Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Η τερατώδης παραδοξότητα της περίπτωσης του Ισραήλ

του Φώτη Τερζάκη
 
Το καθεστώς του διεθνούς δικαίου έχει την ίδια μοίρα σήμερα με τη μοίρα της φιλελεύθερης νομοθεσίας στον φασισμό. Ο υπεράνω ανταγωνισμού ισχυρός δεν το χρειάζεται. Οι ΗΠΑ έφτασαν σε αυτό το σημείο μόνο στην τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα (και υποψιαζόμαστε ότι όσοι εξακολουθούν να κάνουν εκκλήσεις σε αυτό είναι επειδή δεν νιώθουν ακόμα τόσο ισχυροί οι ίδιοι για να το παρακάμψουν)· εν πάση περιπτώσει, το σημείο αυτό είναι χωρίς επιστροφή: ραγδαία κουρελιάζονται όλες οι εύθραυστες προσπάθειες που έγιναν, υπό τη συγκλονιστική εμπειρία των δύο παγκοσμίων πολέμων, για μια διεθνή συνεννόηση σε ζητήματα ζωτικά για την παγκόσμια κοινωνία – προστασία του περιβάλλοντος, ανάσχεση των πυρηνικών όπλων, κατάργηση των βασανιστηρίων, εκδίκαση εγκλημάτων πολέμου… Πολύ πριν φτάσουμε εδώ, όμως, προπομπός στη συστηματική αχρήστευση οιασδήποτε πρακτικής διεθνούς δικαίου, εργαστήριο δηλαδή της σύγχρονης, παγκοσμιοποιημένης μορφής ολοκληρωτισμού, στάθηκε ο στενότερος σήμερα στρατηγικός σύμμαχος των ΗΠΑ: το κράτος του Ισραήλ. Το κράτος αυτό ιδρύθηκε με ουσιωδώς παράνομες διαδικασίες το 1848 —και με την ενθάρρυνση των πρώην αποικιοκρατικών δυνάμεων Βρετανίας και Γαλλίας— στα εδάφη της βρετανοκρατούμενης Παλαιστίνης μέσ’ από μια πρώτη μαζική εκκαθάριση των ανυπεράσπιστων αυτόχθονων πληθυσμών, πράξη που εξήγγειλε τη μελλοντική εγκληματική του σταδιοδρομία: εξοπλιζόμενο ραγδαία από Ευρωπαίους και Σοβιετικούς στην πρώτη φάση, και από τους Αμερικανούς εν συνεχεία, απέσπασε με αστραπιαίους πολέμους εδάφη από τις γύρω αραβικές χώρες (Συρία, Ιορδανία, Αίγυπτο) και αποικιοποίησε τους αιχμάλωτους πληθυσμούς, αψηφώντας επιδεικτικά αλλεπάλληλα ψηφίσματα του ΟΗΕ (ήταν ουσιαστικά η γενική πρόβα για τη σημερινή εξουδετέρωσή του από τις ΗΠΑ)· έχοντας μιαν ανατριχιαστικά οπισθοδρομική σύλληψη του κράτους με φονταμενταλιστικούς εθνικοθρησκευτικούς όρους, αρνήθηκε να θεσπίσει σύνταγμα για να έχει απεριόριστο πεδίο χειρισμών στην απόδοση υπηκοότητας10 και επέβαλε ένα απάνθρωπο απαρτχάιντ στους αυτόχθονες Παλαιστινίους· τους περιέφραξε σε ζώνες αποκλεισμού, τους στέρησε την πρόσβαση σε νερό, σε αποχέτευση, σε οδικό δίκτυο (δεν μιλάμε καν για υγεία, εργασία, παιδεία), κατέστρεψε με συνεχείς στρατιωτικές επεμβάσεις κάθε πιθανότητά τους δημιουργίας αστικών υποδομών (πρακτική στην οποία ορισμένοι αντιφρονούντες ισραηλινοί αρχιτέκτονες έδωσαν το όνομα «αστυκτονία»), και απάντησε στις ηρωικές και απεγνωσμένες προσπάθειές τους για αντίσταση με σχέδιο αληθινής γενοκτονίας, σφαγιάζοντας μαζικά και συστηματικά αμάχους – γυναίκες, γέροντες και παιδιά· δημιούργησε ένα τρομακτικό δίκτυο μυστικών υπηρεσιών, αντίγραφο των ναζιστικών παρακρατικών οργανώσεων με μεσολαβητή την πείρα των ΗΠΑ, συλλαμβάνοντας παράνομα, εκτοπίζοντας, κρατώντας χωρίς δίκη και βασανίζοντας όχι μόνο Άραβες αλλά και Ισραηλινούς πολίτες που εκδήλωναν διαφωνία· τέλος, ανέπτυξε μυστικά και παράνομα πυρηνικά όπλα, σε στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ και με αμερικανική τεχνογνωσία, καταστρατηγώντας όλες τις διεθνείς συμφωνίες για τον περιορισμό της εξάπλωσης των πυρηνικών (τις οποίες οι ΗΠΑ σήμερα με απίστευτη θρασύτητα επικαλούνται εναντίον αραβικών, μουσουλμανικών ή άλλων αναπτυσσόμενων χωρών ενώ απαιτούν, χωρίς ο συνασπισμός των ισχυρών κρατών να εξεγείρεται γι’ αυτό, την απόλυτη εξαίρεση του εαυτού τους).

Η τερατώδης παραδοξότητα της περίπτωσης του Ισραήλ έγκειται στο ότι προσπάθησε να αυτονομιμοποιηθεί ως πληρεξούσιος του Εβραϊσμού της Ευρώπης που έπεσε θύμα των ναζιστικών εκκαθαρίσεων. Είναι αυτός που επωφελήθηκε τελικά από το δράμα τους. Πώς τολμά να τους διεκδικεί; Οι ανίσχυρες εβραϊκές κοινότητες που εξοντώθηκαν άγρια στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως βρίσκονταν στην ίδια μοίρα με τους σημερινούς μάρτυρες της Παλαιστίνης – με τους απογυμνωμένους από ανθρώπινα αναγνωριστικά αιχμαλώτους στα στρατόπεδα τύπου Γκουαντανάμο. Ποια διαστροφή των σημασιών επέτρεψε η αγόρευση του κυριάρχου να οικειοποιείται την οιμωγή των θυμάτων τού προκατόχου του; Κοιτάζοντας αναδρομικά το μοιραίο ιστορικό παιχνίδι βλέπουμε ότι αυτό έγινε δυνατό χάρη στη μετακύλιση των σημασιών που επιτεύχθηκε στα όρια μιας κλειστής εθνικιστικής ρητορικής, της ρητορικής τού σιωνισμού. Το σιωνιστικό κίνημα είναι η προϊστορία του κράτους τού Ισραήλ, και ξεκινάει από τη δικτύωση των εβραϊκών κοινοτήτων της Ευρώπης, ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, γύρω από το κοινό όραμα της δημιουργίας μιας εβραϊκής πατρίδας. Βεβαίως μέσα στο σιωνιστικό κίνημα των αρχών του εικοστού αιώνα υπήρχαν πολλές πολιτικές τάσεις, μεταξύ των οποίων αναρχικά και ουτοπιστικά ρεύματα που μεθερμήνευαν το εθνικιστικό όραμα των πρωτεργατών του με όρους μιας ελεύθερης, αταξικής και παναθρώπινης κοινωνίας· τα ρεύματα αυτά όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, ηττήθηκαν. Οι στρατηγοί που δημιούργησαν τελικά κράτος (επειδή αυτό εξυπηρετούσε άλλωστε τα σχέδια των νικητών του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου), προερχόμενοι από εκείνα τα αστικά εβραϊκά στρώματα της Διασποράς που με τόσο οξυδέρκεια επέκρινε ο Horkheimer για τον καιροσκοπισμό τους, είχαν κάτι άλλο στον νου τους – και αυτό υλοποίησαν. Ωστόσο πρέπει να δούμε ότι εξαρχής, παρά την ετερογένεια των σιωνιστικών προθέσεων, η εθνικιστική ρητορεία που επιστρατεύθηκε ήδη μεροληπτούσε υπέρ της αυταρχικής πλευράς. Ο σιωνισμός δεν διεκδικούσε ελεύθερη πατρίδα για τους Εβραίους ως ανθρώπους αλλά —σύμφωνα με το ολέθριο μάθημα όλων των άλλων εθνικισμών που είχαν προηγηθεί— ως Εβραίους· έκανε σημαία του μια υποτιθέμενη «εβραϊκότητα», με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό που την χρησιμοποιούσαν ως σύμβολο για την εξόντωση του εβραϊκών κοινοτήτων οι ναζί προπαγανδιστές. Τα χρόνια λίγο πριν από τη μεγάλη καταστροφή, σιωνισμός και εθνικοσοσιαλισμός συναντήθηκαν σε ένα κοινό ιδεολογικό στρατήγημα: και οι δύο εξέλαβαν, παρά τις αντίθετες αξιολογικές τοποθετήσεις ως προς τους όρους, την «εβραϊκότητα» ως πάγια, κλειστή και υπεριστορική ουσία.

Η «εβραϊκότητα» (όπως άλλωστε η «ελληνικότητα», η «γερμανικότητα», κοκ.) δεν είναι βεβαίως ουσία, είναι κατασκευή· είναι το ιδεολογικό προϊόν στρατηγικών —τις οποίες σήμερα κατανοούμε υπό τη γενική έννοια του εθνικισμού— που επιδιώκουν την επιβολή της κυριαρχίας συγκεκριμένων ανθρώπινων ομάδων πάνω σε άλλες ομάδες αποσπώντας το μέγιστο δυνατό της συναίνεσης των κυριαρχουμένων, ή αντιστρόφως αποσκοπούν στη δικαιολόγηση της σχεδιασμένης απαξίωσης προσώπων και ομάδων για λόγους ιδίου ωφέλους. Στον βαθμό που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι απαξιώσιμος λόγω της εβραϊκότητάς του, για τον ίδιο λόγο δεν είναι και υπερασπίσιμος στο όνομα ειδικά της εβραϊκότητάς του. Ο «Εβραίος» του αντισημιτισμού δεν αντιπροσωπεύει μία φυλή, ούτε μία θρησκεία, αλλά μια ορισμένη θέση στο πλέγμα των σχέσεων ισχύος – και είναι απεριόριστα υποκαταστάσιμος: Ινδιάνος, Νέγρος, Παλαιστίνιος, παράφρων, ομοφυλόφιλος, τρομοκράτης, κοκ. Το μεγάλο αντισημιτικό έγκλημα του ναζισμού συνιστά ανεξαγόραστο έγκλημα κατά της ανθρώπινης υπόστασης, ανάμεσα σε αναρίθμητα άλλα παρόμοια εγκλήματα πριν και μετά, και η εναντίωση στο καθένα από αυτά εν ονόματι της πάσχουσας ανθρωπότητας (όχι λιγότερο απ’ όσο τής πάσχουσας φύσης) και εν ονόματι οιουδήποτε καταλαμβάνει τη θέση «Εβραίος» σε αντίστοιχες συνθήκες είναι η μόνη δυνατή εναντίωση στον αντισημιτισμό, σήμερα όσο και χθες.

Ο σιωνισμός, από τη στιγμή που έγινε κρατική ιδεολογία, κατέφυγε στο ύπουλο τέχνασμα που χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά, διαστρέφοντας τη λογική σχέση ανάμεσα στην ειδική και τη γενική έννοια του αντισημιτισμού. Όταν ο αντισημιτισμός εκδηλώνεται κατά των Εβραίων ζητάει αυτό να προσγραφεί ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας· όταν όμως τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας εξισώνονται με τον αντισημιτισμό δυσανασχετεί και το καταγγέλλει ως προσπάθεια να υποβιβαστεί η μοναδική σημασία του αντισημιτισμού, άρα έμμεση υποστήριξή του. Δύο συμπεράσματα εξάγονται: πρώτον, ο «Εβραίος» για τον σιωνισμό είναι περισσότερο άνθρωπος από οιοδήποτε άλλο ανθρώπινο ον (όπως ο αστός ιδιοκτήτης για τη φιλελεύθερη νομοθεσία και όπως ο καθαρόαιμος Άρειος για τον ναζισμό)· δεύτερον, όποιος δεν ανήκει στην ειδική ομάδα στην οποία η σιωνιστική ρητορική αυτοαναγνωρίζεται ως υποκείμενο, είναι δυνάμει αντισημίτης και ως εκ τούτου —ειδικά στην περίπτωση αυτή— εχθρός της ανθρωπότητας (δηλαδή, τιμωρητέος ως τέτοιος). Αυτή είναι όμως η φατριαστική λογική την οποία οξυδερκώς ο Adorno ταύτιζε με την ουσία του αντισημιτισμού, ισοδύναμη με την ταξική ή και εθνική εκδικητικότητα των εκάστοτε κυρίαρχων ομάδων – που επίσης είναι απεριόριστα εναλλάξιμες. Και αυτή τη θέση ακριβώς έχει υιοθετήσει σήμερα το κράτος του Ισραήλ, ως περιφερειακή υπερδύναμη και τοποτηρητής στον αραβικό γαιοστρατηγικό χώρο των συμφερόντων του επεκτεινόμενου ολοκληρωτικού υπερκράτους των ΗΠΑ. Αν η σιωνιστική λογική ως επιθετικό εθνικιστικό ιδίωμα ενέχει όλα τα ουσιώδη γνωρίσματα του αντισημιτισμού, στην ευρεία του έννοια, έπεται ότι μια αυθεντική εναντίωση στον αντισημιτισμό οφείλει κατ’ ανάγκη να έχει και αντισιωνιστική σκόπευση. Αυτή την προοπτική σήμερα προσπαθεί να παγιδεύσει με κάθε τρόπο η φιλοϊσραηλινή προπαγάνδα, καταφεύγοντας σε μία ακόμα ύπουλη διαστρέβλωση – τη ταχυδακτυλουργική ταύτιση αντισιωνισμού και αντισημιτισμού. Κι εδώ το στρατήγημα δεν είναι σημασιολογικό, είναι καθαρά ρητορικό, έγκειται στην εσκεμμένη υποκατάσταση του ενός όρου με τον άλλον στις επίσημες και σε ανεπίσημες γλωσσικές χρήσεις – πιστεύοντας (όπως ακριβώς η φασιστική προπαγάνδα στον καιρό της, και τα «δημοκρατικά» Μέσα Ενημέρωσης σήμερα) ότι με την επανειλημμένη χρήση δημιουργούνται εξαρτημένα ανακλαστικά στους αποδέκτες που διαβρώνουν την ικανότητα κριτικής διερεύνησης του νοήματος. Μέσα στο παγκόσμιο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης που έχουν επιβάλλει οι ΗΠΑ στο όνομα του υποτιθέμενου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», παντού στον κόσμο —και ειδικά στην Ευρώπη— το Ισραήλ επιτίθεται, μέσω δικτύων πληροφόρησης, παρακυβερνητικών οργανώσεων και τοπικών λόμπι, κυρίως στους ελεύθερους διανοούμενους που στέκονται με διάφορους τρόπους εμπόδιο στη συσκοτιστική του στρατηγική, προσπαθώντας τουλάχιστον να τους σπιλώσει ως αντισημίτες εάν δεν μπορεί να τους πλήξει με πιο πρακτικό τρόπο (προσφάτως, έφτασε μέχρι του σημείου να καταγγείλει για αντισημιτισμό την ίδια την κυβέρνηση της Γαλλίας!)... Είναι χαρακτηριστικό ότι κύριος στόχος αυτού τού κρυπτοφασιστικού όπλου της «πολιτικής ορθότητας» δεν είναι τόσο οι πραγματικοί ρατσιστές αντισημίτες (αυτοί άλλωστε σήμερα ξεσπούν σε πολύ πιο ευάλωτα θύματα απ’ ό,τι οι Εβραίοι, του Ισραήλ είτε της παροικίας) αλλά εκείνοι ακριβώς που είναι σε θέση να αποκαλύψουν το αληθινό περιεχόμενο του αντισημιτισμού. Ταυτόχρονα εξυπηρετείται κι ένας παράπλευρος σκοπός: επισείοντας το φάντασμα του «αντισημιτισμού», εξωθούν εναπομείναντα πρόσωπα και ομάδες εβραϊκής καταγωγής, ισχυρά εδραιωμένα ως επί το πλείστον στις αντίστοιχες κοινωνίες τους, να μετοικήσουν στο Ισραήλ, ενισχύοντας ποικιλοτρόπως έτσι το σχέδιο διαρκούς οικονομικής και εδαφικής επέκτασης που διαπνέει το παραλήρημα ισχύος των σημερινών ηγετών του. 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δείτε ακόμα