Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

«ΓΙΑ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΜΑΣ ΔΕ ΦΤΑΙΕΙ ΠΑΝΤΑ Η ΣΚΛΑΒΙΑ, ΜΑ Η ΥΠΟΤΑΓΜΕΝΗ ΜΑΣ ΚΑΡΔΙΑ»

Φίλος αγαπημένος που με συντροφεύει ταχτικά στη βόλτα τα χαράματα (μπήκαμε στην ηλικία που φχαριστιόμαστε τον περίπατο όταν κοιμούνται οι εραστές – «Απριλομάης κι άνοιξη... σαμπούκος και σγουρός βασιλικός» μονάχα τέτοιαν ώρα νικούν της διμοιρίας την μπόχα και την αμμωνία που αναδίνει η άσφαλτος), καθώς κοντοστεκόμασταν συχνά, για την ανάπαυση των μεσόκοπων, είδε την ταμπέλα στην απαγορευμένη για μας ανηφόρα και πιο πολύ τραγούδησε παρά ρώτησε, «Καλλιδρομίου… το 55 του Νικόλα;». Αντί να πάμε ώς εκεί (δεν είναι πια χτες, λαχανιάζουν τα «δυο βήματα»), αντί για «τουρισμό στα σημάδια» (ακούς, μάνα;)... είπα να περιπλανηθούμε στο αντάμωμά του με έναν άλλον άγιο (κι ας μη συναπαντήθηκαν ποτέ)... στη Λίλιαν-Νιουνιού και στο κληροδότημα όλων αυτών των παιδιών που αγκαλιάζει η κάθε σπιθαμή του πλανήτη... στη δικιά μας «βόλτα»… Λίγο πιο πέρα, στου Λαπαθιώτη το ερείπιο μπροστά, τολμήσαμε τη σκέψη πως ο μπαρμπα-Γιάννης συγκεντρώνει όλα όσα ονειρεύονται οι έφηβοι ανάμεσα στα 12 και στα 15. Ο μπαρμπα-Γιάννης παραμένει αυτό που μάχονται να απαγορέψουν στους εφήβους να ονειρευτούν: «από φιλόλογος… λιμενικός δόκιμος!», καθώς πλάνταζε μια φορά η μάνα του – παντοτινά ζωντανός, ακόμα κι όταν είναι σε απόλυτη ακινησία.

Συνήθως τον αναφέρουμε κάθε που περνάμε τον Εύριπο, τον πορθμό της ευτοπίας του, και κρυφά μέσα μας καμωνόμαστε ότι συγκαιριζόμαστε κι εμείς με το πέρα-δώθε των νερών. Αν πεις ότι θα βρεις στοιχεία γι’ αυτόν και δεν έχεις αποφασίσει σε ποιαν από τις εικόνες του θα σταθείς, τα χάνεις. Έχουν γραφτεί άπειρα κείμενα, άρθρα, μελέτες – ακόμα και εκθέσεις έβαλαν κάποιοι δάσκαλοι στους μαθητές τους, αφού πρώτα τους μύησαν στο έργο του, και τα παιδιά έκτοτε ξέφυγαν απ’ όσα απομνημόνευαν για την αλήθεια.

Ό,τι κι αν διαβάσει κανείς από τον χειμαρρώδη, ανατρεπτικό, ερωτικό, ελεγειακό Γιάννη Σκαρίμπα, ό,τι κι αν πει κανείς για τη ζωή και το έργο τού ποιητή, του θεατρικού συγγραφέα, του πεζογράφου, του αρθρογράφου… ο μπαρμπα-Γιάννης δεν εξαντλείται ούτε αποστηθίζεται. Μας παίρνει απ’ το χέρι, μας αναποδογυρίζει τον κόσμο και κάθε τόσο καμαρώνουμε που (όσα είχαμε εμείς στο ασυνείδητο ψελλίσει) εκείνος τα βρήκε και τα ’βαλε με μυρωδιά και χρώμα σε κυματιστές αράδες.

Έτσι να ’ν’ σπασμένο, να φυσά απ’ το νότο
και με πίλο κλόουν να γελάς, Xαλκίδα:
Aχ, νεκρόν στο χώμα –να φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο!..
(Από το ποίημά του «Xαλκίδα»)








ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ (από τη συλλογή «Εαυτούληδες», μουσική: Διονύσης Τσακνής)

[…] Ανεβοκατεβαίνοντας με άνεση όλους τους αναβαθμούς του σκαριμπικού θυμικού, η μουσική του Τσακνή συνάδει άλλοτε με τον μεσοπολεμικό κλαυσίγελω της κλοουνερί, που κατοικεί στα ποιήματα του Σκαρίμπα, άλλοτε με την εκκωφαντική ιλαρότητα των εξεγερμένων και ερωτικών βοϊδάγγελων. Η έκδοση συνοδεύει και πλαισιώνει τη μουσική με το ποιητικό σύμπαν το οποίο ο ίδιος ο Σκαρίμπας θέλησε να μας κοινωνήσει.

[Κατερίνα Κωστίου –φιλολογική επιμελήτρια στην πρώτη έκδοση των απάντων του ποιητή στην οποία περιλαμβάνονται τα ποιητικά βιβλία «Ουλαλούμ» (1936), «Εαυτούληδες» (1950) και «Βοϊδάγγελοι» (1968)– στην αναφορά της για τη μελοποίηση των «Εαυτούληδων» από τον Διονύση Τσακνή.]

[…] Και τ’ αμάξι τράβαε· τράβαε πάνω, κατά τους πάνω μαχαλάδες, κατά κεις που γίνονταν το μάλλι-βράσι με τις μισότριβες και τις πρωτάρες, κατά κεις που πάσα τόσο οι παντρεμένες απαράταγαν τους άντρες των και παίρνανε ρεμπέτες, όπου οι πρωτοστέφανες κ’ οι τριτοχήρες έχουν άντρες –μουστακαλήδες, σέρτικους– που τάχουν μαύρα και στριμμένα, κι άλλες άντρες κοροϊδάκια, που τους έχουνε μαγέψει με τα κέρατα και τους παίζουνε στα δάχτυλα. […] Ψυχή μου! Έλαμπε μέσ’ στο κέφι του, αχτινοβόλει. Γαρούφαλλο κόκκινο σαν αίμα είχε στόνα αυτί, τσιγάρο στ’ άλλο. Δυο πιθαμάδες ήταν το ζωνάρι του φαρδύ. Σαν καβουρομάνα μαλλιαρό ήταν το στήθος του. Κ’ εκεί κατά «το βάσανό του» τράβαε. Στα Μαρουχλέικα. Στον αφαλό του κόσμου.
(Από το βιβλίο του «Καϋμοί στο Γρυπονήσι», 1930)

Μεταξύ δουλείας και δουλείας δεν υπάρχει καμμιά διαφορά.
Με το να κάμεις μιαν επανάσταση κι αποτινάξεις το ζυγό, δεν έκαμες τίποτα.
[…]
Το να μην ξαναπέσεις σε ζυγό – αυτό είναι επανάσταση.
(Από το βιβλίο του «Το ’21 και η αλήθεια»)

Κ’ εγώ την είχ’ αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ’ τ’ αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε
ως τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει…
[…] Και πέθανε… Και με παπά τη θάψαμε! και να
–μ’ αυλούς– οι τραγοπόδαροι θεοί τής σουραβλάνε
και γύρω απ’ τον ειδωλολατρικό σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε.
(Από το ποίημά του «Ταμάρα»)


ΟΥΛΑΛΟΥΜ (Νικόλας Άσιμος)


Aδύνατο να μπει κανείς μέσ’ στο νου σας. Mου είσαστε ύποπτος! Ποιος είστε; Πώς λέγεστε; Γιατί κουτσαίνετε ψεύτικα; Aκόμη κι αυτό καμωθήκατε. Eπί δύο ημέρες ολόκληρες, άλλο δεν κάμνατε παρά να σβαρνάτε το δεξί σας ποδάρι!(...). Tο κάνετ’ αυτό σαν θεός των δρυμών σβαρνοπόδης, σαν από γενετής σας εταίρος της εύθυμης συντροφιάς του Διόνυσου(...). Ως και το γραφικό σας χαρακτήρα ψευτίσατε. Kι εκεί παριστάνετε. Ίσως κάτι πάλι να θέλετε. N’ απορήσουμε ίσως· να γίνει τρόπος να πούμε: τι γραφικό χαρακτήρα που χάλασε! τι θάμα γραφή είχε πρώτα!
(Από το βιβλίο του «Το θείο τραγί»)

ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ («Τρίτη Ανθολογία» Γιάννη Σπανού, τραγούδι: Κώστας Καράλης)


Κι από το διαδίκτυο ξανά η χαρά της αλίευσης: ζωντανό ένα από τα πιο σημαντικά θεατρικά του έργα («Ο ήχος του κώδωνος», παίχτηκε πρώτη φορά το 1969 στο Πειραματικό Θέατρο της Mαριέττας Pιάλδη) μέσω ραδιοφώνου:
http://radio-theatre.blogspot.com/2011/03/blog-post.html

[...] Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι… Ο ελληνικός λαός δε θα ’κανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνον εθνική ή είναι αδιάβαστοι ή δε μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αφτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’ αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν πάει να πει διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας.
»Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε…
(Από το βιβλίο του «Το ’21 και η αλήθεια»)

ΦΑΝΤΑΣΙΑ
(μελοποίηση: Μαρία Βουμβάκη)


«[…] δεν τον έφαγε εκείνον ο θεσσαλικός κάμπος και οι σάχλες των πεζικάριων, καθημερινά “γεια σου ναύαρχε του Πηνειού!” και κάθε δυο “να κι ο λιμενάρχης Λαρίσης!”, δεν του ’πεσε τέτοιο λαχείο, πώς να νιώσει, λοιπόν, τη δική του καήλα, το πείσμα του να γίνει μια μέρα Λιμενάρχης Xαλκίδος; […] Kύριε Λιμενάρχα Eυρίπου, […] Tώρα μπορείτε να κάνετε τη νυχτερινή σας παρέλαση στην παραλιακή λεωφόρο, αυτήν που διασχίσαν –θυμάστε;– έναν καιρό τα φωτεινά γοβάκια της Mαίρης Δεπάνου…»
[Απόσπασμα από το βιβλίο «Λιμενάρχης Ευρίπου» (Κέδρος, 1993), στο οποίο ο χαλκιδαίος συγγραφέας Nίκος Δ. Tριανταφυλλόπουλος συνδιαλέγεται με το φίλο του Γιάννη Σκαρίμπα.]

Εκεί που χωριστήκαμε με τον αγαπημένο φίλο, μου ψιθύρισε «το προχτές να μην ξανάρθει» («καλημέρα, λοιπόν», του είπα, «στο χέρι μας είναι να μην έρθει κι από το αύριο»):

Δύο ήταν τα Εικοσιένα: Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα «Δίκαια του ανθρώπου» του Ρήγα Βελεστινλή, πάνω στ' άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της «Πατρικής Διδασκαλίας» του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ Κυρ-Άνθιμου ή πιο σωστά του Γρηγορίου.
(Δημήτρης Φωτιάδης)

(στους Νότηδες)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δείτε ακόμα



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...