Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Γ. Σεφέρης - Το ναυάγιο της Κίχλης


"Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Πάρ' το, σου το χαρίζω•
δες, είναι ξύλο λεμονιάς ..." Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια•
το 'λεγαν "Κίχλη"• ένα μικρό ναυάγιο• τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.

Κι άλλες φωνές σιγά - σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν• ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ' άλλο μέρος, το σκοτεινό•
θα 'λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα•
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη:
"Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ•
το δίκιο σας θα 'ναι το δίκιο μου• πού να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ•
ποιος πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει".

Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον άνθρωπο.

George Seferis - The wreck “Thrush”


"This wood that cooled my foreheadat times when noon burned my veins
will flower in other hands. Take it, I'm giving it to you;
look, it's wood from a lemon-tree…"
I heard the voice
as I was gazing at the sea trying to make out
a ship they'd sunk there years ago;
it was called "Thrush," a small wreck; the masts,
broken, swayed at odd angles deep underwater, like
tentacles,
or the memory of dreams, marking the hull:
vague mouth of some huge dead sea-monster
extinguished in the water. Calm spread all around.

And gradually, in turn, other voices followed,*
whispers thin and thirsty
emerging from the other side of the sun, the dark side;
you might say they longed for a drop of blood to drink;*
familiar voices, but I couldn't distinguish one from the
other.
And then the voice of the old man reached me; I felt it
quietly falling into the heart of day,
as though motionless:
"And if you condemn me to drink poison, I thank you.
Your law will be my law; how can I go
wandering from one foreign country to another, a rolling
stone.
I prefer death.
Who'll come out best only God knows."

Countries of the sun yet you can't face the sun.
Countries of men yet you can't face man.


Translated by Edmund Keeley and Philip Sherrard

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δείτε ακόμα