Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Κώστας Δεσποινιάδης - Νύχτες που μύριζαν θάνατο


Ο Κώστας Δεσποινιάδης μέσα από τις εκδόσεις «ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ» και το ομότιτλο περιοδικό που διευθύνει, προσπαθεί να ασκήσει μια συνολική κριτική στην επικρατούσα απάτη. Ο ίδιος, σε συνέντευξή του, μου το έχει συμπυκνώσει στην εξής φράση : «ολική αντιπαράθεση με το κυρίαρχο φαντασιακό». Τα δυο προηγούμενα βιβλία του «Φραντς Κάφκα – ο ανατόμος της εξουσίας» και «Πόλεμος και ασφάλεια – σχόλια στην εποχή της αντιτρομοκρατικής υστερίας», μας δίνουν ακριβώς το στίγμα του και την οπτική του, όπως βέβαια και το ίδιο το «ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ» (εκδόσεις και περιοδικό).
Οι «Νύχτες που μύριζαν θάνατο»(ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ, 2010) είναι το νέο του βιβλίο, στο  οποίο συγκεντρώνει 18 κείμενά του που πρωτοδημοσιεύτηκαν σε γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά («ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ», «ΕΝΕΚΕΝ», «ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ») την περίοδο 2001 – 2010. Όλα τα κείμενα είναι μικρά, το βιβλίο του δεν ξεπερνά τις 40 σελίδες, αλλά επειδή, όπως θα ξέρετε, ουκ εν τω πολλώ το ευ, το “βιβλιαράκι” του Δεσποινιάδη λέει πολύ περισσότερα από ογκώδη βιβλία, τα οποία περιέχουν πολλά μηδενικά στον αριθμό των σελίδων τους, απλώς για να μας τα θυμίζουν με το περιεχόμενό τους.
Το όλο σκηνικό στα κείμενα είναι ονειρικό(μια και «το όνειρο είναι μια δεύτερη ζωή», όπως διαβάζουμε σ’ ένα μότο μέσα στο βιβλίο) κι επικρατεί μια παγωμένη σκοτεινή ατμόσφαιρα, χαρακτηριστικά εξάλλου είναι και τα “τοπία του” : στενά και σκοτεινά δρομάκια – ερημικοί χωματόδρομοι – μοναχικά γραφεία και δωμάτια. Όλες οι ιστορίες σχεδόν διαδραματίζονται τη νύχτα, εντείνοντας το όλο φοβικό κλίμα, αφού τα κυρίαρχα αισθήματα που σε κυκλώνουν είναι η ανησυχία, ο φόβος, η μοναξιά, ο θάνατος, η θλίψη και το πένθος. Οι τίτλοι, δεν ξέρω αν δείχνουν άμεσα και το περιεχόμενό τους, αλλά πάντως, μερικοί, προϊδεάζουν : «Ό,τι κι αν κάνουμε θα μας διώξουν», «Κηλίδες αίματος», «Μεγάλη Παρασκευή».
Μερικές ιστορίες θα τις έλεγα και παράδοξες, κι έτσι είναι, αφού κάποιες συμβαίνουν στον ύπνο, είναι όνειρα. Αλλά οι αλήθειες τους είναι πέρα για πέρα ρεαλιστικές, όπως αποτυπώνονται, ενδεικτικά, σε κάποιες φράσεις : «κλάματα δεν γενούν μονάχα οι τάφοι» - «από πού μπήκε τόση ερημιά στη ζωή μας;»  - «ο θάνατος βασιλεύει εκ των πραγμάτων».
Στη θεματολογία των τίτλων και των ιστοριών του έχουν καθοριστικό ρόλο τα πουλιά (5 τίτλοι), από το αινιγματικό «Κελάιδισμα», ως το κορυφαίο και συγκινητικό «Σπουργίτι». Κι αφού διαβαστούν συνδυαστικά τα «Οι κυνηγοί» κι  «Ο τσαλαπετεινός», φτάνουμε στο «Μαύρο πουλί» του τέλους, στην τελευταία, κυριολεκτικά, λέξη.
«Πόσο θα ’θελα, έστω και για δυο στιγμές, όλα τα ανθρώπινα να μου ήταν ξένα» διαβάζουμε σ’ ένα κείμενο, και πίσω απ’ αυτήν την αντιστροφή κρύβεται η αλήθεια κι η ευαισθησία αυτού του βιβλίου, αφού τον Κώστα Δεσποινιάδη τον ορίζει η φράση του Τερέντιου που παραθέτει σε μια σημείωση : «Τίποτα ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο».

*Όποιος επιθυμεί να προμηθευτεί το βιβλίο του Κώστα Δεσποινιάδη «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» (εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ, 2010) μπορεί να επικοινωνήσει στο τηλ. 2310 – 270399  και στο e-mail kdespiniadis@gmail.com

Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής 09.03.2011 

Αναδημοσίευση από το http://www.e-orfeas.gr/

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Naomi Klein - Το Δόγμα του Σοκ




Ο ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΩΣ ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ
Naomi Klein, Το Δόγμα του Σοκ. Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής, μετ. Άγγελος Φιλιππάτος (Λιβάνη: Αθήνα 2010)


Σε μία ακαλαίσθητη έκδοση από τον οίκο Λιβάνη, με γράμματα σε διαστάσεις νυχτερινής επιγραφής, με το κακόγουστο λογότυπο της λέξεως ΣΟΚ να θυμίζει αόριστα ΠΑΣΟΚ (αποτρέποντάς σε από το ν’ αγοράσεις το βιβλίο) και με την υπενθύμιση «Διεθνές best seller» κάτω από τον υπότιτλο, σε αξιοπρέπεστατη πάντως μετάφραση, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το όντως πολύκροτο έργο της Καναδής δημοσιογράφου και ακτιβίστριας (επίτιμης διδάκτορος επίσης του King College της Νέας Σκωτίας) Naomi Klein. Το μέγεθός του, 718 σελίδες στα ελληνικά, συναγωνίζεται τη φήμη του, αλλά και την αγοραστική του επιτυχία: μαζί με την Αυτοκρατορία των Negri και Hardt, είναι το πιο πολυσυζητημένο, μεταφρασμένο και διαβασμένο πολιτικό βιβλίο τής πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα. Σε αντίθεση όμως με την απογοητευτική Αυτοκρατορία, της οποίας οι πολλές θεωρητικές αστοχίες θα φαίνονταν μετέωρες πριν περάσει δεκαετία, το έργο της Naomi Klein αποδεικνύεται, θα το πω απερίφραστα κι εκ των προτέρων, ένα από τα πολυτιμότερα εργαλεία για τον προσανατολισμό στην παρούσα παγκόσμια πραγματικότητα. Δεν θα πρέπει να υπάρχει πολίτης του σύγχρονου κόσμου που να μην το έχει διαβάσει, υποστηρίζω – πράγμα που καθόλου δεν υποννοεί, φυσικά, ότι δεν επιδέχεται κριτική (και θα δούμε σε ποια σημεία). Αν συμφωνούμε όμως καταρχήν πως προαπαιτούμενο της πολιτικής ιδιότητας είναι η καλή γνώση της ιστορίας, ιδίως της πρόσφατης, αυτή είναι η πρώτη, και ίσως η σπουδαιότερη, υπηρεσία που το βιβλίο προφέρει στον αναγνώστη του: εξονυχιστική πληροφόρηση, στηριγμένη σε επιτόπια δημοσιογραφική έρευνα όσο και σε μελέτη αρχείων και πηγών δύσκολα προσιτών στο ευρύ κοινό (που υποβάλλει κάποιον βαθμό συλλογικής εργασίας πίσω του), αναφορικά με το τί έχει συμβεί στον κόσμο μας τούτες τις τελευταίες, σκοτεινές και δυσεξιχνίαστες, τέσσερις δεκαετίες. Τί ακριβώς συνέβη στη Χιλή και στις χώρες του «Νοτίου Κώνου» της Αμερικανικής Ηπείρου, τί εξελισσόταν παράλληλα και σε αμοιβαία τροφοδότηση στην οικονομική σχολή του Πανεπιστημίου του Σικάγου και στα εργαστήρια επιστημονικών βασανιστηρίων της CIA, τί έγινε στην Ινδονησία μετά την καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ μαζική σφαγή των κομμουνιστών, τί διαδραματίστηκε στο κοινοβουλευτικό σκηνικό Ηνωμένων Πολιτειών και Βρετανίας εγκαινιάζοντας μιαν αλυσίδα πολιτικών εξελίξεων σε όλες τις ανεπτυγμένες λεγόμενες χώρες (δηλαδή: που ελέγχουν μονοπωλιακά τον παγκόσμιο πλούτο κρατώντας στα χέρια τους τη μοίρα των λαών), τί συνέβη στην Κίνα μετά τη «στροφή» του Τενγκ Σιαοπίνγκ και στη Ρωσία και Πολωνία μετά την «περεστρόικα», τι συνέβη στη Νότιο Αφρική μετά την πτώση του απαρτχάιντ, τί διακυβεύθηκε στη χρηματιστηριακή κρίση της Νοτίου Ασίας, τί έγινε στο Ιράκ, στο Πακιστάν και πάλι στο Ιράκ ύστερ’ από τη διάλυση της χώρας, στο Ισραήλ και στα κατεχόμενα εδάφη, τί συνέβη μετά το τσουνάμι στον Ινδικό, ιδίως στη Σρι Λάνκα και τις Μαλβίδες, καθώς και στη Νέα Ορλεάνη μετά το τρομακτικό πλήγμα του τυφώνα, τί συνέβη στο Μεξικό μετά την προσχώρησή του στη NAFTA, τί εξακολουθεί να συμβαίνει στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτείων, ιδίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δίνοντας τον βηματισμό σε όλες σχεδόν τις κοινωνίες ενός ραγδαία ομογενοποιούμενου κόσμου... 
            Σε πρώτο επίπεδο, λοιπόν, το βιβλίο της Naomi Klein διαβάζεται ως βιβλίο πρόσφατης ιστορίας – που ανταποκρίνεται μάλιστα στο πρώτιστο καθήκον του επαρκούς ιστορικού, να υποδείξει ένα οδηγητικό νήμα ικανό να δέσει τις πολλές επιμέρους αλληλουχίες συμβάντων σε μία ενοποιημένη αφήγηση... Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, μπορεί και οφείλει να διαβάζεται ως συντριπτική τεκμηρίωση του τεράστιου, ανεξαγόραστου εγκλήματος εναντίον της ανθρωπότητας και της ίδιας τής ζωής, συγκρίσιμου μόνο με τη ναζιστική θηριωδία αλλά και πάλι πολύ πιο κολοσσιαίων διαστάσεων, που αντιπροσώπευσε η μεταπολεμική αμερικανική ηγεμονία: τον ανατριχιαστικό φάκελο μιας δίκης κατά των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που οφείλει να διεξαχθεί εν πρώτοις στις συνειδήσεις όλων των κατοίκων του πλανήτη, για να εξουσιοδοτήσει εν συνεχεία τα μέσα δράσης και προπαντός την ανυποχώρητη βούληση ν’ αγωνιστούν για τη συντριβή του τέρατος αυτού που γέννησε ο καπιταλισμός στο απόγειο της κυριαρχίας του.
Δεν ξέρω αν η συγγραφέας είχε στο μυαλό της αυτή ακριβώς τη δεύτερη ανάγνωση· εκείνο που πιο απερίφραστα πάντως σκοπεύει, ένα τρίτο επίπεδο ανάγνωσης που αντιπροσωπεύει και την καταδηλωμένη οπτική της, είναι μια μεθοδική αποκάλυψη-καταγγελία του λεγόμενου νεοφιλελευθερισμού: του οικονομικού δόγματος του Μίλτον Φρίντμαν (που ήταν ο ίδιος θαυμαστής των κοινωνικών θεωριών τού Φρήντριχ Χάγιεκ), το οποίο εκπονήθηκε στα ερευνητικά εργαστήρια του Πανεπιστημίου του Σικάγου ήδη από τη δεκαετία του 1950, εφαρμόστηκε πιλοτικά με προσωπική εμπλοκή του ίδιου τού Φρίντμαν στη Χιλή του Πινοτσέτ, για να υιοθετηθεί ως επίσημο κυβερνητικό δόγμα από τον Ατλαντικό άξονα επί Ρήγκαν και Θάτσερ και να επιβληθεί σε ολόκληρο τον κόσμο από μια χούφτα ζηλωτών-μαθητών του Φρίντμαν (με τη στήριξη, δεν χρειάζεται να το πω, των Αμερικανικών και Νατοϊκών στρατευμάτων...). Αποτέλεσμα ήταν η παράδοση ολόκληρου του πλανήτη, κρατικών μορφωμάτων, λαών και γήινων οικοσυστημάτων στον απόλυτο έλεγχο λίγων εταιρειών-γιγάντων, σε στρατηγική σύμπραξη με τους διαχειριστές τού παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου (που, όλως τυχαίως, βρίσκεται συσσωρευμένο σε λίγα δυτικά κέντρα) και τα θεσμικά του όργανα καταναγκασμού ––Παγκόσμια Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου–– οδηγώντας σε μία αλυσίδα ανείπωτα καταστροφικών συνεπειών: οδύνη, επιδημίες, βασανισμούς, ακρωτηριασμούς κι εξοντώσεις σε αστρονομική κλίμακα, εκτοπισμό, λιμοκτονία, εκπόρνευση, πολιτισμική κατάρρευση και κοινωνική εξαθλίωση για δισεκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη, ραγδαία επεκτεινόμενη φτώχεια και ανισότητα, ανάλωση των περιβαλλοντικών πόρων και μη αναστρέψιμη βιοκλιματική καταστροφή...
            Το πιο εφιαλτικό σε αυτή την ιστορία, στο οποίο δίνει ειδική έμφαση η συγγραφέας (εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου), είναι ότι όλη αυτή η αποκαλυψιακή καταστροφή δεν ήταν το αθέλητο αποτέλεσμα μιας εσφαλμένης θεωρητικής σύλληψης: ήταν εξαρχής μέσα στις προβλέψεις, και μάλιστα στον συνειδητό σχεδιασμό των αρχιτεκτόνων του νεοφιλελευθερισμού. Γνώριζαν καλά ότι μαζικές κρίσεις ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή των μοντέλων τους, έβλεπαν εξαρχής τις κρίσεις ως «ευκαιρίες» και, ως εκ τούτου, τις μεθόδευσαν ––και τις μεθοδεύουν–– ψυχρά και συστηματικά. Διορατική είναι επίσης η επισήμανση του άκρως «επιστημονικού», ακριβώς θετικιστικού, τρόπου σκέψης τού Φρίντμαν και των οπαδών του («Ο Φρίντμαν οδηγήθηκε στα οικονομικά εξαιτίας τής αγαπής του για τους αριθμούς και τα συστήματα...», σελ. 78κ.ε.). Το νεοφιλελεύθερο οικονομικό δόγμα βασίζεται σε μία κλειστή μαθηματική αξιωματική, αντικείμενο εκστατικού θαυμασμού από τους πιστούς του, που ενοχλείται αφόρητα από την ύπαρξη πραγματικών δρώντων, ανθρώπων με υλικές ανάγκες, αισθήματα, αποβλέψεις, απροσχεδίαστους τρόπους δράσης και κίνητρα αλληλεγγύης, παράγοντες τους οποίους πρέπει ακριβώς ν’ αποκλείσει. Και πώς αλλιώς να τους αποκλείσει κάποιος όταν καλείται να εφαρμόσει το μοντέλο στην πρακτική ζωή, παρά εξοντώνοντάς τους απλά και καθαρά; Οι διορατικές εκείνες σελίδες όπου η συγγραφέας πασχίζει να μπει στο εργαστήρι του οικονομολόγου, να καταλάβει τον τρόπο σκέψης του, μαρτυρούν όχι μόνο τη φενάκη που ενυπάρχει στη σύλληψη της «οικονομίας» ως αυτοτελούς, θετικής επιστήμης, αλλά και, βαθύτερα, την καταγωγική συνάφεια επιστημονικού (ακριβέστερα, μαθηματικού) πνεύματος και όλων των μορφών τυραννίας και ολοκληρωτισμού που γέννησε ο εικοστός αιώνας. (Ο Φρίντμαν θα προσυπέγραφε υποθέτω ––μ’ ενθουσιασμό βέβαια και όχι με θλίψη–– τη ρήση τού Αντρέ Γκορζ: «[στον ύστερο καπιταλισμό] τα εμπορεύματα παράγουν ανθρωπους».)  
            Δεν μπορώ, και δεν χρειάζεται να υπεισέλθω εδώ σε όλο το διαπλεκόμενο κουβάρι των εφιαλτικών ιστοριών που ξετυλίγει μπροστά στα μάτια μας το βιβλίο. Το αφηγηματικό χάρισμα δεν είναι η μικρότερη από τις αρετές της συγγραφέως, και είναι ένα από τα στοιχεία που δίνουν την ομολογουμένως ασυνήθιστη αποτελεσματικότητά του στο εγχείρημά της. Τα όσα λέει είναι ούτως ή άλλως σημαντικά· ακόμη σημαντικότερα όμως είναι, νομίζω, όσα χωρίς να λέει ρητά (ή ενδεχομένως να έχει η ίδια σκεφτεί) μας επιτρέπει να σκεφτούμε. Την κατάρριψη της φιλελεύθερης αυταπάτης από δύο πλευρές, για παράδειγμα. Βεβαίως ο νεοφιλελευθερισμός, ένα οικονομικό δόγμα, είναι κάτι αρκετά διαφορετικό από τον κλασικό φιλελευθερισμό, μια πολιτική θεωρία περί αστικών δικαιωμάτων, ωστόσο  διατηρούν ως κοινό έδαφος κάποιες σκληρά ιδεολογικές παραδοχές (που έχουν πληγεί ήδη από την εποχή του Μαρξ). Πρώτον, ότι οικονομική ελευθερία και πολιτική ελευθερία είναι συνεχόμενες κι επάλληλες (αλληλοενισχυτικές) έννοιες. Στην πραγματικότητα, ο όρος «ελευθερία» έχει ριζικά διαφορετική σημασία στο οικονομικό και στο πολιτικό πλαίσιο αναφοράς: στο πολιτικό σημαίνει αυτοκαθορισμό και συλλογική λήψη των αποφάσεων, έννοια που αληθεύει εξ ορισμού για όλα τα μέλη μιας συλλογικότητας· στο οικονομικό, απεναντίας, σημαίνει ανεμπόδιστη εκμετάλλευση ανθρώπων και περιβαλλοντικών όρων προς ίδιον όφελος, αυξανόμενη κατ’ ευθείαν αναλογίαν προς την κατοχή κεφαλαίου, αληθεύει εξόχως ανίσως δηλαδή μεταξύ των μελών μιας συλλογικότητας (και χωρίς την εν λόγω ανισότητα θα έχανε το περιεχόμενό της). Εμπράκτως, η οικονομική «ελευθερία» είναι θανάσιμος εχθρός της πολιτικής ελευθερίας, και αυτό αποδεικνύεται θεαματικά από τις πολιτικές προϋποθέσεις (και συνέπειες) του νεοφιλελευθερισμού: δικτατορίες, παραβιάσεις εκλογικών αποτελεσμάτων, αστυνομοκρατία και ολοκληρωτικός έλεγχος των συνειδήσεων είναι παντού το βασικό ρεπερτόριο μέσων για την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου προγράμματος. Δεύτερον, που είναι η άλλη όψη του πρώτου, το ιδεολόγημα ότι ο (νέο)φιλελευθερισμός επιζητεί «λιγότερο κράτος». Στην πραγματικότητα, επιζητεί περιστολή μόνο μίας, πολύ ειδικής λειτουργίας του κράτους: των μηχανισμών αναδιανομής. Ποιος αλήθεια εκδίδει το χρήμα κι εγγυάται την αξία του ώστε να παιχτεί το παιχνίδι της «φιλελεύθερης» αγοράς, ποιος διασφαλίζει τα συμβόλαια και τους τίτλους ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης, ποιος ρυθμίζει τις νομισματικές αντιστοιχίες (που είναι ωμές σχέσεις διακρατικής επιβολής σε αφηρημένη μορφή), ποιος προστατεύει κυρίως την ιδιωτική ιδιοκτησία και κρατάει σε καταστολή την εργασιακή δύναμη – αν όχι ένα ισχυρό κράτος; Εκείνο που οι αφελείς κριτικοι του νεοφιλελευθερισμού στις ημέρες μας (περιλαμβανομένου πολύ μεγάλου κομματιού τής Αριστεράς) δεν στάθηκαν ικανοί να δουν, είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν σήμαινε αποδυνάμωση του ισχυρού παρεμβατικού κράτους τής προηγούμενης περιόδου (του λεγομένου «προνοίας») αλλά μια μεταβολή στρατηγικής εκ μέρους του. Τα στοιχεία της Naomi Klein δείχνουν αφοπλιστικά πόση και τί είδους κρατική βία χρειάστηκε ώστε να παραδοθεί ο παγκόσμιος έλεγχος στις γιγάντιες εταιρείες – το κράτος εκχώρησε σε αυτές, τελικά, εκείνο που είχε προηγουμένως υφαρπάξει από την ίδια την κοινωνία.
Και φτάνουμε έτσι στην τελευταία σειρά σκέψεων, που αφορούν πλέον τους περιορισμούς τής ίδιας της συγγραφέως. Η Naomi Klain δομεί την αφήγησή της σαν ένα μυθιστόρημα τρόμου με πρωταγωνιστή έναν εγκληματικό αντι-ήρωα: τον Μίλτον Φρίντμαν και τα Chicago boys του. Το ερώτημα είναι: πώς το θλιβερό ανθρωπάριο που άκουγε στ’ όνομα Μίλτον Φρίντμαν στάθηκε ικανό να επιβάλει τα διεστραμμένα οράματά του πρώτα στις ισχυρότερες κυβερνήσεις του δυτικού κόσμου κι εν συνεχεία, μέσα από κλιμακούμενες μεθοδεύσεις, σε ολόκληρη την ανθρωπότητα; Είτε θα πρέπει να ήταν προικισμένο με υπεράνθρωπες (εωσφορικές) δυνάμεις, ή θα πρέπει να υπήρχε κάποιος δομικός λόγος γι’ αυτό – πράγμα που σημαίνει, και αν η συγκεκριμένη φιγούρα δεν υπήρχε, ένας «Φρίντμαν» θα είχε δημιουργηθεί...
Όλα δείχνουν προς τη δεύτερη εκδοχή. Ο νεοφιλελευθερισμός ήταν μια αλλαγή στρατηγικής του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, όχι όμως και μια αλλαγή στόχων, οι οποίοι από γενέσεως καπιταλισμού παραμένουν αμετάβλητοι: απεριόριστη εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης χάριν της μεγιστοποίησης του ατομικού κέρδους, και ακόμη πιο πέρα, χάριν της αέναης κερδοφορίας του κεφαλαίου/ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, η οποία προσλαμβάνει πλέον τη μορφή «αντικειμενικού» μηχανισμού που καθυποτάσσει στην κίνησή του τα ίδια τα ενεργούμενά της. Η παραπάνω αλλαγή στρατηγικής υπαγορεύθηκε από τη δομική κρίση που πλήττει τον καπιταλισμό ήδη από τη δεκαετία του 1970, συνέπεια μερικώς της περιβαλλοντικής εξάντλησης αλλά προπαντός τής γενικευμένης εφαρμογής του αυτοματισμού, κρίση η οποία επιδεινώνεται διαρκώς έκτοτε και μεταφράζεται σε ανυποχώρητα πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους τού κεφαλαίου. Δεν θα συνεχίσω εδώ αυτή την ανάλυση,1 αλλά είναι προφανές ότι για να εξηγηθεί ικανοποιητικά η ανάδυση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου χρειάζεται μια μακροϊστορική κατανόηση του καπιταλισμού, έργο που φαίνεται ότι ξεπερνάει τη Naomi Klein. Της λείπει εμφανώς η βαθιά μαρξιστική παιδεία που θα της επέτρεπε ν’ αναπλαισιώσει σ’ ένα ευρύτερο κοινωνιοϊστορικό συμφραζόμενο τα σπουδαία ευρήματά της – πράγμα που εξηγεί γιατί στο βάθος ολόκληρης της πραγμάτευσής της υποφώσκει μια κεϋνσιανή νοσταλγία. Ίσως αυτό εξηγεί επίσης γιατί από την παγκόσμια επισκόπησή της απουσιάζει εντυπωσιακά η Ευρωπαϊκή Ένωση (εκτός από μία εν παρόδω αναφορά στο Μάαστριχτ): το κεϋνσιανό παρελθόν της Ευρώπης, ένας μύθος που όπως φαίνεται έχει ακόμα ισχύ στους ριζοσπάστες του Νέου Κόσμου, την εμποδίζει να δει σε αυτήν ένα από το πιο ανησυχητικά οιονεί-ολοκληρωτικά μορφώματα των ημερών μας που, μέσω των Συμφώνων Σταθερότητας και Ανταγωνιστικότητας, αναπαράγει το νεοαποικιακό μοντέλο μέσα στην ίδια την καρδιά του ανεπτυγμένου λεγόμενου κόσμου. Δεν αντιλαμβάνεται προφανώς η συγγραφέας μας ότι κεϋνσιανισμός-νεοφιλελευθερισμός έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ του απ’ όσα η ρητορική τους επιτρέπει ν’ αντιληφθούμε, ως δύο διαδοχικές στρατηγικές του καπιταλισμού προκειμένου ν’ αποφύγει μια επικείμενη κατάρρευση σε εναλλασσόμενα ιστορικά περιβάλλοντα. Και, για να παραφράσω τη γνωστή φράση του Max Horkheimer περί καπιταλισμού και ολοκληρωτισμού (στη ναζιστική εκδοχή του, τότε): όποιος δεν θέλει να μιλήσει για καπιταλισμό, καλά θα έκανε να σωπαίνει και για τον νεοφιλελευθερισμό.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ο ενδιαφερόμενος για την έκθεση αυτής της οπτικής, μπορεί να δει το άρθρο μου «Κρίση», περ. Πανοπτικόν 14 (Οκτώβριος 2010): 51-64.


ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Γιεβγκένι Ζαμιάτιν - Εμείς




Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ
Γεβγκένι Ζαμιάτιν, Εμείς, μετ. Ειρήνη Κουσκουμβελάκη, επίμετρο: Δημήτρης Κωνσταντίνου (Εκδόσεις Εξάρχεια: Αθήνα 2010)


Κάπου σαράντα χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του στα ελληνικά (από τις εκδόσεις Πλέθρον), επανεκδίδεται, σε καινούργια καλή μετάφραση, το προφητικό έργο τού Γιεβγκένι Ζαμιάτιν Εμείς, η πρώτη ––και σπουδαιότερη–– από τις μεγάλες λογοτεχνικές δυστοπίες του εικοστού αιώνα (ο Όργουελ, λένε, άρχισε να γράφει το 1984 συγκλονισμένος από την ανάγνωσή του...). Εκδίδεται μάλιστα στο πλαίσιο μιας αξιοστήρικτης νέας εκδοτικής προσπάθειας, των Εκδόσεων Εξάρχεια, συνδεόμενων με τον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο Nosotros, σε μία σειρά που περιλαμβάνει το Διακηρύξεις Ανεξαρτησίας του Howard Zinn, τη συλλογή κειμένων από το παγκόσμιο δίκτυο znet-zmagazine Το πνεύμα της αντίστασης ζει, και το Η αρπαγή της σοδειάς της ριζοσπαστικής περιβαλλοντολόγου Vandana Shiva (έργο τεράστιας σπουδαιότητας για τον παγκόσμιο αγώνα κατά του νεοφιλελευθερισμού και του κινήματος για την τροφική αυτάρκεια εναντίον των πολυεθνικών τροφίμων, στο οποίο ενδέχεται να επιστρέψουμε σ’ αυτές εδώ τις σελίδες).
             
O Γεβγκένι Ιβάνοβιτς Ζαμιάτιν (1884-1937), μηχανικός αεροσκαφών και λογοτέχνης, υπήρξε στρατευμένο μέλος των Μπολσεβίκων τα προεπαναστατικά χρόνια, για να καταλήξει ένας από τους διωχθέντες συγγραφείς της ζντανωφικής περιόδου, μετά την οριστική επικράτηση του Στάλιν στο 15ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1927). Με τη μεσολάβηση του Μαξίμ Γκόργκι κατόρθωσε να διαφύγει στο Παρίσι το 1931, όπου έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του (συνεργάστηκε επίσης με τον σκηνοθέτη Ζαν Ρενουάρ). Το Εμείς δημοσιεύθηκε ακριβώς την κρίσιμη χρονιά του 1927, σε ρωσικό περιοδικό του εξωτερικού, κι επρόκειτο να γίνει, όπως είπα, η  αρχετυπική λογοτεχνική δυστοπία της εποχής – μία από τις πειστικότερες, υπό την αμφίεση της «επιστημονικής φαντασίας», καταγγελίες του ολοκληρωτισμού. Το ενδιαφέρον που έχει μια νέα ανάγνωσή του σήμερα, ύστερ’ από την ολοκλήρωση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας της οποίας έγινε μάρτυρας στην εκπνοή του ο εικοστός αιώνας, είναι να ανιχνεύσουμε ποια ακριβώς ταυτότητα του ολοκληρωτισμού αναδύεται από τις σελίδες του.
             
Θα παρακάμψω στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης τα υφολογικά ζητήματα που οφείλουν να απασχολούν την εξέταση κάθε λογοτεχνικού έργου, για να επικεντρωθώ στην πλευρά που συνδέεται αποκλειστικά με το παραπάνω ερώτημα: την αξία του δηλαδή ως μαρτυρίας. Όσοι θα είχαν την αφέλεια να διαβάσουν το έργο απλώς ως καταγγελία του Σταλινισμού ––πόσο μάλλον όσοι θα διέπρατταν το ιλιγγιώδες ατόπημα να εκλάβουν τον Σταλινισμό ως κομμουνισμό–– θα πρέπει να προσέξουν καλύτερα εκείνα τα σημεία που στοχεύουν την ουσία του ολοκληρωτισμού σε όλες του τις μορφές, και προπαντός στη δεσπόζουσα εκείνη του τεχνικοποιημένου καπιταλισμού, με ή χωρίς κοινοβουλευτικό προκάλυμμα. Διότι ακόμα και οι εκλογικές διαδικασίες έχουν χώρο στο καφκικό σύμπαν του Εμείς, αρκεί να είναι προδικασμένο το αποτέλεσμά τους: «Εννοείται ότι αυτό δεν έχει καμία ομοιότητα με τις χαώδεις και ανοργάνωτες εκλογές των αρχαίων χρόνων όπου ––γελοίο ακόμη και να το λες–– δεν μπορούσαν πριν από τις εκλογές να γνωρίζουν το αποτέλεσμα. Υπάρχει τίποτε πιο ανόητο από το να βασίζεις ένα κράτος στην απολύτως απρόβλεπτη τύχη, στα τυφλά; Παρ’ όλ’ αυτά, φαίνεται ότι χρειάστηκε να περάσουν αιώνες πριν αυτό γίνει αντιληπτό» (σελ. 167). Πέρ’ από τη σπαρταριστή ειρωνεία που αναβλύζει από την αριστοτεχνική μίμηση μιας αφοπλιστικής αφέλειας, δεν θυμίζει αυτό την περίφημη ρήση του Κίσινγκερ (δικαιολογώντας το πραξικόπημα στη Χιλή): «Δεν μπορούμε ν’ αφήσουμε μια χώρα να κυλήσει στον κομμουνισμό μόνο και μόνο επειδή οι κάτοικοί της είναι ανεύθυνοι»;
             
Κατανοώντας βαθύτερα απ’ όλους τούς συγγενείς του συγγραφείς την ουσία του ολοκληρωτισμού, ο Ζαμιάτιν εστιάζει απευθείας στην καρδιά του: την τεχνοεπιστημονική του φύση. Ως ιδεώδες της απόλυτης ετερονομίας, του απεριόριστου προγραμματισμού που δεν ανέχεται το παραμικρό ίχνος αυθορμητισμού και ζωτικής αταξίας, ο ολοκληρωτισμός βρίσκει το αρχέτυπό του στην ίδια τη λογική/μαθηματική τάξη, στον ανόργανο κόσμο των καθαρών αριθμών: «Η υψηλότερη ικανότητα του ανθρώπου είναι η λογική του και δουλειά της είναι σε τελική ανάλυση ο συνεχής περιορισμός του απείρου, τεμαχίζοντάς το σε βολικές, εύπεπτες μερίδες: διαφορικός λογισμός. Ακριβώς αυτό συνιστά τη θεϊκή ομορφιά του αντικειμένου μου, των μαθηματικών» (σελ. 83)· «Ο πίνακας πολλαπλασιασμού είναι σοφότερος και πιο απόλυτος από τον αρχαίο Θεό. Ποτέ ––επαναλαμβάνω, ποτέ–– δεν κάνει λάθος» (σελ. 85)· «Εάν δεν κατανοήσουν ότι τους φέρνουμε μια μαθηματικά σίγουρη ευτυχία, έχουμε την υποχρέωση να τους επιβάλουμε να γίνουν ευτυχισμένοι [...] Ζήτω το Μονοκράτος! Ζήτω οι Αριθμοί! Ζήτω ο Ευεργέτης!» (σελ. 7-8). «Αριθμοί» άλλωστε αποκαλούνται οι άνθρωποι στο φανταστικό Μονοκράτος του. Και βέβαια, το πνεύμα της μαθηματικής αναγκαιότητας βρίσκει την ύψιστη εκπλήρωση και τον έσχατο σκοπό του στη λατρεία της μηχανής: «Ξαφνικά, είδα την ομορφιά αυτού του μεγαλειώδους μηχανικού μπαλέτου, υπό το φως του αξιολάτρευτου, γαλανόχρωμου ήλιου. Μα γιατί ––συνέχισαν οι σκέψεις μου–– γιατί είναι όμορφο; Γιατί είναι ο χορός αυτός όμορφος; Απάντηση: επειδή είναι μια μη ελεύθερη κίνηση, γιατί όλη η θεμελιώδης αξία του χορού βρίσκεται ακριβώς στην αισθητική του υποταγή, στην ιδανική έλλειψη ελευθερίας» (σελ. 11).
             
Σε ποια φιλοσοφία αντιστοιχεί άραγε το ολοκληρωτικό όνειρο του απεριόριστου ελέγχου (της ανθρωπότητας και της φύσης) που περιγράφει εδώ ως πραγματωμένο ο συγγραφέας; Ιδού μία εύγλωττη αποστροφή: «Σήμερα, αυτό το πρόβλημα των ηθικών μαθηματικών θα λυνόταν σε μισό λεπτό [...] αλλά εκείνοι δεν μπορούσαν να το λύσουν. Όλοι οι Καντ τους μαζί δεν μπορούσαν να το λύσουν (γιατί ποτέ δεν σκέφτηκε κάποιος από τους Καντ να κατασκευάσει ένα σύστημα επιστημονικής ηθικής – δηλαδή βασισμένο στην αφαίρεση, την πρόσθεση, τη διαίρεση και τον πολλαπλασιασμό)» (σελ. 22). Στην πραγματικότητα, υπήρξε πριν από τον Καντ κάποιος που το σκέφτηκε (μολονότι δεν θεωρούσε ακόμα την επιστήμη της εποχής του αρκετά προηγμένη γι’ αυτό): ήταν ο Λάιμπνιτζ, ο επινοητής του απειροστικού λογισμού, τον οποίον (από κοινού με τον Καρτέρσιο) προσκυνούν όλοι οι σύγχρονοι θετικιστές, λογικοί εμπειριστές, αναλυτικοί, οι πραγματικοί κληρονόμοι του οράματος ενός κόσμου προγραμματιζόμενων αυτομάτων (που επίσης πραγματοποιήθηκαν στην τεχνολογία των ηλεκτρονικών υπολογιστών).  Εδώ πρέπει ν’ αναζητηθεί το αληθινό φιλοσοφικό απείκασμα του ολοκληρωτισμού, περισσότερο απ’ ό,τι σε όλες μαζί τις ντεσιζιονιστικές θεωρίες...
             
Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία πού δείχνουν όλοι αυτοί οι συσχετισμοί, ιδού μια άλλη διακλάδωση της παραπάνω της σκέψης: «Ούτε μία χαμένη χειρονομία, καμπύλη ή στροφή. Χωρίς αμφιβολία, ο Τέιλορ ήταν η ιδιοφυία της αρχαιότητας. Βεβαίως, ποτέ δεν του ήρθε η ιδέα να προεκτείνει τη μέθοδό του στο σύνολο της ζωής, σ’ όλες τις κινήσεις που γίνονται μέσα στο εικοσιτετράωρο [...] Αλλ’ ακόμη κι έτσι, πώς μπόρεσαν να γράψουν ολόκληρες βιβλιοθήκες για κάποιον σαν τον Καντ και ν’ αδιαφορήσουν για τον Τέιλορ – τον προφήτη που μπορούσε να δει δέκα αιώνες μπροστά;» (σελ. 45). Η αναφορά είναι βέβαια στον Frederick Winslow Taylor (1856-1915), τον εισηγητή του επιστημονικού μάνατζμεντ που πρότεινε την οριζόντια κατάτμηση της εργασίας σε μικρά μηχανικά τμήματα κινήσεων χάριν της αυξήσεως της αποδοτικότητας (δηλαδή, της μεγιστοποίησης του κεφαλαιοκρατικού κέρδους, με τίμημα την απεριόριστη μηχανοποίηση του σώματος του εργάτη): η πρότασή του εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία Ford και ο όρος ταιηλορισμός-φορντισμός έγινε συνώνυμο της αλυσίδας παραγωγής, κύριου μοντέλου οργάνωσης της βιομηχανικής εργασίας στο μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα. Συνώνυμο, δηλαδή, της κεφαλαιοκρατικής βαρβαρότητας, της στρατιωτικά διευθυνόμενης δομής του μοντέρνου εργοστασίου που στάθηκε ––όπως διορατικά έλεγε ο Κώστας Παπαϊωάννου––– το μεγάλο σχολείο του ολοκληρωτισμού.

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Ισπανία: Manifesto για πραγματική δημοκρατία






Η πολύ καλή ιστοσελίδα Autonomy against Barbarism  μετάφρασε και  αναδημοσίευσε από την ισπανόφωνη ιστοσελίδα Democracia Real Ya το μανιφέστο πολιτών ενάντια στο πολιτικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η διατύπωση του μανιφέστο είναι ενωτική, αφήνοντας στην άκρη ιδεολογίες, κομματικές ταμπέλες, θρησκείες, και απευθύνεται σε όλους τους πολίτες που ζουν στην Ισπανία. Ανάλογο μανιφέστο έχει δημοσιευθεί και από πολίτες της Πορτογαλίας.
        Είμαστε απλοί άνθρωποι. Είμαστε σαν κι εσάς: άνθρωποι που που ξυπνούν κάθε πρωί κάθε πρωί και πηγαίνουν να σπουδάσουν, να εργαστούν ή να βρουν δουλειά, άνθρωποι που έχουν οικογένεια και φίλους, που εργάζονται σκληρά κάθε ημέρα για να ζήσουν και να προσφέρουν ένα καλύτερο μέλλον στους γύρω μας.
Κάποιοι από εμάς είναι προοδευτικοί, κάποιοι άλλοι συντηρητικοί. Μερικοί από εμάς πιστεύουν στο Θεό, μερικοί όχι. Μερικοί έχουν συγκεκριμένη ιδεολογία, και άλλοι είναι απολίτικοι. Όλοι μας, όμως, είμαστε ανήσυχοι και εξοργισμένοι από τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις που βλέπουμε γύρω μας: τη διαφθορά των πολιτικών, των επιχειρηματιών, των τραπεζιτών… αισθανόμαστε αβοήθητοι. χωρίς φωνή.
Αυτή η κατάσταση μας πληγώνει όλους καθημερινά. Όμως αν αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας, μπορούμε να την αλλάξουμε. Ήρθε η ώρα της αλλαγής, η ώρα να οικοδομήσουμε μια καλύτερη κοινωνία μαζί.
.
Ως εκ τούτου,υποστηρίζουμε ότι:
-Προτεραιότητα για κάθε προηγμένη κοινωνία πρέπει να είναι η ισότητα, η εξέλιξη, η αλληλεγγύη, η ελευθερία της συμμετοχής στον πολιτισμό, η οικολογική βιωσιμότητα, η ευημερία και την ευτυχία των ανθρώπων..
-Αυτά αποτελούν αξίες που πρέπει να διέπουν την κοινωνία μας: το δικαίωμα στη στέγαση, στην απασχόληση, στον πολιτισμό, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην πολιτική συμμετοχή, στην ελεύθερη προσωπική ανάπτυξη, τα δικαιώματα του καταναλωτή, το δικαίωμα για μια υγιή και ευτυχισμένη ζωή.
-Με τον τρόπο που λειτουργούν σήμερα η κυβέρνηση και το οικονομικό μας σύστημα αδυνατούν να φροντίσουν γι’ αυτές τις προτεραιότητες και αυτό αποτελεί πλέον εμπόδιο για την εξέλιξη των ανθρώπων.
-Δημοκρατία σημαίνει κυβέρνηση του λαού (δήμος = λαός, κράτος = δύναμη), και αυτό θα πρέπει να συμβαίνει. Αντίθετα, ξέρουμε όλοι ότι το πολιτικό μας σύστημα δεν θέλει καν μας ακούσει. Το καθήκον των πολιτικών μας θα έπρεπε να είναι να είναι η μεταφορά της φωνή μας στα εθνικά και διεθνή θεσμικά όργανα, να διευκολύνουν την συμμετοχή των πολιτών μέσα από κανάλια άμεσης επικοινωνίας, να λειτουργούν προς όφελος της ευρύτερης κοινωνίας. Ο ρόλος τους είναι να πλουτίζουν και να ευημερούν εις βάρος εμάς, που είμαστε απλοί θεατές της δικτατορίας των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων που έχουν στην κατοχή τους στην εξουσία μέσω των μονοπωλίων του Λαϊκού Κόμματος και του Σοσιαλιστικού Κόμματος.
-Η επιθυμία για εξουσία και η συγκέντρωσή της στα χέρια των λίγων παράγει ανισότητα, προκαλεί εντάσεις, φέρνει αδικία, η οποία οδηγεί στη βία. Κι εμείς την απορρίπτουμε.Το απαρχαιωμένο οικονομικό μοντέλο παγιδεύει την ατμομηχανή της κοινωνίας μέσα σε ένα φαύλο κύκλο όπου οι λίγοι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι πολλοί βουλιάζουν στη φτώχεια τη μιζέρια. Και έτσι καταρρέουμε. Μοναδικός σκοπός του συστήματος είναι η συσσώρευση κεφαλαίων σε βάρος της αποτελεσματικότητας και της ευημερίας της κοινωνίας.
-Η σπατάλη πόρων οδηγεί στην καταστροφή του πλανήτη, δημιουργώντας ανεργία και οι καταναλωτές πολίτες αποτελούν μέρος του κέντρου βάρους σε ένα μηχάνημα σχεδιασμένο να εμπλουτίσει μια μειοψηφία που δεν ξέρει τις ανάγκες μας.
-Η θέληση και ο σκοπός του ισχύοντος συστήματος είναι η συσσώρευση του χρήματος, όχι με γνώμονα την ευημερία της κοινωνίας. Σπαταλώντας πόρους, μολύνοντας τον πλανήτη, δημιουργώντας ανεργία και δυσαρεστημένους πολίτες.
-Οι πολίτες είναι τα γρανάζια μιας μηχανής σχεδιασμένης για να πλουτίζει μια μειοψηφία η οποία δεν ενδιαφέρεται για τις ανάγκες μας. Είμαστε ανώνυμοι αλλά χωρίς εμάς τίποτα δεν θα μπορούσε να υπάρξει, καθώς εμείς κινούμε τον κόσμο.
Αν σαν κοινωνία μάθουμε να μην εμπιστευόμαστε αφηρημένες οικονομικές αποδόσεις που ποτέ δεν ωφελούν τους πολλούς, μπορούμε να εξαλείψουμε τις καταχρήσεις την αδικία από την οποία σήμερα όλοι υποφέρουμε. Χρειάζεται μια ηθική επανάσταση…
Χρειαζόμαστε μία ηθική επανάσταση. Αντί να τοποθετούμε τα  χρήματα πάνω τους ανθρώπους, ας τα φέρουμε στην υπηρεσία των ανθρώπων. Είμαστε άνθρωποι, όχι προϊόντα….
Για όλα τα παραπάνω, είμαι εξοργισμένος.
Νομίζω ότι μπορώ να τα αλλάξω.
Νομίζω ότι μπορώ να βοηθήσω.
Ξέρω ότι μαζί μπορούμε.
Γνωρίζω ότι μαζί μπορούμε .Γνωρίζω ότι μπορώ να βοηθήσω.
Ξέρω ότι μαζί μπορούμε.

Μετάφραση και πρώτη δημοσίευση στα ελληνικά: 

VN:F [1.9.8_1114]

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους για την γυναίκα και την κρίση

W4CRISIS from ThePressProject on Vimeo.

Μέσα από τις διηγήσεις 4 σύγχρονων γυναικών – Κωνσταντίνα Κούνεβα, Φωτεινή Λαμπρίδη, Ρενάτα Βιντζηλαίου και Ελένη Καλαμπόκα – επιχειρούμε μια σύντομη αναδρομή στη σχέση που έχει επιφυλάξει στη γυναίκα το οικονομικό μοντέλο, από τις απαρχές του το 18ο αι. μέχρι σήμερα.

Στην προβολή θα είναι παρούσες και οι «πρωταγωνίστριες».

Το μνημόνιο αποκαλύπτει το απάνθρωπο πρόσωπό του: Δραματικές περικοπές μισθών και συντάξεων, απολύσεις, κλείσιμο νοσοκομείων, σχολείων και παιδικών σταθμών, κατάργηση της βοήθειας στους ηλικιωμένους, αύξηση ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, επικράτηση της ελαστικής εργασίας ως κύριας μορφής απασχόλησης και 200.000 καινούργιοι άνεργοι/ες. Τα παραπάνω βαραίνουν με διπλό βάρος τις γυναίκες. Και στη δουλειά και στο σπίτι: Είμαστε πρωταθλήτριες στην ανεργία (20%), ενώ στις νέες γυναίκες φτάνει μέχρι και 39%. Με την κατεδάφιση του κράτους-πρόνοιας, οι γυναίκες καλούνται να το αντικαταστήσουν και να περιθάλψουν τους αδύναμους που αυτό πετάει στα σκουπίδια. Παράλληλα η βία εναντίον των γυναικών ολοένα και αυξάνεται μέσα στην κρίση.

Να μη δεχθούμε με πρόσχημα το χρέος και την οικονομική κρίση την κατάργηση κακτήσεων μισού αιώνα! Να οργανώσουμε τις αντιστάσεις μας μαζί με όλα τα κινήματα που αντιστέκονται σήμερα στην τρόικα και τις επιθέσεις της.
πηγη :http://www.aformi.gr/

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Paraphernalia




Το Paraphernalia αφηγείται σε 3.5 λεπτά την ιστορία ενός μοναχικού κοριτσιού και της αναπάντεχης συνάντησης που θα της αλλάξει τη ζωή.
Ένα έξυπνο και τρυφερό φιλμάκι που φτιάχτηκε απ' την τριτοετή φοιτήτρια του CalArts Sabrina Cotugno

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Η τελευταία νανόχηνα (1998)




καλό ταξίδι...

Charles Bukowski - Bluebird



there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say, stay in there, I'm not going
to let anybody see
you.

there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I pur whiskey on him and inhale
cigarette smoke
and the whores and the bartenders
and the grocery clerks
never know that
he's
in there.


there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say,
stay down, do you want to mess
me up?
you want to screw up the
works?
you want to blow my book sales in
Europe?

there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too clever, I only let him out
at night sometimes
when everybody's asleep.
I say, I know that you're there,
so don't be
sad.
then I put him back,
but he's singing a little
in there, I haven't quite let him
die
and we sleep together like
that
with our
secret pact
and it's nice enough to
make a man
weep, but I don't
weep, do
you?

Δείτε ακόμα