Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Βλάσης Γ. Ρασσιάς - "ΜΙΑ... ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ"

«Ο καλός χριστιανός δεν κάνει διάλογο με τον άπιστο αλλά καρφώνει το ξίφος στην κοιλιά όσο πιο βαθιά μπορεί» (Bernard Gui, ιεροεξεταστής).

Για το πώς επεκράτησε στην ανθρωπότητα ο Χριστιανισμός, ο μέσος άνθρωπος πιστεύει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι μία φορά κι έναν καιρό ήσαν κάποιοι άνθρωποι που ζούσαν στα… «σκοτάδια της ειδωλολατρίας» και κάποτε εμφανίσθηκε κάποιος κύριος μ’ ένα βιβλίο στο χέρι και ένα χαμόγελο στα χείλη και τους είπε κάτι ωραία λόγια και μετά εκείνοι… «εφωτίσθησαν» και έγιναν αυτομάτως χριστιανοί (κάποιοι μάλιστα θύμωσαν κιόλας που τόσες χιλιάδες χρόνια λάτρευαν «είδωλα» και τα έσπασαν μόνοι τους).

Πολύ καλό για να’ ναι αληθινό, να όμως που δισεκατομμύρια άνθρωποι μοιάζει να το πιστεύουν. Άλλωστε, στα πιστευόμενα αυτών των ανθρώπων ενυπάρχουν ακόμη πιο παράλογα πράγματα, ώστε αυτή η αφελέστατη αφήγηση να μοιάζει η πλέον πραγματική. Η αληθινή, δηλαδή η ανεξίθρησκη και μη ιδεολογικοποιημένη Ιστορία, λέει ωστόσο εντελώς διαφορετικά πράγματα: εκείνοι οι υποτιθέμενοι «ανόητοι» που ζούσαν στα υποτιθέμενα… «σκοτάδια» αρνήθηκαν να τα εγκαταλείψουν και χρειάσθηκε εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα βίας για να το κάνουν. Και επειδή επίσης οι περισσότεροι απλώς δεν το έκαναν ποτέ, εξαφανίσθησαν από προσώπου γής, γιατί η «νέα αλήθεια» δεν ανεχόταν ετεροδοξίες και άλλα συναφή, ή φαίνεται, συν τοις άλλοις, πως εκτιμούσε ότι έπρεπε να ξεπλύνει το αίμα κάποιων ελαχίστων, χιλιάδων «μαρτύρων» της με την επί αιώνες κατασφαγή δισεκατομμυρίων «γκογίμ» δηλαδή, κατά τους ευαγγελιστές της «αβαπτίστων κτηνανθρώπων». Μόνο «ένας Θεός» ώφειλε να υπάρχει στους ουρανούς και μόνο «ένα είδος» ανθρώπου επάνω στη γή.

Αυτή η αφύσικη και παράφρων απαίτηση, αυτή η διαστροφή του ανθρωπίνου νοός και ψυχισμού, σήμερα δεν ακούγεται φυσικά ως τέτοια. Είναι άλλωστε το εκάστοτε αυτί εκείνο που εκτιμά και χαρακτηρίζει τον κάθε λόγο. Και όταν υπάρχει μία ανθρωπότητα ήδη προγραμματισμένη στο να θεωρεί φυσιολογική την πιο πάνω απαίτηση, θα ήμασταν εμείς αντιθέτως εξαιρετικά παράλογοι να περιμέναμε εσωτερικά ερωτήματα και ευαισθησίες υπέρ της πολυμορφίας ή υπέρ της ελευθερίας του διαφέρειν. Απλώς υπάρχουν πάνοτε κάποιοι λίγοι διαφορετικοί, που τολμούν πού και πού να φωνάξουν, με πολύ υψηλό συνήθως κόστος, το ότι «ο βασιλιάς είναι γυμνός» (και, κυρίως, εξαιρετικά ακάθαρτος). 

Ένας από αυτούς τους λίγους τομηρούς ανθρώπους, η συγγραφέας Helen Ellerbe, έγραψε: «Η σκοτεινή πλευρά της Χριστιανικής Ιστορίας δεν ήταν ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ανθρωπίνης φύσεως. Ήταν αντιθέτως, το αποτέλεσμα μίας πολύ συγκεκριμένης ιδεολογίας και θρησκευτικής πίστεως. Όπως έχει αγνοηθεί επιμελώς ο τρόμος της Χριστιανικής Ιστορίας, έχει επίσης αγνοηθεί και η καταγγελία των χριστιανικών αντιλήψεων και της επιβιώσεώς τους στον σύγχρονο, φαινομενικά μόνον θρησκευτικά αδιάφορο, κόσμο μας…» Λίγα θα μπορούσα να προσθέσω εγώ σε αυτά τα σύντομα αλλά μεστά λόγια. Θα πω απλώς ότι ο χρονολογικός ιστορικός κατάλογος των βημάτων του Χριστιανισμού έως την (φαινομενικά) «τελική» επικράτησή του, που ακολουθεί, δεν είναι επ’ ουδενί εξαντλητικός. Απλώς… ο συγγραφέας κάπου εξαντλήθηκε. Αυτά που παρατίθενται είναι τελικά τα όσα (ελάχιστα) βρήκε μετά από (σχετικά σύντομη) έρευνα πέντε περίπου ετών συν άλλων τεσσάρων για την παρούσα επαυξημένη έκδοση και πάντοτε μόνο μέσα από εκείνα τα ολίγα που έχουν επιβιώσει, μέσα από τις χρονογραφίες κυρίως των νικητών. 

Θα σημειώσω ως παρένθεση εδώ, ότι αν γινόταν να έγραφαν και οι νικημένοι, τότε το ανά χείρας έργο προσφανώς θα ήταν… εκατοντάτομο. Εκτός του μεγέθους όμως, θα είχε επίσης και πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, υπό την έννοια που το έθεσε κάποτε ο Ε. Rauter, δηλαδή ότι μεγαλύτερη σημασία θα είχε να γράψει την Ιστορία της κατακτήσεως του Μεξικού ένας Αζτέκος. Πράγμα που όμως δεν είναι εφικτό, γιατί απλώς κάποιοι μάρτυρες… εμαρτύρησαν και ως εκ τούτου εξέλειψαν διαπαντός. Εκείνο που μπορεί να υποσχεθεί τουλάχιστον ο γράφων, είναι ότι συνειδητά και προ πολλού έχοντας καθαρίσει τα μάτια του από την αχλύ της κυρίαρχης πίστεως και ανωμαλίας, μπορεί να εγγυηθεί μία δικαιότερη παρουσίαση των ηττημένων. Των δολοφονημένων. Των κατακρεουργηθέντων. Των πυρποληθέντων. Εκείνων τέλος πάντων που κατεσπάραξε το κυρίαρχο κτήνος, υπό άπειρες «θεόσταλτες» εμπνεύσεις «αγίων» εκπροσώπων τού «Ενός Θεού», όπως λ.χ. το ανατριχιαστικό εκείνο «καταραμένος να είναι εκείνος που αποφεύγει να βάψει με αίμα το σπαθί του» του Πάπα Γρηγορίου του Ζ, για να μπορεί να άρχει σήμερα επάνω σε τούτον τον υπόδουλο πλανήτη (οδηγώντας μάλιστα το οικοσύστημά του με μαθηματική ακρίβεια στον φυσικό όλεθρο). 

Έκανα πιο πάνω λόγο για διαστροφή και ανωμαλία. Γνωρίζω καλά τι λέω και τι γράφω και κλείνω συνεπώς το προλόγισμα αυτό με ένα απόσπασμα του Ευσεβίου Καισαρείας Παμφίλου (από τον «Τριαντακονταετηρικό εις Κωνσταντίνον τον Βασιλέα», κεφ. 16), που έκλαμπρα καταδεικνύει την ολοκληρωτική αντίληψη για την ανθρωπότητα που γέννησε μοιραία τον πρωταρχικό φασισμό που απλώς εμπειέχει όλους του όποιους επιμέρους «φασισμούς» της Ιστορίας. Είναι η πεποίθηση ότι οφείλουμε στο όνομα μίας απραγματοποίητης, φανταστικής και αφύσικης ομογενοποιήσεως ΟΛΩΝ των ανθρώπων, να τους φέρουμε, θέλουν δεν θέλουν αυτοί, στα δικά μας μέτρα. Είναι δηλαδή η αφετηρία της αναδείξεως του μίσους για τον μη όμοιο, από ωμό πρωτόγονο συναίσθημα σε κοινωνικό πλέον θεσμό: 

«Όλα τα έθνη της γής, από τα παλαιά χρόνια, ήσαν χωρισμένα και η ανθρωπότητα ολόκληρη ήταν κομματιασμένη. Η αιτία αυτών των κακών δεν έπεφτες έξω αν έλεγες ότι οφείλεται στην πλάνη της πολυθεϊας. Όταν όμως το μέσο της σωτηρίας -εννοώ το πανάγιο σώμα του Χριστού- που αποδείχθηκε ανώτερο από κάθε δαιμονική ενέργεια και πλάνη, άρχισε να υψώνεται σαν τρόπαιο που συνέτριβε τους δαίμονες και ξόρκιζε όλα τα κακά, άρχισαν να διαλύονται όλα τα έργα των δαιμόνων και δεν υπήρχαν πια πολυαρχίες και δημοκρατίες… αλλά κηρυσσόταν ένας μόνον Θεός για όλους τους ανθρώπους, και από την άλλη επικρατούσε μόνον μία βασιλεία για όλους, η ρωμαϊκή και έσβυνε με μιας η προαιώνια ανειρήνευτη και ασυμβίβαστη έχθρα των λαών…» 

Οι αμέτρητοι ομοϊδεάτες τού παραληρούντος εδώ Ευσεβίου Καισαρείας Παμφιλίου, δεν κατόρθωσαν ωστόσο να εξαλείψουν ούτε τους πολέμους, ούτε την δουλεία (ο Ratherius μάλιστα, επίσκοπος της Βερόνα, διεκήρυσε τον 10ο αιώνα ότι «η ευσπλαχνία του Θεού μας απαιτεί να γίνονται δούλοι εκείνοι που δεν τους ταιριάζει να ζούν ελεύθεροι και κάτω από τις εντολές Του»), ούτε τον ανθρώπινο πόνο. Αντιθέτως, προσθέτοντας στην προαιώνια ανθρώπινη ανοησία και την νεοφανή και απεριορίστου μεγέθους δική τους, την ανοησία των ανοησιών, προεκάλεσαν εκτόξευση της κτηνωδίας και του θανάτου στα ύψη και πισωγύρισαν κι από πάνω την πεπεπολιτισμένη ανθρωπότητα τουλάχιστον 2.000 χρόνια (όπως καυχήθηκε άλλωστε και ο γνωστός και μη εξαιρετέος Ιωάννης Χρυσόστομος, ότι δηλαδή «κάθε ίχνος της αρχαίας φιλοσοφίας και λογοτεχνίας έχει εξαφανισθεί από προσώπου γής»), σε σημείο που σήμερα επιτυγχάνουμε ή γνωρίζουμε πράγματα που ήσαν δεδομένα τουλάχιστον για τους «ειδωλολάτρες» Έλληνες, των οποίων το μεγαλύτερο επίτευγμα, η δημοκρατική Πολιτεία, απεκλήθη και αυτή από τους οπαδούς του σκότους… «Πολιτεία του Διαβόλου» (Civitas Diaboli). 

Θα σταματήσω εδώ. Οι χιλιάδες σελίδες που θα μπορούσαν να γραφούν επάνω στον φασισμό των φασισμών, στο κακούργημα των κακουργημάτων, στην απάτη των απατών και στη θρασύτητα των θρασυτήτων, είναι ούτως ή άλλως μυριάδες (αρκεί να υπάρχει η απαραίτητη παρρησία και αφοβία, κύρια χαρακτηριστικά των αληθινών Ελλήνων προγόνων μας). Ας αφήσουμε λοιπόν να μιλήσει περισσότερο περιληπτικά και περιεκτικά η ίδια η αληθινή, δηλαδή ανεξίθρησκη, Ιστορία. Τα συμπεράσματα δικά σου, φίλε αναγνώστη και φίλη αναγνώστρια. Εγώ, θέλω απλώς να σου δωρίσω το προνόμιο να γνωρίζεις από εδώ και εμπρός το γιατί βρίσκεσαι και δράς στην από εδώ ή στην από εκεί όχθη του βαθυτάτου χάσματος που δεν επιτρέπει ουδετερότητες και συγχώρεσέ με εάν τυχόν ζημιά σού κάνω ακυρώνοντας κάποια πολύ-πολύ βολικά άλλοθι. Καλή ανάγνωση και, κυρίως, καλή επιλογή.

1 σχόλιο:

Δείτε ακόμα