέες θυμωμένες απατημένες από το θυμωμένο έρωτα
Οι ιδέες χωμένες και έκπληκτες σαν άθλιοι ποντικοί θανάτου
που οσμίζονται ότι έρχεται το ανατρεπτικό ναυάγιο του Έρωτα
Οι ιδέες ξανά στη θέση τους  μπροστά στην πόρτα του δωματίου
δίπλα στο ψωμί και τα παπούτσια
Οι ιδέες καρβουνιασμένες κλεμμένες εξατμισμένες άδειες από ιδέες
Οι ιδέες απολιθωμένες μπροστά στη θαυμαστή αδιαφορία
ενός κόσμου παθιασμένου
Ενός κόσμου που ξαναβρέθηκε
Ενός κόσμου που δε συζητιέται και δεν εξηγείται
Ενός κόσμου που δεν ξέρει τη ζωή αλλά είναι γεμάτος από τη χαρά της
Ενός κόσμου συγκρατημένου και μεθυσμένου
Ενός κόσμου θλιμμένου και χαρούμενου

Τρυφερού και σκληρού
Πραγματικού και υπερ-πραγματικού
Τρομακτικού και υπέροχου
Νυχτερινού και ημερήσιου
Συνηθισμένου και ασυνήθιστου
Ωραίου όπως όλα


Μετάφραση από τα γαλλικά: Βάλια Σερέτη


Δείτε ακόμα